«1974, ΟΙ ΑΔΙΚΑΙΩΤΟΙ…...»
Του
εκδότου του
www.Apodimos.com
Ξενοφώντα Φαφούτη.
Επειδή, έχουν
συμπληρωθεί τριάντα χρόνια από τις ατυχείς πολεμικές
επιχειρήσεις του 1974 στη μαρτυρική μεγαλόνησο Κύπρο,
θελήσαμε να τιμήσουμε τους νεκρούς και τους ζωντανούς
των γεγονότων, που υπήρξαν σ’ αυτή την κατάπτυστη εποχή,.
Διότι έχει καταληφθεί από ξένα στρατεύματα, το
Βόρειο μέρος, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρουσιάζουμε το
βιβλίο «1974.
Οι Αδικαίωτοι…..»
εις
μνήμη τους. Αυτά τα γεγονότα τα έζησε ο συγγραφέας του
βιβλίου, ένας μικρός τότε ηγήτορας και σήμερα ο
Ταξίαρχος ε.α. Κ. Αργυρόπουλος, ο οποίος έζησε στο
πεδίο της μάχης και πολέμησε ως πιστός στρατιώτης
στην προσπάθεια απόκρουσης της αποβίβασης των τουρκικών
στρατευμάτων, τολμά και εκθέτει, μετά παρρησίας τις
ενέργειές του, θετικές και αρνητικές, τα «πάθη» του σ΄
ένα βιβλίο μαρτυρία : «1974.
Οι Αδικαίωτοι…..»
.
Διαβάζοντας τις
479
σελίδες του βιβλίου
περιηγήθηκα επί πέντε συνεχείς μέρες, κρατώντας
κάποιες σημειώσεις διότι τα γραφόμενα σ’ αυτό το Ιστορικό
Μυθιστόρημα, το οποίο έχει γραφεί με μορφή Μυθοπλασίας,
περιέχει τόσα όσα στοιχεία, που μόνο ένας ιστορικός
μόνο μπορεί να πραγματευθεί. Διότι τα γεγονότα που
παρουσιάζονται στην μυθοπλασία , είναι πραγματικά και
μόνο τα ονόματα των ηρώων που αναφέρονται, δεν είναι
πραγματικά , για διάφορους λόγους. Διαβάζοντας αυτό το
βιβλίο «1974.
Οι Αδικαίωτοι…..»
το
αποδεχόμαστε βαθιά συγκινημένοι ως χαιρετισμό προς του
συμπολεμιστές του, που επέζησαν και ως προσπάθεια
αποδόσεως τιμών- ιερό πρόσφορο και για εκείνους που
με τη θυσία τους αξιώθηκαν του ευγενέστερου των τίτλων,
του «Αθάνατου». Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο,
οδηγήθηκα και βυθίστηκα στον ωκεανό της ελληνικής
ιστορίας, απ’ όπου αποκόμισα σημαντικές εμπειρίες.
Όταν τελείωσα το διάβασμα, επανήλθα στην πραγματικότητα,
ήμουν σαφώς πληρέστερος.

Οι «Αδικαίωτοι»
έπαθαν, αλλά δεν ελυτρώθησαν. Προκαλούν την αλήθεια.
Αναμένουν το χρέος της δικαιοσύνης.
Αποφασίσαμε να
παρουσιάσουμε , την αιτία συγγραφής του βιβλίου αυτού από
τον συγγραφέα καθώς και τις απόψεις εγκρίτων ατόμων,
οι οποίοι λόγω της στρατιωτικής καριέρας τους την εποχή
των γεγονότων, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, τοποθέτηκαν .
Οι απόψεις τους, ίσως είναι η καλλίτερη βιβλιοπαρουσίαση,
διότι οι επισκέπτες του
www.Apodimos.com
πολλά θα ωφεληθούν
, όχι μόνο από τις απόψεις αυτές, αλλά και αγοράζοντας
και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, θα νοιώσουν ότι
συμμετέχουν στα γεγονότα, μέσα από την Μυθοπλασία του
συγγραφέα και θα υπάρχει για πάντα στην Βιβλιοθήκη τους,
μια και ποτέ η Ιστορία δεν πεθαίνει , όπως σαν την
Ελλάδα που δεν πεθαίνει ποτέ .
Το
Ιστορικό της συγγραφής του Βιβλίου «1974. Οι Αδικαίωτοι….»
Πριν δυο χρόνια, σε
μία εκδρομή με τους Συμμαθητές μου στην Κρήτη μεταξύ
των άλλων, προγραμματίσαμε και καταθέσαμε στέφανο
στο εντός του στρατοπέδου του Μάλεμε μνημείο πεσόντων
Καταδρομέων στην Κύπρο το 1974.
Εκεί σ’
αυτή την φορτισμένη από συγκίνηση ατμόσφαιρα, μου
επροτάθη από τους συμμαθητάς μου να γράψω για τους
συμμαθητάς μας εκείνους καθώς και τους άλλους
συναδέλφους, που έδωσαν το αίμα τους εκεί κάτω στην Κύπρο
στον αγώνα του 1974. Τον αγώνα, που τόσο έχει
παρεξηγηθεί.
Κάθησα,
λοιπόν και έγραψα, με τον δικό μου τρόπο εκφράσεως,
έχοντας σαν σκοπό να αποδώσω εκείνη τη θυσία σ’ ένα
πάνθεον ηρώων, που βρίσκονται στην ψυχή εκείνων, που
έχουν προσμετρήσει τις διαστάσεις της εννοίας Ελλάς με
μέτρα ελληνικού φρονήματος και συνειδήσεως
ελληνικής. Και το λέω αυτό διότι, όπως κατά καιρούς
διαπιστώνεται, πολλοί μεν έχουν γλώσσα ελληνική, όπως και
όνομα ελληνικό ...αλλά…
Αυτοί οι
Στρατιώτες λοιπόν εκεί στην Κύπρο επετέλεσαν έργο μνήμης
άξιο και –ουδείς αμφισβητεί- έδωσαν το παρόν
στην απόκρουση του Τούρκου εισβολέα. Αυτή η
συμμετοχή, αυτή η προσφορά, αυτή η αιματοχυσία,
αυτή η θυσία, τριάντα χρόνια μετά, δείχνει να μην είναι
τόσο συγκλονιστική, ώστε να συγκινηθούν εκείνοι, που
ηγούνται Ελλήνων και επισήμως εκφράζουν την μητέρα πατρίδα.
Αυτό έχει δημιουργήσει στους πολεμιστές της Κύπρου μιαν
απέραντη πικρία. Μια θλίψη ερμηνευτή.
Στο
βιβλίο μη θελήσετε να ψάξετε για ντοκουμέντα ούτε
για κρυμμένα και φοβερά μυστικά. Μην ερευνάτε για
επικοινωνιακές επινοήσεις. Το γνωρίζετε άλλωστε, ότι
η πραγματική συγγραφομένη Ιστορία βασίζεται σε πολεμικές
εκθέσεις και σε στρατιωτικές διαταγές, οι
οποίες εκδίδονται σε κάθε εξεταζομένη περίοδο καθώς
και στις καταγεγραμμένες πράξεις και αποφάσεις της
Πολιτείας. Εμείς οι υπόλοιποι γράφουμε τις προσωπικές μας
αντιλήψεις του όποιου γεγονότος με ισχυρές δόσεις
συναισθήματος. Μέσα από τούτο εδώ το μυθιστόρημα ωστόσο,
έχουμε την ευκαιρία να αλιεύσουμε ένα μεγάλο αριθμό χρησίμων
αληθειών. Ας μου επιτραπεί να σας παροτρύνω -αν
αυτό δεν χαρακτηρισθεί σαν ασέβεια προς την ορθότητα της
κρίσεώς σας- να μη κοπιάσετε να διακριβώσετε μέσω του
βιβλίου προδότες στρατιωτικούς. Δεν υπήρξαν τέτοιοι.
Απλά όλοι ή σχεδόν όλοι συνελήφθημεν επαγγελματικά
αδιάβαστοι .
Εδώ βέβαια
έρχονται σκέψεις βασανιστικές, που προκαλούν ψυχικό
ερεθισμό και πόνο, όταν διαπιστώνουμε, ότι οι
αδιάβαστοι της εποχής εκείνης διέθετον ηθικές δυνάμεις,
που κατά κάποιο τρόπο ώριζαν ένα μεγάλο βαθμό εγγυήσεως
για την επιτέλεση του στρατιωτικού τους έργου, πλην η
αναμενομένη και αυτονόητη υποστήριξη από την μητέρα πατρίδα
ουδόλως εξεδηλώθη.
Διερωτώμεθα για το σήμερα. Είμαστε άραγε σε θέση να
επιβεβαιώσουμε ύπαρξη ηθικών δυνάμεων στο στρατιωτικό
προσωπικό τέτοιου ύψους, όπως εκείνου των αδιάβαστων
της Κύπρου; Ή μήπως αν χρειαστεί θα προστρέξουμε να
δανεισθούμε ηθικές δυνάμεις από φίλους και συμμάχους;
και ποιους θα θεωρούσαμε σαν τέτοιους; και ύστερα,
ποιο άραγε είναι το μέγεθος αυτών των ηθικών δυνάμεων μέσα
στην σημερινή Ελληνική κοινωνία; Το αγωνιώδες ερώτημα
εμφανίζεται πλειστάκις μέσα στο βιβλίο. Και αυτό είναι
περίπου της μορφής «ποια
είναι η ποιοτική εγγύηση και σε ποιο βαθμό αυτή η εγγύηση
είναι καταχωρισμένη και θέλει την εξασφάλιση της
ακεραιότητος και της ελευθερίας της δικής μας σημερινής
πατρίδας;»
Απόψεις εγκρίτων ατόμων, οι οποίοι λόγω της στρατιωτικής
καριέρας τους την εποχή των γεγονότων , τοποθετούνται για το
Βιβλίο.
Τοποθέτηση για το Βιβλίο του Αντιστράτηγου ε.α. Χρ. Μουστάκη
. Επιτίμου Διοικητού 1ης Στρατιάς
Αισθάνομαι ιδιαίτερα
ευτυχής, που μου δίνεται η δυνατότητα να παρουσιάσω το
βιβλίο ενός αξίου συναδέλφου, του Κώστα Αργυρόπουλου, με
τον οποίο συνυπηρέτησα επί μακρόν στο παρελθόν, αλλά και
συνεργάζομαι επί σειράν ετών στα πλαίσια της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ.
Δεν
κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ αυτή την στιγμή στην
προσωπικότητα του συγγραφέα, επειδή όμως πιστεύω ότι
αυτό βοηθάει τον αναγνώστη στην κατανόηση των γραφομένων σας
λέγω ότι είναι προικισμένος με υψηλές πνευματικές και
καλλιτεχνικές ικανότητες. Άριστος χειριστής του λόγου.
Έχει το χάρισμα να αποτυπώνει με πολλή δεξιότητα τις
σκέψεις και τις απόψεις του είτε σε πραγματείες, μελέτες και
λογοτεχνικά κείμενα, είτε σε ζωγραφικούς πίνακες.
Είναι φανατικός Έλληνας και υποφέρει βλέποντας την κατάσταση
στην οποία έχουν οδηγηθεί, από τους ταγούς, οι Έλληνες και
ιδιαίτερα η νεολαία. Προσπαθεί δε, στο μέτρο των δυνάμεών
του, να παρέμβει για την αντιστροφή των πραγμάτων. Σε θέματα
αρχών και ιδεών είναι ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος.
Είναι υψηλόφρων, πιστεύει βαθειά στην αποστολή του
Αξιωματικού και των Ε.Δ. και έχει τη γνώμη ότι το σώμα των
Αξιωματικών μπορεί να προσφέρει πολλά στην πατρίδα, με την
προϋπόθεση ότι θα το πιστέψουν και οι ίδιοι οι Αξιωματικοί
και θα αγωνιστούν για να βγουν από το τέλμα της ανυποληψίας,
που τους έχει οδηγήσει το κατεστημένο. Θα μπορούσα να
γράψω και πολλά ακόμα για την πορεία του στο στράτευμα, αλλά
δεν είναι η κατάλληλη στιγμή και ο χώρος.
Μετά απ΄ αυτά
προχωρώ στο κύριο θέμα μας που είναι η παρουσίαση του
βιβλίου που επιγράφεται «1974. Οι Αδικαίωτοι».
Όπως
γίνεται αντιληπτό από τον τίτλο, με το βιβλίο αυτό έχει
στόχο να αναδείξει μια σοβαρή παράλειψη της Ελληνικής
πολιτείας, αλλά και του Ελληνικού λαού και τους
υπομνήσει το αυτονόητο καθήκον τους, να αναγνωρίσουν
δηλαδή και να αποδώσουν τις οφειλόμενες τιμές σε όλους
αυτούς τους αγνούς Έλληνες (Ελλαδίτες και Κυπρίους)
που πολέμησαν στην Κύπρο ανεξαρτήτως αν έπεσαν, εάν είναι
αγνοούμενοι, εάν είναι τραυματίες ή επιζώντες.
Ο
χαρακτηρισμός του έργου του, ως ιστορικού μυθιστορήματος,
πιστεύω ότι είναι πολύ επιτυχημένος, γιατί του δίνει τη
δυνατότητα να επενδύει τα γεγονότα με τα συναισθήματά
του, να τα συνδέει με το παρελθόν και να εκφράζει τις
σκέψεις, τις εκτιμήσεις και τις αγωνίες του για την
παρατηρουμένη κάμψη του φρονήματος των Ελλήνων, της
Ελληνοσύνης όπως γράφει, αποδεχόμενος ότι δεν υπάρχει
τέτοια λέξη. Και όλα αυτά τα κάνει με εντυπωσιακό τρόπο
παρουσιάζοντάς τα είτε ως σκέψεις είτε ως συνομιλίες των
ηρώων του.
Αν
κάποιος, που δεν γνωρίζει τίποτε για την Κύπρο,
διάβαζε το βιβλίο, θα το θεωρούσε ως ένα μυθιστόρημα με
καταπληκτική πλοκή. Η γλαφυρότητα της περιγραφής
και η αγωνία που δημιουργεί ο μύθος συναρπάζει τον
αναγνώστη, τον σαγηνεύει και τον υποχρεώνει να το
διαβάσει απνευστί για να ιδεί το τέλος.
Αυτή
ακριβώς την ψυχολογική κατάσταση του αναγνώστη
εκμεταλλεύεται ο συγγραφέας για να περάσει τα μηνύματά του
και πιστεύω ότι το πετυχαίνει. Είναι τόσο συναρπαστικές
οι περιγραφές των γεγονότων, ώστε ο αναγνώστης ταυτίζεται
με τους ήρωες και συμπάσχει μαζί τους.
Τελειώνοντας δε το βιβλίο έχει την αίσθηση ότι ήταν και
αυτός εκεί, ότι πολέμησε μαζί τους και έπαθε όσα και αυτοί.
Η
μυθιστορία έχει ως πρωταγωνιστή έναν Υπολοχαγό της
Εθνικής Φρουράς, τον Ορέστη Μάχο, ο οποίος διηγείται τις
εμπειρίες του από τον πόλεμο της Κύπρου το 1974.
Τον
ακούμε να εξιστορεί τις αγωνίες του, αλλά και όλων
των Αξιωματικών και ανδρών της Μονάδος του την παραμονή της
εισβολής, να επαινεί τον Διοικητή του αλλά και
όσους άλλους ανέλαβαν πρωτοβουλία και παρά τη διαταγή του
Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς, διέσπειραν τις
Μονάδες τους και τις έσωσαν από τον Τουρκικό
βομβαρδισμό και να αναρωτιέται για το πόσο καλύτερα
θα ήταν τα πράγματα αν είχε γίνει το ίδιο και στην Κυρήνεια
και δεν είχαν καταστραφεί το εκεί ΤΠ και οι δύο ΜΠΠ.
Τον
παρακολουθούμε να παραλαμβάνει τα ΠΑΟ 106 χιλ. από την
αποθήκη της Αποστολής Συμπληρώσεως στο στρατόπεδο της
ΕΛΔΥΚ το οποίο είχε καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς
και εξακολουθούσε να προσβάλλεται από πυρά όλμων.
Τον
βλέπουμε να κινείται από 13.00 ώρας της 20ής Ιουλίου
1974, επικεφαλής 8 ΠΑΟ 106 χιλ. προς την Κυρήνεια και να
φτάνει εκεί περί την 17.00 ώραν εν μέσω μιας χαώδους και
ανεξελέγκτου καταστάσεως και χωρίς καμιά επαφή.
Τον
παρακολουθούμε να κινείται προς το Π/Γ χωρίς επαρκή
πληροφόρηση για την διαμορφωθείσα ειδική τακτική κατάσταση
στον χώρο αποβάσεως των τουρκικών μονάδων με αποτέλεσμα
να εμπλακεί σε εξ επαφής αγώνα μη προβλεπόμενο για το
είδος αυτό του τμήματος που ηγείτο.
Συμμετέχουμε μαζί του στη δραματική μάχη που ακολουθεί,
ακούμε τις διαταγές του, βλέπουμε τις κινήσεις του, την
καταστροφή 4 ΠΑΟ, 2 Τουρκικών αρμάτων και στο τέλος
ανακουφιζόμαστε όταν καταφέρνει να απαγκιστρώσει το τμήμα
του παρόλο που έχει χάσει το 50% του προσωπικού.
Συμμετέχουμε επίσης στη μάχη, εκ συναντήσεως, στις 10.00
της 22/7/1974 μεταξύ μιας διλοχίας ΚΔ και τριών ΠΑΟ 106 χιλ
του Μάχου με Τουρκικό συγκρότημα αρμάτων και ΠΖ
το οποίο είχε ξεκινήσει την ενέργεια για την κατάληψη της
Κυρήνειας. Ζούμε την ολοσχερή καταστροφή των
Ελληνικών τμημάτων και τρέχουμε μαζί με τους
διασωθέντες μέχρι την παρυφή της πόλεως και τους
βλέπουμε να οχυρώνονται σε μια οικοδομή, μαζί με τον
συμμαθητή του Υπολοχαγό Ροκά, η οποία σε λίγο
μεταβάλλεται σε κόλαση του Δάντη. Μένουμε με κομμένη την
ανάσα παρακολουθώντας την ηρωϊκή τους έξοδο και την
τελική σωτηρία μόνον έξη από τους 15 που είχαν εναπομείνει
ζωντανοί την ώρα της εξόδου.
Τον
ακούμε να αναρωτιέται συχνά για τα συμβαίνοντα και να
προσπαθεί να εξηγήσει τις ενέργειες των μεγαλυτέρων
κλιμακίων.
Ζούμε
μαζί του τα γεγονότα της δεύτερης φάσεως της εισβολής,
αλλά και το δράμα των Κυπρίων και των Εθνοφρουρών
μετά τη λήξη του πολέμου.
Τον
ακούμε να αφηγείται πολλά ηρωϊκά κατορθώματα μικρών σε
βαθμό ηγητόρων τα οποία του διηγήθηκαν άλλοι.
Ο
συγγραφέας μέσα από αυτό το βιβλίο ζητά δια στόματος του
πρωταγωνιστή Υπολοχαγού Ορέστη Μάχου :
Ø
Να
αναγνωριστεί η προσφορά των αγωνιστών της Κύπρου ζωντανών
και νεκρών
και να αποδοθούν σε αυτούς οι τιμές και τα
πολεμικά παράσημα που δικαιούνται, γιατί η
απονομή ενός αναμνηστικού μεταλλίου δεν αποτελεί τιμή αλλά
μάλλον προσβολή. (Τους αξίζουν τα πολεμικά παράσημα
που δικαιούνται με βάση τις προτάσεις των προϊσταμένων τους,
υπό τις διαταγές των οποίων πολέμησαν).
Μόνον έτσι θα
ικανοποιηθούν οι ΑΔΙΚΑΙΩΤΟΙ του 1974.
Ø
Να
σταματήσει να ακούγεται η λέξη προδοσία για τους πολεμιστές
της Κύπρου
γιατί όλοι πολέμησαν ηρωϊκά και έπραξαν το καθήκον τους
ανεξάρτητα αν έγιναν από κάποιους, αλλά και από τον
ίδιο, λάθος εκτιμήσεις και λάθος ενέργειες. Δεν φταίνε
αυτοί, αλλά εκείνοι που τους παραπλάνησαν με τις
λανθασμένες πληροφορίες και εκείνοι που τους άφησαν
αβοήθητους, γιατί δεν πίστεψαν στη νίκη.
Ø
Να
σταματήσουν οι ψίθυροι σε βάρος των Ε/Κ Εθνοφρουρών
ότι δήθεν υπήρξαν δειλοί και δεν πολέμησαν. Σε όσα
τμήματα υπήρξε αξιόπιστη διοίκηση παρέμειναν στις θέσεις
τους και θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους.
Ø
Να
γίνει αντιληπτό ότι η καταστροφή της Κύπρου ήταν ο
εφησυχασμός
και η πεποίθηση που καλλιεργήθηκε από τις ηγεσίες
ότι δεν θα επιτρέψουν οι σύμμαχοι καμιά ενέργεια σε βάρος
της και γι΄ αυτό πρέπει να απαγκιστρωθεί η εξωτερική
μας πολιτική από τις ξένες εξαρτήσεις και να παύσει η
Ελλάδα να είναι «ΕΞΑΡΤΗΣΤΑΝ» (να και μια ακόμη
καινούργια λέξη).
Ø
Να
θυμηθούν την καταγωγή τους
(οι Έλληνες) και να βρουν την ταυτότητά τους.
Πρέπει να αναζητήσουν νέους Κολοκοτρώνηδες, Μποτσαρέους,
Καραϊσκάκηδες, Μιαούληδες και να τους κάνουν
μπροστάρηδες.
Ø
Να
ενισχυθούν οι Ε.Δ. και να αποκατασταθεί το κύρος των
Αξιωματικών .
Ø
Να
αντιμετωπισθεί το πρόβλημα των λαθρομεταναστών με βάση το
εθνικό συμφέρον και οικονομικά κριτήρια.
Πιστεύω ότι αυτό το
βιβλίο εκτός του ότι μπορεί να χρησιμεύσει σαν ιστορικό
ντοκουμέντο θα μπορούσε να είναι ένα χρήσιμο βοήθημα
για όλα τα στελέχη και κυρίως τα χαμηλόβαθμα, γιατί
περιέχει πολλά χρήσιμα διδάγματα.
Τελειώνοντας θέλω να προσθέσω ότι, κατά τη γνώμη μου, όσα
εκτίθενται στο βιβλίο είναι τα πραγματικά γεγονότα όπως
τα έζησε ή τουλάχιστον όπως τα αντελήφθη η πηγή του
συγγραφέως, ο Μάχος, με την ψυχολογία του μαχητή και
το φόβο του θνητού. Δεν γίνεται καμιά προσπάθεια
ηρωποιήσεως κάποιου ή απεκδύσεως ευθυνών και
μετακυλήσεώς τους σε άλλους. Επίσης δεν διαπιστούται
πρόθεση για να στιγματιστεί κάποιος. Ακόμη και γι΄
αυτούς που ασκείται κριτική, αναζητούνται και
ελαφρυντικά όπως π.χ. για κάποιον που αναφέρει :
«Δεν είναι δυνατόν να μην
ενημέρωνε ή να μη ζητούσε ενισχύσεις, αλλά για κάποιο λόγο
δεν τις έπαιρνε».
Τέλος,
απαντώ στον Μάχο, που αναρωτιέται στον επίλογο αν
έπραξε σωστά ή λανθασμένα ότι κατά τη γνώμη μου
έπραξε το σωστό. Στις συνθήκες που βρέθηκε δεν
μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο.
Τοποθέτηση για το Βιβλίο, του Αντιναυάρχου Π.Ν. ε.α. Γ.
Δεμέστιχα. Επιτίμου Αρχηγού Στόλου
Είναι ιδιαίτερη τιμή
να παρουσιάσω και εγώ, το βιβλίο του Ταξιάρχου ε.α.
Κωνσταντίνου Αργυρόπουλου με τον τίτλο «1974 – Οι
Αδικαίωτοι».
Όλοι
μας και πολλοί άλλοι, βιώσατε/βιώσαμε τον Κυπριακό αγώνα
στις διάφορες φάσεις του και πολλοί παραμένετε
«αδικαίωτοι» επειδή η Ελληνική Πολιτεία έτσι έκρινε.
Ορισμένοι μόνο Δήμοι
(όπως ο Δήμος
Παπάγου)
και κάποιες Κοινότητες, ετίμησαν τα παλικάρια
(Αξιωματικούς – Υπαξιωματικούς – Οπλίτες) που
θυσίασαν την ζωή τους είτε στα γεγονότα του 1964,
είτε του 1974, είτε το 1996 στα Ίμια. Η
πολιτεία αδιαφόρησε σαν να μην ήταν παιδιά της αυτά που
θυσιάστηκαν ή τραυματίστηκαν στην Κύπρο και
δειλά, σαν να ντρέπεται, έδωσε σε ορισμένους κάποια
αναμνηστικά μετάλλια και καθυστερημένα έλαβε κάποια
ανεπαρκή οικονομικά μέτρα για τις οικογένειες των
φονευθέντων.
Το βιβλίο
«1974 – Οι Αδικαίωτοι» είναι μία κατάθεση ψυχής,
ενός τότε νεαρού Υπολοχαγού, του Ορέστη Μάχου και
σημερινού Ταξιάρχου Κωνσταντίνου Αργυρόπουλου, με τον
οποίο έχω την τιμή να συνεργάζομαι στην ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ εδώ
και αρκετά χρόνια και έτσι να είμαι σε θέση να εκτιμήσω
τα πολυποίκιλα προσόντα του, μέσα στα οποία
ξεχωρίζουν η παρρησία του, η μόρφωσή του, η σεμνότητα, η
εργατικότητα, η ευστροφία και άλλα προσόντα τα οποία τον
κάνουν έναν ανεκτίμητο συνεργάτη μέσα στην Εταιρεία μας
που με τα λίγα μέσα που διαθέτει προσπαθεί να
προβάλει ιδέες οι οποίες αξιοποιούμενες μπορεί να είναι
χρήσιμες για να αντιμετωπισθούν κάποια προβλήματα της
χώρας. Σε αυτή την προσπάθεια ο Ορέστης Μάχος
παραμένει ο επίμονος μαχητής του ’74 και αξιοποιεί
και μάχεται για κάθε ιδέα και θέση που εκτιμάται ως εθνικά
ορθή.
Το
βιβλίο «1974 – Οι Αδικαίωτοι» καταγράφει με γλώσσα
ευχάριστη και περιγραφική, λεπτομερώς τα γεγονότα της
Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, όπως τα έζησε
προσωπικά ο Υπολοχαγός Ορέστης Μάχος, όσα
αντιμετώπισαν αυτός, οι άνδρες του καθώς οι συνάδελφοί του
που όλοι τους συνειδητά (ως αναφέρει) και παρά
πάσα προκατάληψη των μεταγενεστέρων τους κριτών έδωσαν τους
εαυτούς τους, - όσο ολοκληρωμένους και έτοιμους τους
ένοιωθαν -, για την πατρίδα.
Στην
σύντομη παρουσίαση του βιβλίου θα αποφύγω να αναφερθώ σε
πρόσωπα. Η ιστορία διασταυρώνοντας, όσα κατά
καιρούς έχουν δημοσιευθεί, με επίσημα έγγραφα και
μαρτυρίες θα τοποθετήσει στην θέση που του αξίζει καθέναν
που μετείχε, στα γεγονότα της περιόδου εκείνης.
Τριάντα χρόνια μετά την εισβολή των Τούρκων το 1974, ο
φάκελος της Κύπρου μένει κλειστός. Στο σκοτάδι
παραμένουν γεγονότα και πράξεις που οδήγησαν σε αυτή την
εθνική καταστροφή, στο σκοτάδι παραμένουν και πράξεις
γενναίες που αναμφισβήτητα έλαβαν χώρα κατά τα
τραγικά γεγονότα του Ιουλίου και Αυγούστου του ’74,
ενώ κάποιοι με κατάλληλες δημόσιες σχέσεις έχουν
αυτοκληθεί ήρωες για πράξεις που δεν έχουν καταγραφεί.
Όλα όσα
συνέβησαν την τραγική εκείνη περίοδο θα δουν το φως της
ημέρας κάποτε. Αυτό το κάποτε, όμως, γιατί να μην
ήταν χθες ώστε να διδαχθούμε από τα παθήματα και να
μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη σε ανάλογες περιπτώσεις
; Λάθη το ’74 στην Κύπρο, λάθη στην κρίση των Ιμίων
το ’96. Κάποιοι παράγοντες είναι κοινοί και στις δύο
περιπτώσεις, ενώ η πολιτεία γύρισε την πλάτη στους
ήρωες νεκρούς.
Το
βιβλίο «1974 – Οι Αδικαίωτοι» είναι ένα βιβλίο
Ιστορικό/Κριτικό – Ανθρώπινο και έχει γραφεί με
Σεμνότητα˙ Ταπεινότητα θα έλεγα.
Το βιβλίο είναι
Ιστορικό γιατί περιγράφει με ακρίβεια τα όσα είδε και
έζησε ο Υπολοχαγός Ορέστης Μάχος με τους άνδρες του,
κατά τον Αττίλα 1, όταν με τα στοιχεία ΠΑΟ μετεκινήθησαν
από την Λευκωσία μέχρι την Κυρήνεια όπου ευρέθησαν δίπλα
στην ακτή αποβάσεως και συνεπλάκησαν, μέχρι και εξ
επαφής, με τους Τούρκους εισβολείς καθώς και κατά τον
Αττίλα 2 στην περιοχή Λευκωσίας και νοτιότερα.
Περιγράφονται με ακρίβεια οι κινήσεις της μονάδος του,
η προσπάθεια να εκτελέσει τα διαταχθέντα, οι
αποτυχίες στην απόκτηση επαφής με μονάδες στις οποίες
έπρεπε να ενταχθεί και μέσα σε όλα αυτά και
τις αντίξοες συνθήκες που εκινείτο κάτω από πυρά της
Τουρκικής Αεροπορίας και των Τούρκων εισβολέων,
τις υψηλές θερμοκρασίες λόγω θέρους, την σύνθεση του
τμήματός του όπου οι πλείστοι των ανδρών του ήσαν
επίστρατοι. Μέσα από όλα αυτά, αναδεικνύεται η εμμονή
στον σκοπό, δηλαδή πως θα κτυπηθεί ο αντίπαλος,
με ποιο καλύτερο τρόπο ο Μάχος και οι άνδρες του θα
συνδράμουν τον αγώνα για την νίκη.
Στο
βιβλίο εξιστορούνται με ακρίβεια (τόπου και χρόνου) τα
όσα έγιναν αντιληπτά από τη δράση των φιλίων τμημάτων
στα οποία είτε ετέθη εις διάθεση ή συνεργάσθηκε η μονάδα
του Μάχου καθώς και η δράση των εχθρικών μονάδων
αρμάτων και στρατιωτών με τις οποίες ήλθε σε επαφή.
Σε κάθε
περίπτωση στα 40 κεφάλαια του βιβλίου κατατίθενται και οι
σκέψεις του συγγραφέα που έκανε τότε αλλά και σκέψεις
και κυρίως κρίσεις και συγκρίσεις που έκανε αργότερα. Ο
συγγραφέας είναι διεισδυτικός και προσπαθεί να εκφράσει
τις καταστάσεις όχι μόνο όπως τις έζησε ο ίδιος ως
επικεφαλής της μονάδος αλλά και πως τις βίωσαν οι
υφιστάμενοί του. Ακόμη προσπαθεί ανάμεσα σε κάποια
γεγονότα να καταλάβει την ψυχολογία του Τούρκου εχθρού,
αφού σε ορισμένες περιπτώσεις βρέθηκε δίπλα-δίπλα.
Δίνει
παραδείγματα προβλεπτικότητος ανωτέρων του, που
αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία χωρίς διαταγές, έσωσαν υλικό
και προσωπικό με έγκαιρη μετακίνηση της μονάδος τους αλλά
και επιπολαιότητος όταν αδιασταύρωτες πληροφορίες
ελαμβάνοντο ως πραγματικές με αποτελέσματα που κόστισαν σε
απώλειες κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Αναφέρει τον
Στρατηγικό αιφνιδιασμό που υποστήκανε, παρά τις διάχυτες
πληροφορίες περί επικειμένης Τουρκικής εισβολής, αλλά
και την διστακτικότητα των Τουρκικών στρατευμάτων να
μετακινηθούν από την ακτή αποβάσεως κατά τις αρχικές φάσεις
και μετά την αρχική τους εγκατάσταση στο περιορισμένο
προγεφύρωμα που δημιούργησαν.
Δίδει
παραδείγματα κακού συντονισμού ημετέρων δυνάμεων αλλά
και επισημαίνει και λάθη του αντιπάλου που ορισμένα
τα εξεμεταλλεύθησαν οι Ελληνικές δυνάμεις.
Το
βιβλίο είναι Ανθρώπινο. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει
η μέριμνα αυτού του νεαρού Υπολοχαγού για τους άνδρες
του. Κατανοεί τους φόβους που έχει ο κάθε στρατιώτης,
προβληματίζεται όπως ο κάθε ηγήτωρ, μικρός ή μεγάλος,
δίνει το παράδειγμα στους άνδρες του για να εγκατασταθεί
κάθε φορά η μονάδα του εκεί που ο ίδιος κρίνει ότι είναι
η καταλληλότερη τοποθεσία για την προσβολή του εχθρού.
Δικαιολογεί σε αρκετές περιπτώσεις τις αδικαιολόγητες
διαταγές που έλαβε και που απεδείχθησαν εσφαλμένες.
Εμψυχώνει τους άνδρες του, περιμένει την βοήθεια που θα
έλθει στην Κύπρο από την Ελλάδα, αγωνιά και απογοητεύεται
χωρίς όμως να αλλάξει τον σκοπό του.
Τραυματίζεται ο ίδιος, μένει αναίσθητος, σηκώνεται
μόνος και αγωνιά για τους άνδρες και τα πολύτιμα
του ΠΑΟ. Σκύβει πάνω από νεκρούς άνδρες και
αισθάνεται τύψεις, αναρωτόμενος τι δεν έκανε καλά,
προωθεί τους τραυματίες άνδρες του για περίθαλψη και
ενταφιάζει στα χώματα της Κύπρου τον νεκρό του στρατιώτη.
Και πάντα ανησυχεί. Τι δεν έκανε καλά; Όλα καλά, άριστα, τα
έπραξες Υπολοχαγέ Ορέστη Μάχο. Ανέπτυξες πρωτοβουλία
όταν δεν ήταν δυνατό να αποκτήσεις επικοινωνία με
προϊστάμενα κλιμάκια, προχώρησες και ήλθες σε άμεση
επαφή με τον εχθρό εκεί που ανέμενες να βρεις φίλια
τμήματα, προσέβαλες τον εχθρό με ότι μέσα είχες.
Ο
συγγραφέας αναλογίζεται αν, με την σημερινή απαξίωση
αξιών, την καλοπέραση, είναι δυνατόν να έχουμε μαχητή άξιο
στο πεδίο της μάχης. Υπάρχει ο λεβέντης Έλληνας και
σήμερα και θα είναι έτοιμος για θυσίες, όπως οι
παλαιότεροι, αρκεί να υπάρξει προετοιμασία, να
απαλλαγούμε από τον εφησυχασμό ότι δεν θα γίνει
πόλεμος, να αποφασίσουμε ότι υπέρ πάντων είναι η
προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και βέβαια
να υπάρξει μέριμνα και πράξεις που θα ανεβάζουν το ηθικό
τόσο του λαού όσο και του στρατού.
Το
βιβλίο είναι Σεμνό. Ο συγγραφέας επαινεί όλους τους
άλλους εκτός από τον εαυτό του. Η μονάδα του είχε
αυτόν επικεφαλής. Η προσβολή του εχθρού, προσωπικού
και αρμάτων, έγινε από τα στοιχεία ΠΑΟ της μονάδος
που διοικούσε ο ίδιος. Ο συγγραφέας επιχαίρει για
πράξεις συναδέλφων του άλλων μονάδων και συγχρόνως
έχει την ανησυχία μήπως έχει παραλείψει κάποια ενέργεια.
Ο συγγραφέας είναι αυστηρός κριτής για τον εαυτό του,
ενώ ξεπερνά γρήγορα, χωρίς σχολιασμό, γενναίες αποφάσεις που
πήρε και πράξεις που έκανε, και τα βάζει με τον εαυτό του
όταν χτυπημένος μένει στο έδαφος και προσπαθεί να
βρει την ανάσα του για να δει τι γίνεται η μονάδα του.
Τα
παιδιά της Ελλάδος ήσαν έτοιμα να πολεμήσουν, να
θυσιασθούν και να νικήσουν. Η νίκη όμως
προϋποθέτει προετοιμασία με ευθύνη της ηγεσίας και
αποφασιστικότητα αυτής. Τα στοιχεία αυτά έλειψαν το
’74, αλλά θα μου επιτρέψετε να πω, και σε επόμενες
περιπτώσεις των Τουρκικών διεκδικήσεων. Όταν η ηγεσία
πιστεύει ότι υπάρχουν μόνον κρίσεις και τελικά δεν
θα γίνει πόλεμος (αφού θα υπάρξει ο από μηχανής Θεός
που δεν θα το επιτρέψει), τότε λαός και στρατός
αιφνιδιάζονται από τον αντίπαλο που πλέον αποκτά την
πρωτοβουλία και όταν μάλιστα ο αντίπαλος είναι
ισχυρός, τελικά επιβάλλει την θέλησή του.
Μετά τις
επιχειρήσεις του ’74, συνεχίσθηκε ο κανών που διέπει τα
στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος. Αυτοί που
πολέμησαν, γρήγορα απεμακρύνθησαν από την ενεργό
υπηρεσία χωρίς ηθικές αμοιβές, χωρίς την ευρεία
αναγνώριση για τις πράξεις τους. Είναι «οι
αδικαίωτοι». Αυτοί που δεν κινδύνευσαν, κατά
κανόνα, προχώρησαν στις ηγετικές θέσεις.
Πρέπει
να γνωρίσουμε και να τιμήσουμε αυτούς που τράβηξαν
μπρος αλλά και να γνωρίσουμε τους λίγους που έμειναν
πίσω. Η ορθή παράθεση των γεγονότων θα βοηθήσει στην
εξαγωγή χρησίμων συμπερασμάτων και παράλληλα θα
κατανεμηθούν ευθύνες αλλά και δικαίωση.
Γνωρίζοντας όλη την αλήθεια ίσως καταλάβουν και οι
σημερινοί υπεύθυνοι ότι αντί να προωθείται η διχοτόμηση της
Κύπρου με τη διαιώνιση της καταστάσεως του ’74, θα
πρέπει να προωθηθούν και άλλες μέθοδοι που θα οδηγήσουν
σε λύση το Κυπριακό.
Δεν
χρειάζονται εξαγγελίες δογμάτων. Εφ΄ όσον δεν μπορεί να
υπάρξει πολιτική λύση αποδεκτή, χρειάζεται συνετή
σιωπηλή προετοιμασία, ώστε να είμεθα σε θέση να
προωθήσουμε μία δίκαιη λύση όταν θα έλθουν οι κατάλληλες
συνθήκες. Η ιστορία διδάσκει ότι σε κάποιο χρόνο οι
κατάλληλες συνθήκες δημιουργούνται. Αρκεί να πιστεύουμε
ότι η Κύπρος είναι κοντά, είναι δίπλα μας.
Εκεί
τα χώματα της Βόρειας υποδουλωμένης Κύπρου έχουν
ποτιστεί με Ελληνικό αίμα, εκεί στην Κύπρο ο
Έλληνας στρατιώτης, ναυτικός, αεροπόρος, έδειξε την
ολοκληρωτική αγάπη, πίστη και αφοσίωση που έχει για
την Πατρίδα.
Στον
τύμβο της Μακεδονίτισσας και στο παλιό νεκροταφείο
της Λευκωσίας έχουν ταφεί οι νεκροί ήρωες του ’74
και του ’64. Προσκύνημα ιερό για όλους μας με τον
Πενταδάκτυλο να στενάζει κάτω από την τεράστια σημαία των
κατακτητών σχεδιασμένη στα ιερά χώματα για να δηλώνει
την παρουσία τους.
«Οι
Αδικαίωτοι» είναι παρόντες και οι νεκροί πολλές φορές
μιλούν περισσότερο από τους ζωντανούς αρκεί να θέλουμε
να τους ακούσουμε και να τους δικαιώσουμε με πράξεις
που θα δείχνουν ότι είμαστε άξιοι απόγονοι ηρωϊκών
προγόνων και ότι θέλουμε να διατηρήσουμε μία ισχυρή
Ελλάδα που προστατεύει τον Ελληνισμό.
Τοποθέτηση για το Βιβλίο,
από τον
Παντελή Γιαννακόπουλο
Συμμαθητή του συγγραφέα
στον Στρατό .
Ο κόσμος μας δεν
είναι αμετάλλαχτος. Ωστόσο έχει κάποιες σταθερές∙
διατηρεί και συντηρεί κάποιες αξίες. Το θλιβερό στην
τωρινή ιστορία των ανθρώπων είναι ότι τις σταθερές αυτές
σήμερα ανακαλύπτουν αναλογικά πολύ λιγότεροι άνθρωποι
απ’ ότι παλιότερα. Θα κρατήσω αυτήν την επισήμανση ως το
τέλος του παρόντος σκεπτικού-σημειώματος μήπως και
συναρτηθεί με το τελικό συμπέρασμα. Ως τότε θα
επιχειρήσω να σχολιάσω το βιβλίο κατάθεση ψυχής και ύμνος
στον έλληνα αξιωματικό του φιλάδελφου Κώστα Αργυρόπουλου:
«1974, οι αδικαίωτοι». Ο τίτλος είναι συγκλονιστικός,
τσακίζει κόκαλα και δοκιμάζει τις μη καθαρές, τις
μολυσμένες συνειδήσεις που φρόντισαν να μείνει αδικαίωτος ο
πολεμιστής, ωσάν στην ομαδική ήττα να είναι αδύνατη η
έκλαμψη του ατομικού ηρωισμού.
Και ευθύς με τη
βοήθεια των συνειρμών που εκπηγάζουν από τις σελίδες του
βιβλίου, μη ως εκείνος ζωγράφος και ποιητής επιχειρώ να
αναπλάσω με οδύνη, βάσανο και μόχθο περισσό την εικόνα των
αδικαίωτων συναδέλφων. Και ιδού το αποτέλεσμα:
«Ένα παγερό χειμωνιάτικο
απόγευμα στην αδιάκριτη δικαιοδοσία ενός άρρωστου ήλιου. Μια
άδεντρη κοιλάδα που καταλήγει στα ριζά ενός τεράστιου
βράχου, στην κορυφή του οποίου ακινητεί μεσίστια η Ελληνική
Σημαία. Χιλιάδες σκιές σέρνονται αποκαμωμένες προς συνάντησή
της βαδίζοντας αργά με τον ίδιο ρυθμό. Ένα μονότονο βουητό
στον κουρνιαχτό της απογευματινής καμπής σαν μουσική
προπαίδεια ενός πολυσύνθετου μαρς. Γερτοί οι άλλοτε στιβαροί
ώμοι και μυρσίνες αμάραντες να κοσμούν τα σκονισμένα πέτα
των γενναίων με τα χαλκά από τις μάχες πρόσωπα, στα οποία
δεν θάλλει πλέον ο ανθός του γέλιου και όπου, μοναχά η
έγνοια, η καρτερικότητα, το βουβό παράπονο και η φθοροποιός
ευθύνη εγκαταβιούν».
Και μόνο για αυτή τη
θαυμαστή ζώσα εικόνα που αξιώνομαι να βιώσω μέσα από τις
σελίδες του βιβλίου του Κώστα Αργυρόπουλου τον ευχαριστώ,
τον ευγνωμονώ και σεμνύνομαι γι’ αυτόν.
Το βιβλίο γράφηκε
και ομιλεί για τους αξιωματικούς και οπλίτες που έδωσαν
τη ζωή τους πολεμώντας τον Τούρκο εισβολέα από τις 20
Ιουλίου έως τις 16 Αυγούστου του 1974˙ για τους
αξιωματικούς και οπλίτες που επέζησαν για να
διηγούνται τα κατορθώματα αυτών που έπεσαν υπέρ πίστεως και
πατρίδος, για την τόλμη και την αρετή τους,
ιδιότητες που αντιστοιχίζονται επακριβώς μόνο στην φύση
του Έλληνα, για το υψηλό φρόνημα και την αδάμαστη
θέλησή τους να προστατέψουν τα ιερά και τα όσια, τις
εστίες και τις οικογένειές τους, για τον πόθο τους να
διαφεντέψουν το χώρο τον προαιωνίως ελληνικό.
Το βιβλίο γράφηκε
και γι’ αυτούς που δεν πολέμησαν, για να μάθουν και
να γνωρίσουν τους ηρωισμούς και τα κατορθώματα των
νεοελλήνων που καταγράφηκαν σε απόρρητες
δακτυλογραφημένες σελίδες και καταχωνιάστηκαν στα ερμητικώς
κλεισμένα συρτάρια των συμπεφωνημένων σκοπιμοτήτων.
Γράφηκε όμως και για τους εξ επαγγέλματος πολιτικούς,
αυτούς που καθορίζουν το μέλλον μας, που χαράσσουν
τους δρόμους που θα πορευθούμε και σχεδιάζουν -εν πολλοίς-
ένα πλαίσιο ζωής για τον καθένα μας, μήπως και
αφουγκραστούν τις ανάσες των νεκρών με την ήσυχη
συνείδηση και την κοχλάζουσα δυσφορία των αδικαίωτων.
Ίσως το αιωρούμενο ερώτημα «Γιατί μας λησμονήσατε;»
να συμβάλλει στη μεταλλαγή, την αναθεώρηση των εσφαλμένων
εκτιμήσεων (των κυβερνήσεων από το’74 μέχρι σήμερα)
για τους γενναίους και να αναγκάσει την πολιτεία να τους
τιμήσει, ως θα έδει να έχει πράξει προ πολλού, να
αναδείξει τα έργα, τις πράξεις και τη δράση τους και τέλος
να τους προβάλλει ως παράδειγμα προς μίμηση, γιατί
έδωσαν σ’ εκείνο το βρώμικο πόλεμο ό,τι καλύτερο διέθετε
η ύπαρξή τους.
Το βιβλίο δεν
είναι ένα εξωραϊσμένο “εθνικό αφήγημα”, είναι ένα
ξέφρενο, ορμητικό, ενίοτε παρορμητικό και κάποιες στιγμές
άγριο αφήγημα, εξαιρετικά-ωστόσο- ευαίσθητο και ιδιαίτερα
ανθρώπινο. Θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Oι
νικητές»
ή «Οι γενναίοι», ή «Οι λησμονημένοι», ή ίσως
«Η σιωπή των λεόντων». Θα μπορούσε όμως να
επιγράφεται και «Η σφαγή των σκύμνων» ή «Ο θάνατος
καραδοκούσε μόνο γι’ αυτούς». Σε κάθε περίπτωση, θα
απέδιδε την κεντρική έννοια του έργου γιατί ακριβώς τούτο
είναι από γραφής πολυσχιδές, πολύπλευρο, πολυπρισματικό. Από
όποια οπτική κι αν ειδωθεί, η αξία του έργου ως διαρκής
πνευματική παρακαταθήκη διατηρείται στο ακέραιο. Όμως
υπάρχει κι ένας ακόμη λόγος που το βιβλίο θα διατηρεί εσαεί
τη μεστότητα, εγκυρότητα, επικαιρότητά του: Μέσα από τις
σελίδες του απελευθερώνονται οι χαρακτήρες των ηρώων του και
κυκλοφορούν με άνεση ανάμεσά μας. Απαντούν στις
ερωτήσεις μας, προβαίνουν σε διευκρινήσεις, διασυνδέουν
περιστατικά, καλύπτουν τις απορίες μας, εξιχνιάζουν
καταστάσεις. Τελικώς οι χαρακτήρες αυτοί αποκτούν την
καίρια ανθρώπινη σπουδαιότητά τους κάτω από τη μελαγχολική
διαπίστωση μιας υφέρπουσας ματαιότητας.
Η γλώσσα του
συγγραφέα ελαφρώς δυσπρόσιτη αλλά ιδιαίτερα συναρπαστική.
Λέξεις και φράσεις καταγγελτικές, σίγουρα έγκυρες με
πολυσήμαντη ενίοτε ερμηνεία και στέρεο αντίκρισμα. Λέξεις
και φράσεις επικίνδυνες σαν μακεδονικές σάρισες.
Σημειώνονται και νεολογισμοί που όμως εκπλήττουν,
προκαλούν το θαυμασμό για τη νοηματική τους πληρότητα και
καταγράφονται στις δέλτους των επιλεγμένων λημμάτων του
γνωστικού μας δένδρου, ως συναγωγή της γλώσσας της
ελληνικής.
Το βιβλίο του Κώστα
του Αργυρόπουλου δεν το κρίνουμε και δεν το δεχόμαστε
απλώς, το αποδεχόμαστε βαθιά συγκινημένοι ως χαιρετισμό
συναδελφικό προς του συμπολεμιστές του που επέζησαν και ως
προσπάθεια αποδόσεως τιμών- ιερό πρόσφορο- προς
εκείνους που με τη θυσία τους αξιώθηκαν του ευγενέστερου των
τίτλων, του «Αθάνατου». Στις 479 σελίδες του
βιβλίου περιηγήθηκα επί πέντε συνεχείς μέρες, κρατώντας
φυσικά και κάποιες σημειώσεις. Είδα πολλούς φίλους απ’ τα
παλιά και ξαναντίκρυσα δεκάδες χώρους που είχα λησμονήσει.
Από κάποιες μυστικές διόδους βυθίστηκα στον ωκεανό της
ελληνικής ιστορίας, απ’ όπου αποκόμισα σημαντικές εμπειρίες,
αφού κατάφερα να μιλήσω με Έλληνες σοφούς, ονομαστούς
ηγέτες, ήρωες, πνευματικούς πατέρες… Όταν επανέκαμψα,
επανήλθα -τέλος πάντων- στην πραγματικότητα, ήμουν σαφώς
πληρέστερος.
Το είπα και στην
αρχή. Είμαι περήφανος για το συμμαθητή μου και
θυμάμαι πάντα με περισσή νοσταλγία τις ατέλειωτες ώρες που
μιλήσαμε για φιλοσοφία, ιστορία, μαθηματικά, λογοτεχνία,
ποίηση, ζωγραφική. Ο Αργυρόπουλος είναι ένα
ολοκληρωμένο υπαρξιακό τσιπ, ένα πλήρες πατριδοκεντρικό
(ή ίσως εθνοκεντρικό) κύτταρο ή αν προτιμάτε, με μη
μινιμαλιστικούς χαρακτηρισμούς, μια δεξαμενή ιδεών, τι
λέω (;), ένας ωκεανός, ένας Έλληνας γίγαντας ας
πούμε, όπως ο Αλμωπός. Εδώ μειδιάς Αργυρόπουλε, έτσι; Ο
άνθρωπος αυτός είναι επιπλέον μια δημιουργική
πολυνίκης-πολυελληνική υπεραντίληψη, που ενίοτε
αυτοαναιρείται, μόνο και μόνο για να φαντάζει θνητός και
αυτός ανάμεσά μας.
Ε, ναι! Ο
Αργυρόπουλος υποδεικνύει το πρόσωπο της καθαρής εθνικής
συνείδησης, αποσαφηνίζει το ρόλο των διαφόρων παραγόντων στη
διαμόρφωση του ελληνικού γίγνεσθαι και αναδεικνύει τα
συνδετικά στοιχεία, που απαρτίζουν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία
του νεότερου ελληνισμού, ως σχηματισμένου έθνους. Δε
διστάζει. Προβαίνει σε άμεση κριτική της “πολιτικής
ξηρασίας” και της βούλησης της ανικανότητας. Το
βιβλίο του αποτελεί ένα χρονικό, που θα ενισχύει στο
διηνεκές την αντίληψη ότι η ιστορία πρέπει να γράφεται από
τους συμμετέχοντες σ’ αυτήν, οι οποίοι όμως δεν
εξαργύρωσαν στον καιρό της ειρήνης την υπεραξία της
συμμετοχής.
Έννοιες όπως
δημοκρατία, στρατός, εσωτερική και εξωτερική πολιτική,
πόλεμος, ειρήνη, ιστορία… παίρνουν μια διαφορετική
διάσταση, καθώς ανατέμνονται επιδέξια και σε βάθος από το
αναλυτικό νυστέρι του φίλου συγγραφέα. Εγκάρσιες τομές,
τομές κατά μήκος και πλάτος ή κατά τον άξονα, δε συγκινούν
τον Αργυρόπουλο. Εκείνος ψάχνει για το καινούριο στοιχείο,
την αδήλωτη εικόνα, την αρχέγονη γενεσιουργό αιτία. Γι’ αυτό
και οι προσρήσεις, αλλά και ο τρόπος που εκφράζει τις
παρατηρήσεις και αντιρρήσεις του, εγκλείουν τη
γοητευτική δυναμική του ακάματου ερευνητή που στοχεύει να
φέρει στην επιφάνεια τους πρωταρχικούς λόγους μια
προαναγγελθείσης αδικίας, η οποία εξακολουθεί να
δυναστεύει χιλιάδες Έλληνες, που αγάπησαν και εξακολουθούν
ν’ αγαπούν όσο κανείς άλλος την πατρίδα τους.
Η παρέμβασή μου και
η ακολουθητέα και σεβαστή από μένα αρχή της μη κατάχρησης
της φιλοξενίας, με εμποδίζουν να ολοκληρώσω, με τον τρόπο
που θα επιθυμούσα, το σκεπτικό μου. Όμως θα επανέλθω
δριμύτερος λίαν συντόμως. Στη Θεσσαλονίκη. Στη
δεύτερη παρουσίαση του βιβλίου στο κοινό της συμπρωτεύουσας.
Σας προσκαλώ να είστε και εσείς εκεί. Θα έχουμε
εκπλήξεις!
Εμείς όχι μόνο
αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα όσον έχουν καταγράψει
τις
απόψεις τους , οι οποίοι λόγω της στρατιωτικής καριέρας τους
την εποχή των γεγονότων , τοποθετούνται για το Βιβλίο
αλλά και τις επαυξάνουμε.