ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΟΙ και Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ οι ΕΘΝΙΚΕΣ ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ, ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.www.Apodimos.com
Με μεγάλο προβληματισμό παρατηρήσαμε ορισμένες κινήσεις και τοποθετήσεις ορισμένων διαπολιτισμικών ελλήνων, οι οποίοι θέλουν να μην γίνονται οι Εθνικές μας Παρελάσεις προφασιζόμενοι οικονομικούς λόγους. Το λιγότερο που μπορούμε να τους πούμε είναι «Ντροπή», διότι δεν σέβονται την Ελληνική Ιστορία και το Αίμα που έχουν χύσει οι προπάτορές μας, για να απελευθερώσουν και να διατηρήσουν την Ελλάδα Ελληνική και θα το αναγνωρίσετε όταν μελετήσετε τα πιο πάνω στοιχεία και ιστορικά γεγονότα . Τα παιδιά, οι νέοι , οι μεγαλύτεροι και οι γέροι, όταν βλέπουν τους νέους μαθητές και μαθητές ή τις ένοπλες δυνάμεις μας να παρελαύνουν, τα μάτια υγραίνονται και μια περίεργη ανατριχίλα τους διατρέχει βλέποντας τους, διότι τους θυμίζουν ή τους προσφέρουν να θυμούνται τις δικές τους μέρες και την Ιστορία μας, κάτι αυτοί οι ορισμένοι διαπολιτισμικοί Έλλήνες δεν σέβονται. Κάτι που σέβονται, εκτιμούν και παρουσιάζουν με τον οποιονδήποτε τρόπο και με οποιανδήποτε πληρότητα ατόμων, όλοι οι Απόδημοι σ’ όλο τον κόσμο και οι Έλληνες τις Διασποράς, είτε συμμετέχοντες στις οι Εθνικές μας Παρελάσεις στα μέρη που ζουν, είτε παρακολουθώντας τις.
Στις Εθνικές μας Παρελάσεις, σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα, δίνεται η δυνατότητα να γίνονται παρελάσεις, ομιλίες και τοποθετήσεις για τα ιστορικά γεγονότα , από τους εκπροσώπους του Ελληνικού Κράτους, από την Εκκλησία, επίσημους ομιλητές των κρατών, από Ειδικούς ομιλητές και Ιστορικούς, για τα γεγονότα που θυμίζουν οι παρελάσεις αυτές.
Για αυτούς τους λόγους θα σας παρουσιάσουμε τα γεγονότα στη μεγαλειώδη στρατιωτική παρέλαση, ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια και του υπουργού Εθνικής Άμυνας, στη Θεσσαλονίκη και τις λαμπρές εκδηλώσεις για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου και τα Ιστορικά Γεγονότα της.
Η Μεγαλειώδης Στρατιωτική Παρέλασης για την Επέτειο του «ΟΧΙ».
Με τη μεγαλειώδη αυτή στρατιωτική παρέλαση, που πραγματοποιήθηκε ενώπιον του προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια και του υπουργού Εθνικής Άμυνας Σπήλιου Σπηλιωτόπουλου, κορυφώθηκαν στη Θεσσαλονίκη, οι λαμπρές εκδηλώσεις για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 .

Σε μια Θεσσαλονίκη που την λάμπρυνε ο ήλιος που ζέστανε όχι το σώμα αλλά και τις ψυχές των χιλιάδων πολιτών που είχαν τοποθετηθεί κατά μήκος της παραλιακής Λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου και που παρακολούθησαν και χειροκροτούσαν την παρέλαση πολιτικών τμημάτων, μηχανοκίνητων και πεζοπόρων τμημάτων των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος. Αυτά τα πλήθη του κόσμου χειροκροτούσαν τους παρελαύνοντας μεταξύ τον οποίων πέρασαν τα γερμανικά άρματα Λέοπαρντ Α4, που απέκτησαν οι Ενοπλες Δυνάμεις τον περασμένο Αύγουστο,

συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων Πάτριοτ και ότι πιο σύγχρονο διαθέτουν οι Ενοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας. Την ίδια ώρα πάνω από τον χώρο της παρέλασης πετούσαν μαχητικά αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας (F-16, Μιράζ) και ελικόπτερα (Απάτσι, Σινούκ).
Την μεγαλειώδη αυτή παρέλαση παρακολούθησαν ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ανθιμος, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, μέλη της κυβέρνησης, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Χάρης Καστανίδης, βουλευτές της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΣΥΝ, ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ Γιώργος Καρατζαφέρης, ο νομάρχης Παναγιώτης Ψωμιάδης, ο δήμαρχος Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, δημοτικοί, νομαρχιακοί σύμβουλοι και εκπρόσωποι φορέων.
Ενώ μετά το τέλος της παρέλασης ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε χειραψία με τους ανάπηρους πολέμου και αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και δήλωσε στους δημοσιογράφους, δίνοντας ένα διπλό μήνυμα και για την Τουρκία και για την ΦΥΡΟΜ : «Είναι μια μεγάλη μέρα σήμερα. Μέρα ιστορικής μνήμης και εθνικής υπερηφάνειας. Είναι όμως και μέρα απόδοσης τιμής και σεβασμού στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας που έχουν σαν υπέρτατο καθήκον την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και την ασφάλεια της πατρίδας μας. Τις μέρες που έρχονται θα δώσουμε και άλλες μάχες. Και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό. Στο εξωτερικό για μια δίκαιη και οριστική λύση του Κυπριακού προβλήματος. Για μια λύση που δεν θα ανέχεται στρατεύματα κατοχής σε ένα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα δώσουμε τη μάχη για την εξεύρεση αμοιβαίας αποδεκτής ονομασίας για την ΠΓΔΜ. Δεν θα δεχτούμε τετελεσμένα, ούτε εκβιασμούς.
Και δίνουμε καθημερινά τη μάχη για τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η γείτων Τουρκία πρέπει να αντιληφθεί ότι είναι για το δικό της καλό να συνεργαστεί χωρίς υστεροβουλίες με την Ελλάδα. Έχουμε πολλές δυνατότητες και πολλά οφέλη από μια τέτοια συνεργασία Ελλάδας-Τουρκίας. Αλλά αυτό πρέπει να το σκεφτεί η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας.
Έχουμε να δώσουμε μάχες και στο εσωτερικό μέτωπο για μια κοινωνία της αλληλεγγύης, με λιγότερους άνεργους, με περισσότερη κοινωνική αλληλεγγύη για τα φτωχότερα κοινωνικά μας στρώματα.
Είμαι, όμως, βέβαιος, όταν γυρίζω πίσω στις σελίδες και στις μνήμες που προκαλεί η σημερινή μέρα, ότι ο ομοφροσύνη, το υψηλό φρόνημα του ελληνικού λαού, η θέληση του για πρόοδο και ειρήνη, θα δώσουν αυτά τα αποτελέσματα που ο ελληνικός λαός επιθυμεί. Είμαι βέβαιος γι αυτό».
Από την πλευρά του ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Σπήλιος Σπηλιωτόπουλος επισήμανε: «Τιμούμε τους ήρωες εκείνους που προσέφεραν ακόμα και τη ζωή τους για να ζούμε σήμερα εμείς σε καθεστώς ελευθερίας και δημοκρατίας. Οι ισχυρές και σύγχρονες Ενοπλες Δυνάμεις μας αποτελούν αδιαπέραστη ασπίδα και εγγύηση της άμυνας και της ασφάλειας των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι από το υστέρημα τους συνεισφέρουν στον πολυδάπανο εκσυγχρονισμό τους. Τους ευχαριστούμε γι αυτό και τους διαβεβαιώνουμε, για άλλη μια φορά, ότι η κυβέρνηση διαχειρίζεται το δημόσιο χρήμα, με ιδιαίτερη ευαισθησία, προσοχή και σεβασμό. Τέλος θα ήθελα να συγχαρώ όλες και όλους που συμμετείχαν στη μεγαλειώδη αυτή παρέλαση. Μας έκαναν για άλλη μια φορά υπερήφανους γι αυτό τους εμπιστευόμαστε και τους θαυμάζουμε».
Εδώ μπορούμε να σας πούμε ότι το Apodimos.com χειροκροτεί την αποχώρηση του προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια, από την επίσκεψη του στην Αλβανία , όπου θα είχε συνάντηση με τον Πρόεδρο της χώρας αυτής. Για αυτή ακύρωση της συναντήσεως με τον Αλβανό ομόλογο του, αναφερόμαστε σε ξεχωριστό άρθρο μας.
Τα Ιστορικά Γεγονότα της 28 Οκτωβρίου 1940
Η Ελληνική και Παγκόσμιος Ιστορία έχει καταγράψει τα Ιστορικά Γεγονότα της Ελλάδος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με χρυσά γράμματα διότι ήταν ένας αγώνας στον οποίο συμμετείχε ο Ελληνικός Λαός και αυτός είχε και Πολιτική Ηγεσία, Στρατιωτική Ηγεσία , Στρατηγούς, Αξιωματικούς , Υπαξιωματικούς και Οπλίτες , οι οποίοι συνέβαλλαν ο καθείς , οι πρώτοι για τον σχεδιασμό των αγώνων που έπρεπε να κάνουν έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την επίθεση εναντίον της Ελλάδος και οι δεύτεροι να παλέψουν σαν λέοντες με νύχια και με δόντια έτσι ώστε να νικήσουν ένα καλογυμνασμένο πολυπληθή στρατό και να καθυστερήσουν τα γεγονότα .
Η Παγκόσμια Ιστορία διότι συμβολή στη συμμαχική υπόθεση της ελληνικής αντίστασης κατά της γερμανοιταλικής εισβολής αναγνωρίζεται από όλους.
Ø Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, πρωθυπουργός τότε της Αγγλίας ορίζει στα Απομνημονεύματά του τη σημασία της μια και οι ελληνικές επιτυχίες στην Αλβανία, συνιστούν την πρώτη νίκη των Συμμάχων τη στιγμή που φαινόταν ο Άξονας πανίσχυρος, ενθαρρύνουν τους άλλους διστακτικούς λαούς, καταστρέφουν το γόητρο του Μουσολίνι και επηρεάζουν ακόμη περισσότερο τη στάση του αμερικανικού λαού. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ γράφει «Είναι αναμφίβολο ότι το έγκλημα που διέπραξαν ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ χτυπώντας την Ελλάδα και οι προσπάθειές μας για να αποτύχει η τυραννία τους άγγιξαν βαθιά τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών και προπάντων τον μεγάλο άνδρα που είχε επικεφαλής, τον Ρούζβελτ» .
Επίσης η αντίσταση στην Κρήτη προκάλεσε την καταστροφή επίλεκτων γερμανικών δυνάμεων, που θα μπορούσαν να παίξουν κεφαλαιώδη ρόλο στα μεταγενέστερα γεγονότα της Μέσης Ανατολής. «Στην Κρήτη ο Γκαίριγκ δεν κέρδισε παρά μια Πύρρειο νίκη, γιατί οι δυνάμεις που κατανάλωσε εκεί θα μπορούσαν εύκολα να του δώσουν την Κύπρο, το Ιράκ, τη Συρία και ίσως την Περσία».
Τέλος χάρη στη σερβική και την ελληνική αντίσταση ο Χίτλερ αναγκάστηκε να αναβάλει για ζωτικό χρονικό διάστημα την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, με αποτέλεσμα να ανατραπούν τα σχέδιά του και να αντιστραφεί η πορεία του πολέμου.
Ø Ενώ οι Ιταλοί δια της γραφίδας του Δημοσιογράφου MANLIO CANCOGNI. Πολλά έχουν γραφεί και γράφονται κάθε χρόνο για την επίθεση των Ιταλών στην Ελλάδα και το Αλβανικό Έπος. Το κείμενο του Δημοσιογράφου Manlio Cancogni που δημοσιεύουμε σ’ αυτό το τεύχος όμως, αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή έχει γραφεί από Ιταλό δημοσιογράφο και έχει δημοσιευθεί στον ιταλικό Τύπο. Το συμπέρασμα είναι σαφές: Οι Ιταλοί δεν ήθελαν αυτό τον πόλεμο και αρνήθηκαν πεισματικά να μισήσουν τους Έλληνες.
Τη νύχτα της 27ης προς την 28η Οκτωβρίου του 1940, στα Τίρανα, πρωτεύουσα του βασιλείου της Αλβανίας, οι Ιταλοί δεν κοιμήθηκαν. Στο σπίτι του τοποτηρητή Φραντσέσκο Τζακομόνι δινόταν γιορτή: Οι καλεσμένοι, κυρίως αξιωματικοί της αεροπορίας που άλλοι είχαν φθάσει πριν μερικές μέρες και άλλοι το ίδιο βράδυ μαζί με τον Γκαλεάτσο Τσιάνο, περίμεναν την ώρα μηδέν. Το τελεσίγραφο προς την Ελλάδα έληγε στις 6 το πρωί. Στις ώρες της αναμονής μιλούσαν για τη νίκη, αστειεύονταν. «Σε λίγες μέρες στην Αθήνα». «Ραντεβού στην Ακρόπολη». «Ραντεβού στο ‘’Κινγκ Τζωρτζ’’». Ήταν ακόμη σκοτάδι, όταν ξεκίνησαν με αυτοκίνητα για το αεροδρόμιο. Οι κυρίες θέλησαν να τους συνοδέψουν φέρνοντας μαζί τους λουλούδια και γλυκά. Ήταν αναστατωμένες. Παρακαλούσαν τους πιλότους να τις πάρουν μαζί τους. Συγκινητικοί αποχαιρετισμοί. Ο καιρός ήταν κακός, ο ουρανός συννεφιασμένος, παντού λακκούβες με νερά. Λίγο πριν λήξει το τελεσίγραφο, τα αεροπλάνα έφυγαν για την πρώτη τους πτήση με νοτιοανατολική κατεύθυνση. Για μερικές μέρες, ως τις αρχές Νοεμβρίου, τα ιταλικά αεροπλάνα απογειώνονταν από τα Τίρανα ή την Απουλία, για να βομβαρδίσουν την Ελλάδα.
Ο υπουργός των Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, που με μεγάλη ανυπομονησία περίμενε την έναρξη των εχθροπραξιών (ήταν ο πόλεμός του, όπως έλεγε, γι’ αυτόν είχε δουλέψει ολόκληρο το καλοκαίρι) βρισκόταν συνεχώς εν πτήσει. Την 1η Νοεμβρίου έφθασε στη Θεσσαλονίκη, στις 2α πέταξε πάνω από την Πάτρα. Αλλά αεροπλάνα έφθασαν ως την Κρήτη, μακριά από το θέατρο των επιχειρήσεων. Στον ουρανό της Ηπείρου, πάνω από την Πίνδο, τα ιταλικά αεροπλάνα έκαναν αραιές εμφανίσεις.
Γύρω στις 5:30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, τα ιταλικά στρατεύματα άρχισαν να περνούν τα σύνορα, νωρίτερα απ’ ότι είχε προβλεφθεί, και προχώρησαν με βιάση στο εχθρικό έδαφος. Το σχέδιο του στρατηγού Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, ανώτατου διοικητή της Αλβανίας, ήταν φαινομενικά απλό και λογικό. Στα μισά του μετώπου, από το Λεσκοβίκι ως τα γιουγκοσλαβικά σύνορα, οι Ιταλοί θα κρατούσαν αμυντική στάση. Εκεί βρίσκονταν αναπτυγμένες οι μεραρχίες Πάρμα, στην πρώτη γραμμή, και Βενέτσια, Πιεμόντε και Αρέτσο στα μετόπισθεν. Η επίθεση θα γινόταν από την άλλη μεριά, από το Λεσκοβίκι ως τη θάλασσα με πέντε μεραρχίες: Τη Τζούλια, τη Φερράρα, την Τσεντάουρο, τη Σιένα και το Ραγκρουπαμέντο Λιτοράλε του στρατηγού Ριβόλτα που απετελείτο από γραναδιέρους, βερσαλιέρους, άνδρες των τεθωρακισμένων και ιππικό.
Η «Τζούλια» έπρεπε να προωθηθεί και να καταλάβει την Πίνδο, για να κόψει την επικοινωνία ανάμεσα στη Μακεδονία και στην Ηπειρο. Θα έφθανε στο Μέτσοβο, σ’ απόσταση 70 χιλιομέτρων από τα σύνορα, για ν’ αναδιπλωθεί μετά στα δεξιά ώστε να καταλάβει την πόλη των Ιωαννίνων. Το Ραγκρουπαμέντο Λιτοράλε, στο άκρο δεξιό του μετώπου, θα έφθανε στην καρδιά της Ηπείρου καταλαμβάνοντας στα δεξιά τα λιμάνια και περικυκλώνοντας στ’ αριστερά τα Γιάννενα με σκοπό να συναντήσει την «Τζούλια». Στις άλλες τρεις μεραρχίες είχε ανατεθεί η μετωπική επίθεση.
Για την επιτυχία του σχεδίου του ο στρατηγός υπολόγιζε σε τέσσερις παράγοντες: απόβαση στην Κέρκυρα για ενίσχυση του Ραγκρουπαμέντο Λιτοράλε, άμεση άφιξη ενισχύσεων, επέμβαση της αεροπορίας και πολιτικοστρατιωτική κατάρρευση της Ελλάδας. Το είχαν υποσχεθεί ο Μουσολίνι και ο Τσιάνο, που είχαν μελετήσει την επιχείρηση από την αρχή του καλοκαιριού.
Στις 3 Ιουλίου ο Τσιάνο γράφει στο Ημερολόγιό του: «Μίλησα έντονα στον Έλληνα υπουργό. Ο Ντε Βέκκι (διοικητής τότε της Δωδεκανήσου) τηλεγραφεί ότι τα βρετανικά πλοία, και ίσως και τα αεροπλάνα, βρίσκουν στην Ελλάδα προστασία και ανεφοδιάζονται. Ο Μουσολίνι είναι έξω φρενών. Έχει αποφασίσει να δράσει». Στις 11 Αυγούστου γίνεται πιο συγκεκριμένος: «Ο Μουσολίνι εξακολουθεί να μιλά για την Ελλάδα και θέλει να μάθει λεπτομέρειες για την περιοχή κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Εχει αρχίσει να προετοιμάζει το έδαφος. Μου έστειλε στη Ρώμη τον Τζακομόνι και τον Βισκόντι Πράσκα με τους οποίους σκοπεύει να δράσει. Μιλά για κεραυνοβόλα επίθεση στην Ελλάδα γύρω στα τέλη Σεπτεμβρίου. Αφού έτσι αποφάσισε, σκέπτομαι ότι συμφέρει να βιαστούμε. Είναι επικίνδυνο να δώσουμε στους Έλληνες τη δυνατότητα να προετοιμασθούν».
Τους επόμενους μήνες, κι ενώ τα γεγονότα στη Μεσόγειο και στην Αφρική κάθε άλλο παρά ευχάριστα είναι για τους Ιταλούς που πολεμούν με τους Άγγλους, η προοπτική μιας νέας στρατιωτικής επιχειρήσεως, που αναγγέλλεται εύκολη και ένδοξη, εξακολουθεί να ερεθίζει τη φαντασία των δύο κυριότερων υπευθύνων της ιταλικής πολιτικής, του Ντούτσε και του υπουργού Εξωτερικών. Παραδόξως ο Τσιάνο, που μέχρι τελευταία ήταν αντίθετος προς την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, δείχνει επιθετικές διαθέσεις. Ο Ντούτσε αμφιταλαντεύεται, επειδή ξέρει ότι ο Χίτλερ έχει άλλα σχέδια στο μυαλό του. Αντίθετα ο Τσιάνο θέλει να κερδίσει το χαμένο έδαφος, τώρα που ο Άξονας νικά, για να ξεχαστούν οι ειρηνιστικές και φιλοβρετανικές θέσεις του.
Στις 12 Οκτωβρίου, εφαρμόζοντας το πρόγραμμά του να καταλάβει τα Βαλκάνια και να προετοιμάσει την επίθεση προς ανατολάς, ο Χίτλερ καταλαμβάνει τη Ρουμανία. Γράφει ο Τσιάνο: «Ο ντούτσε είναι αγανακτισμένος». Λεει ότι η κατάληψη της Ρουμανίας έχει επηρεάσει αρνητικά την ιταλική κοινή γνώμη. Είναι: «Ο Χίτλερ με φέρει πάντα προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτή τη φορά θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα πληροφορηθεί ότι κατέλαβα την Ελλάδα από τις εφημερίδες. Ετσι, θα αποκατασταθεί η ισορροπία». Τον ρώτησα αν έχει συμφωνήσει με τον Μπαντόλιο. «Όχι ακόμη», απάντησε. «Αλλά θα απολύσω όποιον θεωρεί δύσκολο να χτυπηθεί με τους Έλληνες». Τώρα πια ο Ντούτσε φαίνεται αποφασισμένος να δράσει. Εγώ πιστεύω ότι η επιχείρηση είναι χρήσιμη και εύκολη». Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο, δεν συμφωνεί, απειλεί να παραιτηθεί, αλλά δεν το κάνει, προτιμά να τον απολύσουν. Οι άλλοι αρχηγοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί, είναι όλοι σύμφωνοι. Ο βασιλιάς, όπως συνήθως, αποφεύγει να εκφέρει γνώμη. Φθάνουμε έτσι στη μοιραία ημερομηνία. «Τα επεισόδια στην Αλβανία πολλαπλασιάζονται. Έχει πια αρχίσει η δράση. Κι όμως, οι τέσσερις διπλωμάτες -ο Γερμανός, ο Ιάπωνας, ο Ισπανός και ο Ούγγρος- στους οποίους έδωσα το κείμενο του τελεσιγράφου προς την Ελλάδα, εξεπλάγησαν», σημειώνει με ικανοποίηση στο Ημερολόγιό του ο Τσιάνο στις 27 Οκτωβρίου.
Πίστεψε ότι οι Έλληνες δεν θα πρόβαλλαν σοβαρή αντίσταση. Ήλπιζε ότι θα λύγιζαν μπροστά στο τελεσίγραφο. Αλλά ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το «Όχι» και η Ελλάδα ετοιμάσθηκε να αντικρούσει την επίθεση. Σύντομα οι Έλληνες θα άλλαζαν τα πράγματα που στην αρχή έδειχναν να ευνοούν τους Ιταλούς. Οι Έλληνες δεν είχαν άρματα μάχης και διέθεταν μόνο εκατό περίπου αεροπλάνα. Αλλά οι στρατιώτες ήταν καλύτερα εξοπλισμένοι. Τα τουφέκια τους ήταν πιο σύγχρονα κατά μισό αιώνα περίπου και πολλά από τα γαλλικής κατασκευής κανόνια τους είχαν μεγαλύτερο βεληνεκές από τα ιταλικά.
Η επίθεση άρχισε όπως είχε προβλεφθεί. Η μεραρχία Πάρμα κράτησε το μέτωπο από το Λεσκοβίκι ως τη Γιουγκοσλαβία για να υπερασπιστεί την Κορυτσά και οι πέντε μεραρχίες του ηπειρωτικού μετώπου προχώρησαν γοργά προς τους στόχους τους, με επικεφαλής την «Τζούλια», που απετελείτο από το Όγδοα και Ένατο Σύνταγμα, που κι αυτά απετελούντο αντιστοίχως από δύο και τρία τάγματα.
Μπροστά τους απλωνόταν μια περιοχή γεμάτη βουνά, χωρίς πολλούς δρόμους και χωριά. Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά τα σύννεφα σκοτείνιαζαν τη μέρα. Η «Τζούλια», με διοικητή τον στρατηγό Μάριο Τζιρόττι, είχε τρόφιμα για πέντε ημέρες. Οι αποσκευές των στρατιωτών είχαν μειωθεί στο ελάχιστο για να διευκολύνεται η πορεία. Το απόγευμα της 28ης ξανάρχισε η βροχή, που συνεχίσθηκε όλη την επόμενη ημέρα. Το απόγευμα της 29ης τα πρώτα τάγματα έφθασαν στο Σαραντάπορο. Το ποτάμι είχε πλημμυρίσει κι απέναντι εξακολουθούσαν τα βουνά. Στις 30 και στις 31 η προέλαση συνεχίσθηκε. Στις 2 Νοεμβρίου κατέλαβαν τη Σαμαρίνα. Οι Έλληνες αντιστέκονταν, υπήρχαν κιόλας οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες. Τα τρόφιμα για ανθρώπους και ζώα άρχιζαν να τελειώνουν. Πέρα απ’ τα βουνά, ο ουρανός ήταν φλογισμένος. Οι Έλληνες είχαν ανοίξει πυρ. Οι Ιταλοί αξιωματικοί κοίταζαν τον ουρανό με την ελπίδα να δουν να φθάνει κανένα αεροπλάνο. Αλλά από την πρώτη ημέρα της επιθέσεως δεν είχαν δει ούτε ένα. Η βροχή εξακολουθούσε και οι Έλληνες συνέχιζαν να πυροβολούν. Η «Τζούλια» βρίσκεται ακινητοποιημένη στο κέντρο της Πίνδου κι οι Έλληνες αρχίζουν σιγά-σιγά να την περικυκλώνουν. Όσο για τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα, ήδη από τις 31 είχε καταλάβει ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν τόσο καλά. Κατάληψη της Κέρκυρας δεν είχε γίνει, ενισχύσεις δεν είχαν φτάσει, η αεροπορία δεν συνεργαζόταν με το πεζικό και οι Έλληνες δεν είχαν παραδοθεί ούτε σκόπευαν να το κάνουν.
Ως τις 5 Νοεμβρίου, η «Τζούλια» είχε ήδη χάσει 700 άνδρες. Εκείνο το βράδυ οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Ο Τζιρόττι έδωσε εντολή να συνεχισθεί η επίθεση. Οι Έλληνες κατέφθαναν. Στις παρυφές των χωριών η μάχη δινόταν σώμα με σώμα. Στις 2 μ.μ. της 6ης Νοεμβρίου, ο Τζιρόττι έλαβε διαταγή να υποχωρήσει ως την Κόνιτσα, 50 χλμ. πίσω. Η περιπέτεια στην Ελλάδα είχε λήξει.
Σ’ όλο το μέτωπο από τα γιουγκοσλαβικά σύνορα ως τη θάλασσα είχε αρχίσει η υποχώρηση. Παντού κυριαρχούσε πανικός. Στην προσπάθεια να σταλούν ενισχύσεις στην πρώτη γραμμή, στέλνονταν προς τα ‘κει στρατεύματα χωρίς όπλα. Πολλοί έφθαναν σε θέσεις που είχαν ανακαταλάβει οι Έλληνες. Σ’ αυτή τη σύγχυση προστέθηκε η κακοκαιρία. Το χιόνι άρχισε να πέφτει από τα μέσα Νοεμβρίου, καταλαμβάνοντας τον ιταλικό στρατό εντελώς απροετοίμαστο. Χιλιάδες περιπτώσεις κρυοπαγημάτων. Η υποχώρηση πήρε τη μορφή πανωλεθρίας. Καθώς οι στρατιώτες έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής είχαν να παλέψουν με τη βροχή, το χιόνι, τα κρυοπαγήματα και πάνω απ’ όλα με τον Μουσολίνι και τον Τσιάνο. Τον πρώτο τον κατηγορούσαν για έναν πόλεμο που κανείς δεν ήθελε. Τον δεύτερο για την εγκληματική προπαγάνδα του.
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα καταλήψεως της Κλεισούρας, τον Μάρτιο, κανείς πια δεν πίστευε στη νίκη. Οι στρατιώτες ήταν κουρασμένοι κι από τη Ρώμη δέχονταν μηνύματα σαν κι αυτό: «Πρέπει να μισείτε τον δειλό εχθρό». Αλλά δεν ήταν εύκολο να τους πείσουν να μισούν τους Έλληνες και να τους θεωρούν δειλούς, αφού τους έβλεπαν να αντιστέκονται χωρίς να υποχωρούν σπιθαμή. Η μεγάλη επίθεση του Μουσολίνι είχε τελειώσει, αλλά πριν την εγκαταλείψει εντελώς, συνέχιζε καθημερινά να προκαλεί τον θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων. Τη νύχτα οι στρατιώτες ανάσαιναν τις μυρωδιές της Άνοιξης που τόσο θα ήθελαν να τους βρει στα σπίτια τους. Τη μέρα απελπίζονταν και σκέπτονταν πως δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ την πατρίδα. Όλα τελείωσαν ξαφνικά. Οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Βουλγαρία. Στις 6 Απριλίου κήρυξαν τον πόλεμο στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία. Πριν από το τέλος του μήνα είχε υπογραφεί η ανακωχή.
Δημοσιογράφος Manlio Cancogni
Τα Γεγονότα του 1940 – 1941 που έγραψαν Ιστορία.
Τον αντιφασιστικό αγώνα του Ελληνικού λαού, όπως εκτυλίχθηκε με το Έπος των Αλβανικών βουνών αλλά και στη συνέχεια της Εθνικής Αντίστασης, έχουμε χρέος να τον θυμόμαστε, να τον τιμούμε και να τον διδάσκουμε στους νεότερους. Διότι, χώρες και λαοί χωρίς μνήμες και οράματα δεν μπορούν να δώσουν τις μάχες που έρχονται νικηφόρα. Και εμείς συγκεντρώνουμε όλες τις προϋποθέσεις για να ανταποκριθούμε στις νέες προκλήσεις της νέας εποχής, που έχει ανατείλει. Τον χειμώνα του 1940, ο ελληνικός λαός έγραψε με το αίμα του μερικές από τις λαμπρότερες σελίδες της ιστορίας του έθνους, πετώντας στη θάλασσα και συντρίβοντας στα αλβανικά βουνά την καλά εξοπλισμένη πολεμική μηχανή των Ιταλών φασιστών, που προσπάθησαν να καταλάβουν τη χώρα μας, υπολογίζοντας στην αριθμητική τους υπεροχή.
Από τις αρχές ακόμη του 1939, είχαν διαφανεί οι βλέψεις του Μπενίτο Μουσολίνι κατά της Ελλάδος,

ενώ με την κατάληψη της Αλβανίας από τα ιταλικά φασιστικά στρατεύματα, τον Απρίλιο του 1939, η δαμόκλεια σπάθη της επίθεσης κρεμόταν πλέον επάνω από τη χώρα μας. Παρόλα αυτά, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά,

δεν είχε λάβει τα αποτελεσματικά εκείνα μέτρα για την αντιμετώπιση της επικείμενης επίθεσης των δυνάμεων του Άξονα.
Έτσι, η φασιστική ιταλική επιδρομή, βρήκε την Ελλάδα ουσιαστικά πολιτικά και διπλωματικά απομονωμένη και χωρίς σοβαρή στρατιωτική και τεχνική προπαρασκευή για τη διεξαγωγή σύγχρονου πολέμου. Ενώ παράλληλα η δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά, με την κατάργηση του Συντάγματος, τη διάλυση των πολιτικών κομμάτων, την κατάλυση των δημοκρατικών ελευθεριών, τους άγριους διωγμούς κάθε ελεύθερης και δημοκρατικής σκέψης, διασπούσε το εθνικό μέτωπο και αποδυνάμωνε την αμυντική ικανότητα της χώρας.
Ο Μεταξάς, αν και ήταν παλαιότερα γερμανόφιλος, εντούτοις, μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας, ύστερα από το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου 1936, είχε θέσει ως πρώτη του φροντίδα την άσκηση εξωτερικής πολιτικής, σύμφωνα με τα συμφέροντα του Έθνους και όχι τις προσωπικές του επιδιώξεις. Εξάλλου, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, που επανήλθε στην Ελλάδα το Νοέμβριο του 1935, ήταν βεβαιωμένα αγγλόφιλος και δεν θα άφηνε τον Μεταξά,

που είχε ενθαρρύνει τις δικτατορικές του βλέψεις, να παρεκκλίνει της ουδετερότητος και να ταυτισθεί με το Γ΄ Ράϊχ. Χαρακτηριστική της απόφασης του Μεταξά να μείνει μακριά από τον Χίτλερ, είναι ο απαξιωτικός τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στο Ημερολόγιό του (Τόμος Δ΄, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ) στον πρεσβευτή του στο Βερολίνο, Αλ. Ρίζο – Ραγκαβή: «Τηλεγράφημα τελευταίον Ραγκαβή. Μας συμβουλεύει προσπέσωμεν εις Χίτλερ και ζητήσωμεν ειρήνην προς Ιταλίαν, δηλαδή ν΄ ατιμασθώμεν. Άλλως, λέγει, θα μας επιτεθεί η Γερμανία. Είναι μωρός και κακοήθης». Μετά την κατάληψη της Αλβανίας, η φασιστική Ιταλία επιδίδονταν σε πολλές προκλήσεις κατά της Ελλάδος, με αποκορύφωμα τον ύπουλο τορπιλισμό του καταδρομικού «Έλλη», στα νερά της Τήνου, στις 15 Αυγούστου 1940. Όμως η τότε κυβέρνηση, αντί να καταγγείλει εκείνη την εχθρική ενέργεια, έσπευσε να ανακοινώσει ότι ο τορπιλισμός της ‘Έλλης» έγινε από…αγνώστου ταυτότητος υποβρύχιο.
1940
ü 28 Οκτωβρίου: Εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα. To Περήφανο «ΟΧΙ»
Στις 26 Οκτωβρίου, ο γαμπρός του Μουσολίνι, υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο, σκηνοθέτησε επεισόδιο στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, ενώ στις 28 Οκτωβρίου 1940, στις 3 το πρωί, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Γκράτσι, επέδοσε τελεσίγραφο στον Ι. Μεταξά. Η δικτατορική κυβέρνηση των Αθηνών, υποχρεώθηκε να απορρίψει το τελεσίγραφο του Μουσολίνι, λόγω της καθολικής αντίθεσης του ελληνικού λαού στην ιταλική επίθεση, αλλά και της έντονης πίεσης της Αγγλίας, που επεδίωκε να προβληθεί αντίσταση στα επιθετικά σχέδια του Άξονα στην Ελλάδα, η οποία ανήκε στρατηγικά και οικονομικά στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας. Με την απάντησή του ο Ι. Μεταξάς, με το «ΟΧΙ» που είπε στο προκλητικό τελεσίγραφο του Μουσολίνι,

βρέθηκε για πρώτη φορά ίσως σε σύμπνοια με το χειμαζόμενο λαό και διερμήνευσε τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων. Η ιταλική επίθεση, εκδηλώθηκε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου με εισβολή ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στους τομείς της Πίνδου και της Ηπείρου, δηλαδή από το Γράμμο ως το Ιόνιο και τοπικών συμπλοκών στην περιοχή της ΒΔ Μακεδονίας. Την πρώτη μέρα του πολέμου, οι ιταλοί επιτέθηκαν με δύο μεραρχίες, την 23η μεραρχία πεζικού (Φερράρα) και την 131η μεραρχία αρμάτων (Κένταυρος), που ήταν ενισχυμένες σε πεζικό με τάγματα Αλβανών και Μελανοχιτώνων και υποστηριζόμενες από βαρύ πυροβολικό και αεροπορικές δυνάμεις. Η απόφαση της Ελλάδος να αντισταθεί, προκάλεσε εκδηλώσεις θαυμασμού σε όλο τον ελεύθερο κόσμο.
ü 29 Οκτωβρίου: Η μάχη στο Καλπάκι
ü 28 Οκτωβρίου – 10 Νοεμβρίου: Η μάχη της Πίνδου
Σε λίγες μόνο μέρες, οι εισβολείς εκδιώχθηκαν από το ελληνικό έδαφος και είναι σημαντικό το γεγονός ότι η απώθησή τους, έγινε κατά βάση από επιστρατευμένες κυρίως δυνάμεις, με ανεπαρκή μεταφορικά μέσα και εφοδιασμό, αλλά με τη συνδρομή των χωρικών της Μακεδονίας και της Ηπείρου,

που έσπευσαν στο εθνικό προσκλητήριο και έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στον ανεφοδιασμό. Για να κάμψουν το ηθικό του ελληνικού λαού, οι ιταλοί άρχισαν τον βομβαρδισμό ελληνικών πόλεων. Στις 1 και 2 Νοεμβρίου, βομβαρδίστηκαν η Θεσσαλονίκη, η Κέρκυρα, η Κόρινθος, η Λάρισα και η Πάτρα, χωρίς σοβαρές ζημίες αλλά με αρκετούς νεκρούς.
ü 4-10 Νοεμβρίου: Αποκόβεται και συντρίβεται η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια»
ü 9 Νοεμβρίου: Αντικαθίσταται από τον Μουσολίνι ο στρατηγός Βιτόριο Πράσκα με τον στρατηγό Σόντου
ü 14 Νοεμβρίου: Αρχίζει η ελληνική αντεπίθεση κατά των Ιταλών
Η ελληνική αντεπίθεση στο μέτωπο, άρχισε στις 14 Νοεμβρίου και γρήγορα οι δυνάμεις μας διέρρηξαν την ιταλική αμυντική γραμμή . Κατά τη δεύτερη φάση του ελληνοϊταλικού πολέμου (14 Νοεμβρίου-28 Δεκεμβρίου 1940), ο ελληνικός στρατός πήρε στα χέρια του την πρωτοβουλία, πέρασε σε ορμητική αντεπίθεση, πέταξε τους επιδρομείς έξω από τα ελληνικά εδάφη και τους καταδίωξε μέσα στο αλβανικό έδαφος, κατατροπώνοντάς τους.
ü 22 Νοεμβρίου: Ο ελληνικός στρατός μπαίνει στην Κορυτσά
Στις 22 Νοεμβρίου οι Έλληνες στρατιώτες εισέρχονταν στην Κορυτσά, που την είχαν εγκαταλείψει οι Ιταλοί, μαζί με άφθονη λεία πολέμου, ιδιαίτερα σε πυρομαχικά και υγειονομικό υλικό, ενώ πάνω από 1.000 ιταλοί στρατιώτες είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι.

Οι φασίστες επιδρομείς πίστευαν ότι η εκστρατεία τους στην Ελλάδα θα αποτελούσε μία θεαματική επίδειξη κεραυνοβόλου πολέμου. Η ηρωική όμως αντίσταση του ελληνικού στρατού, ανέτρεψε πλήρως τα σχέδιά τους και ταυτόχρονα διέψευσε τις ηττοπαθείς προβλέψεις της κυβέρνησης Μεταξά.
ü 30 Νοεμβρίου: Οι Ιταλοί εγκαταλείπουν το Πόγραδετς
ü 3 Δεκεμβρίου: Ο ελληνικός στρατός ελευθερώνει την Πρεμετή
ü 6 Δεκεμβρίου: Ο ελληνικός στρατός ελευθερώνει τους Άγιους Σαράντα
Η προέλαση συνεχίστηκε αργά αλλά αποφασιστικά και στις 6 Δεκεμβρίου, ο ελληνικός στρατός καταλάμβανε το λιμάνι των Αγίων Σαράντα. Οι ελληνικές νίκες, προκάλεσαν κρίση στους κόλπους της ιταλικής κυβέρνησης, ενώ ο Μουσολίνι προσπάθησε να επιρρίψει στη στρατιωτική ηγεσία την ευθύνη της αποτυχίας.
ü 8 Δεκεμβρίου: Ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στο Αργυρόκαστρο
ü 13 Δεκεμβρίου: Ο Χίτλερ υπογράφει εντολή επίθεσης κατά της Ελλάδος
ü 22 Δεκεμβρίου: Ο ελληνικός στρατός ελευθερώνει τη Χιμάρα
ü 13 Δεκεμβρίου: Αγγλοελληνικές συνομιλίες για την αντιμετώπιση πιθανής Γερμανικής επίθεσης κατά της Ελλάδος
1941
ü 10 Ιανουαρίου: Ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στην Κλεισούρα
ü 29 Ιανουαρίου: Πεθαίνει ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς
Στις 29 Ιανουαρίου 1941 και ενώ είχε αρχίσει να διαγράφεται ο κίνδυνος μιας γερμανικής επίθεσης, πέθανε ο Μεταξάς και διάδοχός του, ορίσθηκε από το βασιλιά Γεώργιο ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και πρώην υπουργός Κοινωνικής πρόνοιας, Αλέξανδρος Κορυζής, ο οποίος κληρονόμησε από το Μεταξά μία δύσκολη κατάσταση, που η εξέλιξή της έδειξε ότι δεν ήταν ο ενδεδειγμένος για να την αντιμετωπίσει. Στο μέτωπο, επικρατούσε στασιμότητα, λόγω του βαρύτατου χειμώνα, των σοβαρότατων ελλείψεων σε μηχανοκίνητα και αεροπορία και της άκρας συντηρητικής τακτικής του Γενικού Στρατηγείου, ενώ οι βαλκανικοί σύμμαχοι της Ελλάδος είχαν ήδη αρχίσει να στρέφονται προς τη Γερμανία.
ü 14-24 Φεβρουαρίου : Ελληνική επίθεση για την κατάληψη του Σεντελί. Καταστροφή της 5ης Ελληνικής Μεραρχίας
ü 9-20 Μαρτίου: Εκδηλώνεται η εαρινή επίθεση του Μουσολίνι
ü 6 Απριλίου: Η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδος
Η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδος, άρχισε στις 5,15 το πρωί της Κυριακής 6 Απριλίου 1941, με την ταυτόχρονη επίδοση διακοίνωσης στη χώρα μας, όπου αναφέρονταν ο ισχυρισμός ότι σκοπός της ενέργειας αυτής του Γ΄ Ράϊχ, ήταν η εκδίωξη των Άγγλων από την Ελλάδα. Στην περιοχή των μακεδονικών οχυρών οι έλληνες πολεμιστές πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση στις πολλαπλάσιες και πάνοπλες ναζιστικές δυνάμεις.
ü 9 Απριλίου: Οι γερμανοί καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη
Μία γερμανική μεραρχία, περνώντας από το γιουγκοσλαβικό έδαφος, παρέκαμψε τα οχυρά και στις 7 Απριλίου διείσδυσε στην κοιλάδα του Αξιού, ανοίγοντας το δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη.
ü 10 Απριλίου: Παράδοση των Οχυρών
Το πρωί της 9ης Απριλίου, εισήλθαν τα πρώτα γερμανικά τανκ στη Μακεδονική πρωτεύουσα και το μεσημέρι υπογράφθηκε το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης από τον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), στρατηγό Μπακόπουλο και το διοικητή της 2ης θωρακισμένης μεραρχίας των Γερμανών.
ü 11 Απριλίου: Καταλαμβάνεται η Βέροια
ü 20 Απριλίου: Υπογράφεται το πρώτο πρωτόκολλο συνθηκολόγησης
ü 22 Απριλίου: Οριστικό πρωτόκολλο συνθηκολόγησης της Ελλάδος
Μετά τη συνθηκολόγηση του ΤΣΑΜ, η κατάσταση της Στρατιάς Ηπείρου έγινε δραματική και στις 21 Απριλίου 1941, οι διοικητές Σωμάτων, με επικεφαλής το στρατηγό Γ. Τσολάκογλου, υπέγραψαν στο Βοτονόσι Μετσόβου συνθηκολόγηση με τη γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση.
ü 27 Απριλίου: Αποχώρηση της ηγεσία για την Κρήτη.
Ο βασιλιάς και η κυβέρνηση, έφυγαν πανικόβλητοι στην Κρήτη και στις 27 Απριλίου 1941, οι πρώτες μηχανοκίνητες μεραρχίες των κατακτητών μπήκαν στην Αθήνα.
ü 20 Μαίου: Εκδηλώνεται η γερμανική επίθεση κατά της Κρήτης
Η τελευταία μάχη του πολέμου, δόθηκε στην Κρήτη, για την κατάληψη της οποίας είχαν διατεθεί από τους γερμανούς η 7η Μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η 5η ορεινή μεραρχία και ένα σύνταγμα της 5ης θωρακισμένης μεραρχίας. Η γερμανική επίθεση άρχισε στις 20 Μαίου, όμως ως το απόγευμα της δεύτερη μέρας, κανένα από τα αεροδρόμια της μεγαλονήσου (του Μάλεμε, του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου) δεν είχε καταληφθεί.

Οι Κρητικοί, καταδίωκαν τους ουρανοκατέβατους εισβολείς με κάθε μέσο που διέθεταν.
Οι Έλληνες, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί μαχητές, πολέμησαν γενναία, αλλά υπέκυψαν μπροστά στα τρομακτικά πυρά και την τέλεια οργάνωση που διέθεταν οι γερμανοί.
ü 21 Μαίου: Καταλαμβάνεται από τους γερμανούς το αεροδρόμιο του Μάλεμε
ü 22 Μαίου: Καταστρέφονται από τον βρετανικό στόλο γερμανικές νηοπομπές που μεταφέρουν στρατεύματα στην Κρήτη
ü 25-26 Μαίου: Άγριες μάχες στην περιοχή Γαλατά Χανίων
ü 27 Μαίου: Κατάληψη των Χανίων από τους γερμανούς. Υποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων προς τα Σφακιά
Στις 27 Μαίου καταλήφθηκαν τα Χανιά και δύο μέρες αργότερα το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.
ü 28 Μαίου: Οι βρετανικές δυνάμεις αποχωρούν από το Ηράκλειο και τα Σφακιά
ü 29 Μαίου: Καταλαμβάνεται η πόλη και το αεροδρόμιο του Ηρακλείου
ü 30 Μαίου: Οι γερμανοί καταλαμβάνουν το Ρέθυμνο
ü 31 Μαίου: Οριστική αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων από την Κρήτη
Εκείνες τις μέρες, άρχισε και η αποχώρηση από το νησί των βρετανικών δυνάμεων και μαζί τους.
Η μάχη της Κρήτης ήταν μία πύρρεια νίκη για τους γερμανούς, για αυτό άλλωστε και δεν επαναλήφθηκε παρόμοια επιχείρηση κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα θύματα των γερμανών στη δεκαήμερη «Μάχη της Κρήτης» ξεπερνούσαν τα θύματά τους σε ολόκληρη την επιχείρηση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδος.
Διαβάζοντας όλα αυτά επισκέπτη και αναγνώστη των άρθρων του Portal Apodimos.com ,
Ø Τι αισθάνεσαι για τα τις μνήμες των προπατόρων σου, που έχυσαν το αίμα τους κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ;
Ø Δεν πρέπει να τους τιμούμε σαν ήρωες και να παραδειγματιζόμαστε από τους Αγώνες για να διατηρήσουν την Ελλάδα, ελεύθερη ;
Ø Δεν πρέπει να γίνονται οι εθνικές παρελάσεις για την Πατρίδα μας ;
Σημείωση συντάξεως : Τα Ιστορικά κείμενα προέρχονται από την Ιστοσελίδα του Μακεδονικού Πρακτορείου .