Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΙΣ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ. Tο ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ.
Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης - www.Apodimos.com
Σε συνέχεια των παρουσιάσεων που αφορούν την Ελληνική Ιστορία και σαν προέκταση του προηγούμενου άρθρου μας με Τίτλο ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΛΙΓΟ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. με σκοπό την ενημέρωση στους πολυπληθείς επισκέπτες και αναγνώστες μας θα τους παρουσιάσουμε ένα θέμα που αφορά και το Βυζάντιο και την εξέλιξη του Θεάτρου την εποχή αυτή σαν πολιτισμικό προϊόν. Αυτή η ενημέρωση τιμά και είναι εις την μνήμη του Ιωάννη Μ. Χατζηφώτη ο οποίος πριν λίγες μέρες όδευσε προς τας Αιωνίους Μονάς προέρχεται δε από αυτόν τον έγκριτο και λόγιο άνδρα από μια συγγραφή του στο Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 75, άρθρο «Το θέατρο στο Βυζάντιο», σσ. 44 – 49 μας χάρισε τόσες όσες πληροφορίες και συγγράμματα διαχρονικά και όλες οι παραπομπές του που έχουν χρώμα παραπέμπουν την ανάπτυξη εννοιών των λέξεων όπου επιλέγοντας την λέξη κάποιος μπορεί να ενημερωθεί σε βάθος, μέσα από πρόσβαση του Ιντερνετ , μια και η εργασία του βρίσκετε στο Αpologitis.com/gr .
Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΙΣ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Αυτοκρατορικό θεωρείο στον Ιππόδρομο (Οβελίσκος Θεοδοσίου Α΄, Κωνσταντινούπολης) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 75, Ι.Μ. Χατζηφώτης, άρθρο «Το θέατρο στο Βυζάντιο», σελ. 45
Αποδιοπομπαίο το αρχαίο ελληνικό δράμα Η αντίδραση της Εκκλησίας στην παρουσίαση έργων από το αρχαίο ελληνικό δραματολόγιο, γιατί εξυμνούντο έτσι οι ειδωλολατρικοί θεοί, συνέτεινε ώστε να δημιουργηθεί, σιγά σιγά, ένα νέο είδος θεάτρου: Το θρησκευτικό. Οι ρίζες του βρίσκονται στον 4ο αιώνα. Η κατοπινή εξέλιξη έχει ενδιαφέρουσες πτυχές, όπως θα δει ο αναγνώστης στο άρθρο που ακολουθεί, του συνεργάτη μας κ. Ιωάννη Μ. Χατζηφώτη.
Όποτε γίνεται λόγος για την βυζαντινή λογοτεχνία, ακούμε να ομιλούν για υμνογράφους και ποιητές, για ιστορικούς και χρονογράφους, για ρήτορες και για γραμματικούς, καθώς και για επιστολογράφους. Και γεννάται το ερώτημα: «Δεν είχε θεατρικούς συγγραφείς το Βυζάντιο; Δεν είχαν θέατρο οι Βυζαντινοί;»
Στο ερώτημα αυτό θα προσπαθήσει να δώσει απάντηση το άρθρο αυτό. Όπως είναι γνωστό, οι αρχαίοι Έλληνες όχι μόνο καλλιέργησαν τον θεατρικό λόγο, αλλά και ανέδειξαν συγγραφείς, όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης κ.ά., οι οποίοι κατέχουν κορυφαίοι θέση στο παγκόσμιο θέατρο. Η λαμπρή αυτή παράδοση δεν συνεχίσθηκε στο Βυζάντιο. Βέβαια, στα πρώτα ιδίως χρόνια, δίνονταν παραστάσεις αρχαίων δραμάτων, ενώ τα κείμενα της αρχαίας δραματουργίας δεν έπαυσαν ποτέ να μελετώνται και να διδάσκονται. Όμως οι παραστάσεις με τον καιρό αραίωσαν και τελικά σταμάτησαν, γιατί η Εκκλησία είχε σοβαρούς λόγους να αντιδρά στην παράσταση αρχαίων δραμάτων, τα οποία εξυμνούσαν τους θεούς των Εθνικών. Οι εκκλησιαστικοί άνδρες αποκαλούσαν τις παραστάσεις αυτές «σατανικών πομπών» και «προτροπών αισχρότητος» και τις καταπολεμούσαν. Έτσι την θέση τους πήραν στα λαϊκά θεάματα, τα μιμοδράματα.
Σχετικά, ο Φαίδων Κουκούλες, στο μνημειώδες σύγγραμμα του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», μας πληροφορεί: «Αρχαία δράματα κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους εξακολουθούσαν να παριστάνουν οι ορχήστρες, οι και θαυματοποιοί καλούμενοι, μη ομιλώντας, αλλά μόνον δια των κινήσεων των μελών του σώματος και του χορού. Αυτοί, κατ’ αντίθεσιν προς τους μίμους, λάμβαναν τις υποθέσεις των παραστάσεων των εκ της μυθολογίας ή εκ των ομηρικών επών, παριστάνοντας εκ παραλλήλου βασιλείς και ιατρούς και φιλοσόφους και ρήτορας. Εννοείται ότι κατά των ορχηστρών τούτων, των οποίων οι παραστάσεις άρεσαν στον λαό, υπήρχε μεγάλη κατακραυγή εκ μέρους των εκκλησιαστικών ανδρών, οι όποιοι τους θεωρούσαν ως λύμη της κοινωνίας, προτρέποντες τους νέους ν’ απέχουν των άτοπων των θαυματοποιών επιδείξεων. Όταν στα βυζαντινά κέντρα άρχισαν να ατονούν οι παραστάσεις των αρχαίων δραμάτων και κωμωδιών, και τούτο γίνονταν στην Ανατολή από τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, οπότε οι Πέρσες άρχισαν να δηώνουν τις ελληνικές επαρχίες, και έπειτα μετά την κατά το 526 περικοπή υπό του Ιουστινιανού των θεατρικών δαπανών, προς δε και του πολέμου της Εκκλησίας, επικράτησαν επί της σκηνής και έτερπαν οι από της Ρωμαϊκής εποχής γνωστοί μίμοι, παίζοντας και των αρχαίων κωμικών έργα, αλλά και κωμικές σκηνές εκ του καθ’ ημέρα βίου αναπαριστώντες, με κύρια πρόσωπα ιατρούς, ρήτορες, υπηρέτες, καπήλους και, πλην άλλων, συνήθως τον μοιχόν».
Με αφορμή το βιβλίο του Γρηγόριου Παπαμιχαήλ «Εκκλησία και Θέατρον», που είδε το φως στην Αλέξανδρεια, ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο 1918 στο αλεξανδρινό περιοδικό «Γράμματα». Στο άρθρο αυτό ο Καβάφης διατυπώνει πολύ εύστοχες απόψεις για το θέατρο στο Βυζάντιο. Ανάμεσα σε άλλα, γράφει: «Η στάσις των αρχαίων Χριστιανών διδασκάλων δεν με ξαφνίζει, αλλά ένα πράγμα αρκετά περίεργον αξίζει να σημειωθή -το πόσον ήσαν πεπεισμένοι περί της επιρροής (βλαβερής κατ’ αυτούς), την οποίαν το θέατρον εξασκούσεν επί των θαμώνων του· το πόσον ζωηρήν εντύπωσιν απεκόμιζαν οι θεαταί από την παράστασιν. Οι Χριστιανοί διδάσκαλοι πιθανώτατα να είχαν δίκιο είς τόν χαρακτηρισμό των παραστάσεων ως λάγνων αλλά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι ηθοποιοί οι ικανοί να κάμουν τόσο δυνατή εντύπωσιν -ως μας την περιγράφουν οι διδάσκαλοι- θα ήσαν πολύ καλοί τεχνίται». «Δεν πρέπει να νομίσουμε», συνεχίζει ο Αλεξανδρινός ποιητής, «ότι η απαγόρευσις των διδασκάλων της Εκκλησίας εις το να προσέρχονται εις τα θεάματα οι καλοί Χριστιανοί δεν εγέννησε διαμαρτυρίες. Διάφοροι δυσανασχετούσαν. Πού της Αγίας Γραφής -έλεγαν- γέγραπται περί τούτου; Πού απαγορεύεται; Μη τοι ο Ηλίας δεν παρουσιάζεται ως διφρηλάτης του Ισραήλ, και αυτός δ’ ο Δαυίδ δεν εχόρευσεν ενώπιον της Κιβωτού; Δεν αναγινώσκομεν δ’ εν αυτή περί ψαλτηρίων και σαλπίγγων, περί τυμπάνων και αυλών, περί κιθάρας και χορών;».
Τις ρίζες του θρησκευτικού θεάτρου θα τις αναζητήσωμε στον 4ο αιώνα μ.Χ. Τότε ο επίσκοπος Πατάρων Μεθόδιος έγραψε το «Συμπόσιον των δέκα παρθένων». Στο έργο αυτό, που διαδραματίζεται στον κήπο της Αρετής, δέκα παρθένες εγκωμιάζουν την παρθενία και στο τέλος όλες μαζί αναπέμπουν ύμνο προς τον Θεό.
Τον 5ο αιώνα μ.Χ., ο Σελευκείας Βασίλειος γράφει ένα δράμα με θέμα την ζωή του οσιομάρτυρος Θέκλη.
Μετά, ο Δαμασκηνός δραματουργεί την Σωσάννα και ο Στέφανος ο Σαββαΐτης τον θάνατο του Χριστού.
Όμως το θρησκευτικό θέατρο ακμάζει και αναπτύσσεται στον 8ο αιώνα. Κύριο θέμα του είναι η ζωή του Χριστού και έχει την αρχή του στην παλαιοτάτη συνήθεια να αναπαρίσταται η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Το Σάββατο του Λαζάρου ο πατριάρχης Ιεροσολύμων πήγαινε μετά το μεσημέρι στο Όρος των Ελαιών. Εκεί έψελναν ύμνους και διάβαζαν την περικοπή του Ευαγγελίου, όπου γινόταν λόγος για την είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Μετά άρχιζε η μεγαλοπρεπής πομπή από το Όρος στα Ιεροσόλυμα, όπου έπαιρναν μέρος πολλά παιδιά και πλήθος λαού με κλαδιά χουρμαδιάς. Πάνω σε πώλο όνου ακολουθούσε ο πατριάρχης, που παρίστανε τον Χριστό, και δώδεκα ιερείς, που παρίσταναν τους Δώδεκα Αποστόλους και μαθητές. Ενώ η πομπή προχωρούσε, ακουγόταν: «Ωσανά ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἑρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».
Ο βατικανός ελληνικός κώδικας του 13ου αιώνος, που μελετήθηκε από τον μεσαιωνοδίφη Σπυρίδωνα Λάμπρο, μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν οι θρησκευτικές παραστάσεις. Το κείμενο αυτό, που, μετά τον Λάμπρο, εξέδωσε και ο Βόγκτ, είναι γραμμένο στην δημοτική και πιθανώς αντιγράφει κείμενο του 10ου αιώνος. Το κείμενο αποτελείται από εννέα δράματα, τα εξής: «Ἡ ἔγερσις τοῦ Λαζάρου», «Ἡ Βαϊοφόρος», «Ἡ Τράπεζα», «Ὁ Νιπτήρ», «Ἡ προδοσία», «Ἡ ἄρνησις τοῦ Πέτρου», «Ἡ ἐξουθένωσις τοῦ Ἡρώδου», «Ἡ Σταύρωσις» και «Ἡ ψηλάφησις». Στις παραστάσεις αυτές πρέπει να προστεθεί και η «Εἰς Ἅδου κάθοδος». Όπως, μας πληροφορεί το κείμενο του 13ου αιώνος, τα γεγονότα παριστάνονταν όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, με κατάλληλη σύνδεση των σχετικών κομματιών, στα όποια προσέθεταν χωρία από τα απόκρυφα Ευαγγέλια. Οι ηθοποιοί απέδιδαν το διαλογικό μέρος με προσθήκες και ηθοποιΐα. Από τις βυζαντινές θρησκευτικές παραστάσεις, την μεγαλύτερη διάδοση είχε εκείνη του Νιπτήρος, που την ζωγράφιζαν στον νάρθηκα των ναών και γινόταν την Μεγάλη Παρασκευή. Η παράσταση αυτή είχε διατηρηθεί ως τελευταία στην Ζάκυνθο και στην Μάδυτο και παλαιότερα στην Καππαδοκία. Σήμερα γίνεται ακόμη, στο Ιερό νησί της Πάτμου και στα Ιεροσόλυμα. Στην Πάτμο ο ηγούμενος πλένει τα πόδια δώδεκα μοναχών και στα Ιεροσόλυμα ο πατριάρχης τα πόδια δώδεκα αρχιμανδριτών.

Σκηνή μιμοδράματος σε δίπτυχο του 6ου αι. μ.Χ. (Λούβρο). Από τα αλόγα φαίνεται ότι παιζόταν σαν Ιντερμέδιο στις ιπποδρομίες. Κάτω: σκηνή τσίρκου στον Ιππόδρομο. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 75, , Ι.Μ. Χατζηφώτης, άρθρο «Το θέατρο στο Βυζάντιο», σελ. 46)
Από διάφορες πηγές και ιδίως από χρονογράφους, πληροφορούμεθα ότι η τελετή του Νιπτήρος γινόταν και στα ανάκτορα, και μάλιστα στον βασιλικό θάλαμο, όπου ο αυτοκράτωρ έπλενε τα πόδια δώδεκα πτωχών, ενώ απαγγελλόταν από το Ευαγγέλιο η περικοπή «Καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν». Μετά την τελετή, ο αυτοκράτωρ έδινε στους πτωχούς νομίσματα σε ανάμνηση των τριάκοντα αργυρίων, αμοιβή που πήρε για την προδοσία, ο Ιούδας. η λεπτομέρεια αυτή έχει ως σήμερα διατηρηθεί στην τελετή της Πάτμου. Συχνά, τα θρησκευτικά δράματα έπαιρναν την υπόθεσή τους από την Παλαιά Διαθήκη. Ο επίσκοπος της Κρεμώνης Λιουτπράνδος, που πήγε στην Κωνσταντινούπολη ως πρεσβευτής επί Νικηφόρου Φωκά, αναφέρει ότι στις 20 Ιουλίου στον ναό της του Θεού Σοφίας «οἱ κοῦφοι Γραικοὶ πανηγυρίζουν διὰ θεατρικῶν θεαμὰτων τὴν εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἀνάβασιν τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ», μαρτυρία που επιβεβαιώνει το 1389 ο Ρώσος περιηγητής Σμολιάνιν. Λίγα έτη πριν από την πτώση, ο Γάλλος περιηγητής ντε λα Μπροκιέρ αναφέρει ότι παρακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη επί μια ολόκληρη ημέρα την παράσταση των Τριών Παίδων εν καμίνω. Οι τρεις αυτοί παίδες είναι ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ και είχαν ριχθεί επί Ναβουχοδονόσορος στην κάμινο, όπου κάηκαν, γιατί αρνήθηκαιν να λατρεύσουν το άγαλμα του εχθρού τους.
Στα οράματα αυτά δεν έπαιζαν κληρικοί, αλλά λαϊκοί με κάποια θεατρική ικανότητα. Το κείμενο, για το όποιο έγινε λόγος, αναφέρει ότι ο διευθυντής της παραστάσεως ο σκηνοθέτης θα λέγαμε σήμερα, οφείλει «ἐκλογὴν ποιήσασθαι τῶν προσώπων καὶ καταστῆσαι τοιαῦτα πρόσωπα τὰ δυνάμενα ὑποκρίνεισθαι καὶ μιμεῖσθαι τὰ πρωτότυπα πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ ἐπισταμένους γράμματα». Το ίδιο κείμενο συμβουλεύει σε άλλο σημείο: «Οἱ παίζοντες ἂς προσέχωσιν ἵνα μὴ προσκόπτη ἢ περισκόπτη ὁ εἰς τὸν ἕτερον καὶ γένηται σύγχυσις καὶ νὰ μὴ ποιῆ ἕκαστος τι καὶ λέγη τῶν κινούντων τοὺς θεωροῦντας εἰς γέλωτα». Στις θρησκευτικές αυτές παραστάσεις γνωρίζομε ότι οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν και μηχανικά μέσα. Ο Θεσσαλονίκης Συμεών αναφέρει ότι τον 15 αιώνα για την παράσταση των Τριών Παίδων, κτιζόταν κάμινος, μέσα στήν οποία άναβαν, αντί φωτιάς, λαμπάδες και έκαιγαν θυμιάματα. Όταν ψαλλόταν το «Ὁ δὲ ἄγγελος Κυρίου συγκατέβη ἅμα τοῖς παισὶ τοῖς περὶ τὸν Ἀζαρίαν εἰς τὴν κάμινον», κατέβαζαν από την οροφή, με ένα μηχάνημα, ομοίωμα αγγέλου. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν επίσης βροντείο στην παράσταση της Αναστάσεως και άλλα τεχνικά μέσα.
Πολύ αργότερα, κατά τον Μεσαίωνα, δημιουργήθηκαν τα λεγόμενα μυστήρια. Πρέπει, κατά πρώτο λόγο, να πούμε ότι τα μυστήρια αυτά είχαν πολύ μεγάλη έκταση. Το «Μυστήριο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης» έφθανε τους 50.000 στίχους, το «Μυστήριο τῶν Ἁγίων Παθῶν» τους 35.000 και το «Μυστήριο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» τους 60.000 στίχους.
«Ευρισκόμεθα», γράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης Γεώργιος Ζώρας, «εις μίαν εποχήν κατά την οποίαν η λατινική γλώσσα δεν ήτο προσιτή εις τον πολύν λαόν. Ως εκ τούτου δυσχερής καθίστατο η παρακολούθησις της Θείας Λειτουργίας, ήτις ως γνωστόν εγίγνετο και γίνεται ακόμη σήμερον εις την λατινικήν γλώσσαν. Διά να καταστήσουν περισσότεραν ζωηράν την εικόνα των λειτουργικών πράξεων και διά να φέρουν πλησιέστερον εις τας μάζας το νόημα της λειτουργικής μυσταγωγίας, οι κληρικοί της Δύσεως απεφάσισαν να εισαγάγουν εκφραστικάς τινάς σχηματοποιίας και διάλογους τινάς σχετικούς προς το τελούμενον μυστήριον. Τοιουτοτρόττως π.χ. κατά την τελετήν των Χριστουγέννων όπισθεν της Αγίας Τραπέζης ετοποθετείτο φάτνη, πλησίον της οποίας διεκρίνετο η μορφή της Θεοτόκου. Αφ’ υψηιλού πεδίου κάποιος, τον άγγελον παριστάνων, ανήγγειλλε την γέννησαν του Χρίστου, ενώ άλλα παιδιά εκ του θόλου του ναού έψαλλον το «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ», οι δε ποιμένες προέβαινον ψάλλοντες «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη».
Ανάλογες τελετές γίνονταν το Πάσχα και τις άλλες μεγάλες εορτές. Κατά την λειτουργία της Αναστάσεως, αντί να διαβάζουν απλώς το Ευαγγέλιο, στεκόταν κοντά στην Άγια Τράπεζα άγγελος Κυρίου, ο οποίος ανήγγελλε την Ανάσταση του Χριστού στις Μαρίες, που έρχονταν για να προσευχηθούν στον τάφο του Ιησού. Ο διάλογος θα γινόταν κάπως έτσι:
Άγγελος: «Τίνα ζητεῖτε;»
Μυροφόρος: «Ἰἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον».
Άγγελος: «Οὐκ ἔστιν ὧδε, Ἀνέστη, ὡς προεῖπεν, ὑπάγετε καὶ ἀναγγείλατε ὅτι ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν».
Μυροφόρος: «Χριστὸς Ἀνέστη».
Άγγελος: «Ἔλθετε καὶ ἴδετε τὸν τάφον».
Μυροφόρος: «Χριστὸς Ἀνέστη».
Με τον καιρό, οι σύντομες οι μικρές αυτές ερωταποκρίσεις εξελίχθηκαν στο λειτουργικό δράμα, πού γινόταν μέσα στον ναό. Αργότερα, τα λειτουργικά δράματα απέκτησαν μεγαλύτερες διαστάσεις και συγκέντρωναν περισσότερους θεατές. Ο χώρος των ναών δεν επαρκούσε και τα δράματα δεν τα έγραψαν μόνο κληρικοί, αλλά και λαϊκοί εμπνεόμενοι από θρησκευτικά αισθήματα. Έτσι ανεξαρτητοποιηθήκαν από την Λειτουργία και έγιναν αυτοτελείς παραστάσεις. Τελικά, απομακρύνθηκαν από τον εκκλησιαστικό χώρο και διατήρησαν μόνο τον θρησκευτικό τους χαρακτήρα, αποβάλλοντας κάθε λειτουργικό στοιχείο. Οι παραστάσεις διαρκούσαν πολλές ημέρες και απαιτούσαν πολλούς κόπους και έξοδα. Όπως φαίνεται, ενθουσίαζαν ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα και συχνά παρατηρούνταν περιπτώσεις συμφορήσεως. Στα δράματα αυτά έπαιρναν μέρος άτομα από όλα τα κοινωνικά στρώματα, που θεωρούσαν την συμμετοχή τους στις παραστάσεις ιδιαίτερη τιμή.
Αν και η λογοτεχνική αξία των δραμάτων αυτών είναι αμφίβολη, ωστόσο η συμβολή τους στην ανάπτυξη του μεταγενεστέρου θεάτρου είναι τεράστια. «Το μυστήριο», γράφει νεότερος μελετητής, «θέαμα Ιερό και κοσμικό μαζί, έκλεινε όλη την μυστικοπαθή θρησκευτικότητα, τους οραματισμούς, τις δεισιδαιμονίες, τον γεμάτο ευσέβεια υλισμό του, ακόμη και την σατιρική ροπή του μεσαιωνικού ανθρώπου. Τα θέματα του πάντα ήσαν αντλημένα από την Άγια Γραφή και πάντα έμεναν κοντά στο πνεύμα μιας στενής θρησκευτικής αντιλήψεως. Άφηνε, βεβαίως, κάποια ελευθερία στην ατομική εφευρετικότητα, δεν ανήκε όμως στην ατομική ποίηση. Δραματικό είδος προαισθητικό ομαδικό δημιούργημα της μεσαιωνικής κοινωνίας των Χριστιανών, είναι μεγαλόπρεποι, όπως τα έργα τα μεγάλα, τα οποία πλάθονται ι από την ομαδική ψυχή και φαντασία του λαού. Το μυστήριο, θέατρο και ταυτοχρόνως τελετή, ύμνος προς τον Θεό και γλέντι για τον λαό, ανέτειλε και έδυσε μαζί με το πνεύμα του Μεσαιωνισμού. Πλούσιο σε θεατρικό ρυθμό, έπλασε μια μεγάλη εποχή λαϊκού θεάτρου και καλλιέργησε το έδαφος για να ριζώσει το νεότερο θέατρο. Μέσα στον σκοτεινό μα και τόσο γόνιμο σε εσώτατους χυμούς Μεσαίωνα, το θρησκευτικό δράμα σμίλεψε όλα τα στοιχεία που κορυφώθηκαν στο σαιξπηρικό αριστούργημα. Προετοίμασε ένα κοινό ικανό να δεχθεί το μεθελληνικό δραματικό άνθισμα και ανέστησε μέσα στα θρησκευτικά θεάματα, έστω και προσκαίρως, την Ιερόπρεπη ατμόσφαιρα, η οποία κάποτε στην ελληνική ακμή στάθηκε ένα βασικό χαρακτηριστικό του θεάτρου. Ήλθε όμως η Αναγέννησης και διατάραξε την ιερά πνοή. Η χαρωπή διάθεσης της έδωσε βεβαίως νέες ικμάδες στην δραματική τέχνη, μα, καθώς ήταν πολέμια του μεσαιωνικού πνεύματος, εξαφάνισε την μεγαλόπρεπη, θρησκευτικότητα των μεσαιωνικών μυστηρίων».
Από την Δύση τα μυστήρια πέρασαν και στην Ανατολή, όμως προσέκρουσαν στην αντίδραση των Ορθοδόξων. Ο Μπόντ Μποβύ αναφέρει μιά σχετική απόπειρα στην Κύπρο κατά την εποχή του Λουζινιάν και ίσως σε αυτή να οφείλεται και ο θάνατος στην πυρά των Αγίων Ιωάννου και Κόνωνος το 1231.
Επίσης, ο Κωνσταντίνος Σάθας, στο «Ιστορικὸν Δοκίμιον περὶ τοῦ θεάτρου καὶ τῆς μουσικῆς τῶν Βυζαντινῶν» (Βενετία 1878), με βάση τον Θεοφύλακτο Σιμοκάττα, υποστηρίζει ότι οι Βυζαντινό1 είχαν μυστήρια. Καθώς γράφει: «Τοιαύτη παντομιμικὴ λατρεία ἦν πιθανῶς καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου (591) ἱδρυθεῖσα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῶν Βλαχερνῶν πανήγυρις τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, τήν ὁοποίαν ὁ Σιμοκάττας ἀποκαλλεῖ
θεανδρικὰ μυστήρια ἢ θεανδρικὴν πανδαισίαν: ἐν τῇ λιτανείᾳ ταύτῃ παρίστατο δ᾽ «ἐν μέσῶ τῆς ἐκκλησίας τῶν τροπαίων τὰ σύμβολα ἐπὶ τῶν ὤμων» περιφερόμενος».
Την άποψη αυτή την δέχθηκε και ο μέγας Γερμανός βυζαντινολόγος Κάρολος Κρουμπάχερ, την αρνήθηκε όμως ο κριτικός Ηλίας Π. Βουτιερίδης. Στην «Σύντομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (1930) έγραψε: «Μα ο Σιμοκάττας δεν λέει τίποτε απ’ αυτά· μιλάει μόνο για τη δοξολογία και για τη γιορτή που έγινε στη Μαρτυρόπολη της Αρμενίας. Η θεανδρική πανδαισία του Σιμοκάττα είναι κι αυτή η αγία μετάληψη. Όταν ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος ετοιμαζότανε να πάει στην Αγχίαλο για να χτυπήσει τους Άβαρους και έγινε έκλειψη ήλιου, έκαμε παράκληση μαζί με το λαό στην Αγία Σοφία ολοήμερη και μετάλαβε «τῆς θεανδρικῆς μεττελέγχανε πανδαισίας», Σιμοκάττας V, 16, 8). Όσο για την πληροφορία, πως στη λιτανεία «παρίστατο καὶ ὀ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐκκλησίας κλπ.», φτάνει να ειπούμε, ότι η φράση αυτή βρίσκεται μέσα στο λόγο, που έβγαλε ο δεσπότης στη Μαρτυρόπολη· είναι ρητορικό σχήμα ή πιο σωστά, ο ενθουσιασμένος από θρησκευτική πίστη δεσπότης, θέλοντας να κάμει τα λόγια του μια ωραία εικόνα, λέει «καὶ τὸν ἐγκαινιάζοντα βλέπω Χριστὸν ἐν μέσω της ἐκκλησίας κ.λ.π.», (Σιμοκάττας IV, 16, 21)».
Γεγονός πάντως είναι ότι οι Βυζαντινοί είχαν δικό τους θρησκευτικό θέατρο. Από τα περιφημότερα θρησκευτικά δράματα τους είναι το επιγραφόμενο «Στίχοι Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἰς τὸ σωτήριον πάθος τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὸν μαθητὴν Ἰούδαν, πῶς φιλήματι δολίω παρέδωκε τὸν Κύριον», που όμως είναι έργο μεταγενέστερο του 12ου αιώνος και όχι του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Το έργο αυτό τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1542 με τον τίτλο «Χριστὸς Πάσχων» και έτσι έμεινε γνωστό. Το θρησκευτικό αυτό δράμα αποτελείται από 2.640 τρίμετρους στίχους, εκτός από μερικούς ανάπταιστους. Η υπόθεσης του αρχίζει από τον Γολγοθά και τελειώνει με την Ανάσταση του Κυρίου. Κύριο πρόσωπο του έργου είναι η Παναγία. Γύρω της κινούνται πολλά δευτερεύοντα, ο Χριστός, ο Θεολόγος, ο Ιωσήφ ο Αριμαθείας, ο Νικόδημος, η Μαρία η Μαγδαληνή, ο Πιλάτος, αγγελιαφόροι, ένας άγγελος και η κουστωδία. Τον χορό απαρτίζουν δυο ημιχόρια γυναικών από την Γαλιλαία. Το έργο διδάχθηκε από το Εθνικό Θέατρο το 1964, σε μετάφραση του Θρασύβουλου Σταύρου.

Ο Νιπτήρ, που εικονίζεται εδώ, ήταν μια από τις γνωστές θρησκευτικές τελετές στο Βυζάντιο. (Τοιχογραφία στην Μαυριώτισσα της Καστοριάς). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 75, , Ι.Μ. Χατζηφώτης, άρθρο «Το θέατρο στο Βυζάντιο», σελ. 48)
Ο ποιητής των αρχών του 16ου αιώνος Μαρίνος Φαλιέρος έγραφε ένα σύντομο δραματικό στιχούργημα 402 στίχων ,με την επιγραφή «Θρῆνος εἰς τὰ Πάθη καὶ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ». Ένα άλλο έργο ανάλογο, της ίδιας εποχής, στιχούργημα ανώνυμου Κρητικού, κολοβό όμως (σώζονται μόνο 1 12 στίχοι του), έχει τον τίτλο «Λόγοι Παρακλητικοὶ εἰς τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ καὶ θρῆνος τῆς Θεοτόκου». Και οι δυο αυτοί ποιητές δίνουν σε διαλογικούς στίχους τις ευαγγελικές αφηγήσεις για την Σταύρωση τού Χριστού. «Οι στίχοι αυτοί», παρατηρεί ο καθηγητής Μανούσος Μανούσακας, «δεν ξέρουμε αν προορίζονταν για θεατρική παράσταση ή απλώς για διάβασμα».

Βυζαντινή «παντομίμος» σε ελεφαντόδοντο του 4ου αιώνος. (Μουσείο Βερολίνου). Στον 4ο αιώνα βρίσκονται οι ρίζες του βυζαντινού θρησκευτικού θεάτρου. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 75, , Ι.Μ. Χατζηφώτης, άρθρο «Το θέατρο στο Βυζάντιο», σελ. 49)
Ως προς το κοσμικό θέατρο στο Βυζάντιο, ο Κάρολος Κρομμπάχερ, στην μνημειώδη του «Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας», μας πληροφορεί ότι «λείψανα του εξακολούθησαν ζώντα εν τω Ιπποδρόμιω και εν ομοίοις τόποις ουχί έντιμον πάντοτε βίον. Πόσον ολίγον υπό της ευκοσιμίας εδεσμεύοντο οι απόγονοι των Διονυσιαστών κατά τους χριστιανικούς αυτούς χρόνους ενώπιον των φιλήδονων κατοίκων των μεγαλουπόλεων δεικνύουν του Προκοπίου οι αφηγήσεις περί του προηγουμένου βίου της κατόπιν συζύγου του Ιουστινιανού Θεοδώρας. Ο Σάθας,, προς υποστήριξη της θεωρίας του περί της μη εκλιπούσης αρχαίας σκηνής, φέρει εις μαρτυρία τις επιφωνήσεις των φατριών τού ιπποδρόμου και του στρατού προς τον αυτοκράτορα, τις διαπομπεύσεις, ήτοι τους δημοσίους χλευασμούς, την υπό Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου περιγραφόμενη γοτθικήν κατά τα Χριστούγεννα παράσταση και τα όμοια. Μολονότι σε αυτά δεν δύναται τις ν’ αρνηθεί δραματικό τίνα χαρακτήρα, αλλά πας οφθαλμούς έχων βλέπει ότι πάντα ταύτα δεν είναι αποδείξεις της εν τοις βυζαντινοίς έτι χρόνοις υπάρξεως αληθούς θεάτρου. Ίσως κατά τον έκτον αιώνα εδώ και εκεί παριστάνοντο έτι δράματα της νεοτέρας κωμωδίας· αλλ’ εις τις προσπάθειας ταύτας έδωκε τέλος η εισβαλούσα βαρβαρότης, και ότε μετά τίνας αιώνας ανέζησεν αύθις η προς την αρχαίαν λογοτεχνίαν αγάπη, τόσον είχον μεταβληθή αι συνθήκαι του πολιτικού βίου, ώστε δεν ήτο δυνατόν πλέον να σκεφθώσιν περί της πρακτικής αναβιώσεως του αρχαίου θεάτρου. Όπως εν τη λογοτεχνία και εν παντί τω πνευματικώ βίω, τοιουτοτρόπως και εις τα θεατρικά πράγματα», έγραφε ο Κρουμπάχερ, «ανοίγει μέγα ρήγμα, μεταξύ αρχαιότητος και μέσου αιώνος η σκοτεινή από του εβδόμου μέχρι του ογδόου αιώνος περίοδος».
Σήμερα όμως, με βάση νεότερα πορίσματα της επστήμης, η αντίληψη για την περίοδο αυτή έχει μεταβληθεί. Σχετικά παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στην μελέτη του ομοτίμου καθηγητού της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη «Ἡ δῆθεν μεγάλη σιγὴ τῶν Γραμμάτων ἐν Βυζαντίῳ (650 - 850)». Γεγονός πάντως παραμένει η έλλειψης κοσμικού θεάτρου και το λογικότερο είναι να την αποδώσουμε στην επίδραση της Εκκλησίας και στην αντίδρασή της στην συνέχιση του αρχαίου θεάτρου, ενός θεάτρου που υμνούσε τους θεούς των Εθνικών.
Οπωσδήποτε στις αρχές του 17ου αιώνος έχομε στην Κρήτη ένα άρτιο θρησκευτικό δράμα, την «Θυσία τοῦ Άβραάμ», το αριστουργηματικό έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου, που είχε ως πρότυπο τον «Ἰσὰχ» του Λουΐτζι Γκρότο (1586). Ο αλεξανδρινός κώδικας 366 -παραδίδει ανέκδοτο ηθικοδιδακτικό δραμάτιο του φωτισμένου πατριάρχη Μελετίου Πηγά, που καταγόταν από την Κρήτη. Το έργο, γραμμένο λατινικά και αρχαία ελληνικά, αποτελείται από δύο μέρη, χορικά. Στο πρώτο παρουσιάζονται υπό το όνομα του Έρμη οι αρετές και στο δεύτερο υπό το όνομα του Απόλλωνος οι Μούσες.
Στην Κρήτη, οι συγγράψεις ξεφεύγουν με τον καιρό από το θρησκευτικό δράμα και επεξεργάζονται πιο ελεύθερα θέματα. Έτσι αναπτύσσεται το θέατρο, που θα φθάσει στην ακμή του με τον «Ερωτόκριτο» και τα άλλα αριστουργήματα του Κρητικού Θεάτρου. Έτσι, στις αρχές του 16ου αιώνος, ο Ιωάννης Πικατόρος γράφει την «Ρίμα θρηνητικὴ εἰς τὸν πικρὸν καὶ ἀκόρεστον Ἅδην»», σε 563 ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους, της οποίας όμως δεν σώζεται το τέλος. Το ποίημα χρονολογείται μετά το 1519 και περιέχει στοιχεία ανάμικτα από τον αρχαίο κόσμο, την βιβλική διδασκαλία και την λαϊκή παράδοση. Ο ποιητής της «Ρίμας θρηνητικῆς» οραματίζεται στην αρχή ότι τον καταδιώκει ένας δράκος και, για να σωθεί, μπαίνει σε ένα σπήλαιο, από όπου κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί συναντά τον Χάρο, που τον ανεβάζει στο άλογό του και τον ξεναγεί στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Με φρίκη βλέπει τους νεκρούς να κινούνται στερημένοι από κάθε γήινη απόλαυση. Τότε ο Χάρος αρχίζει να μιλά για την δημιουργία του κόσμου και συνεχίζει για το προπατορικό αμάρτημα και την έξωση του ανθρώπου από τον Παράδεισο. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Χάρου από τον Πικατόρο:
Στο τέλος του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνος τοποθετείται η «Παλαιά καί Νέα Διαθήκη», εκτενέστατο ανώνυμο ποίημα άνω των 5.000 στίχων, που επαναλαμβάνει το θέμα του Πικατόρου με μορφή διαλογική ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Χάρο. Η γλώσσα του έργου είναι εξελιγμένη και έχει έντονη δυτική επίδραση, ώστε μερικοί στίχοι να μας θυμίζουν την Κόλαση του Δάντη. Πέρα όμως από τις δυτικές επιδράσεις, τα έργα αυτά συνεχίζουν σαφώς την βυζαντινή παράδοση.
Πηγή: Ι.Μ. Χατζηφώτης, Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 75, άρθρο «Το θέατρο στο Βυζάντιο», σσ. 44 – 49