Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ – ΓΚΙΟΥΛ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΜΕ 7 ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ.
Του εκδότου του www.Apodimos.com Ξενοφώντα Φαφούτη
Με μεγάλη προετοιμασία έγινε η προετοιμασία του ταξιδιού της κ Μπακογιάννη στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε επαφές με τον Τούρκο ομόλογό της, Αμπντουλάχ Γκιούλ. Η Σύσκεψη υπό την προεδρία του Πρωθυπουργού και τη συμμετοχή της υπουργού Εξωτερικών, Ντόρας Μπακογιάννη και του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Βαγγέλη Μεϊμαράκη που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου απέδωσε καρπούς . Στη σύσκεψη τέθηκαν επί τάπητος, τα νέα δεδομένα έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά τις τελευταίες εξελίξεις, αλλά και η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Για αυτές τις επαφές της κας Μπακογιάνη με τον Τούρκο ΥΠΕΞ κ. Αμπντουλάχ Γκιούλ , η Κυβέρνηση χαρακτήρισε θετική την πρόθεση της Τουρκίας για αναβολή της μεγάλης αεροναυτικής άσκησης «Λευκή Φουρτούνα», που είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει στο Αιγαίο, τις ημέρες όπου θα γινόντουσαν οι συζητήσεις των δυο Υπουργών Εξωτερικών στην Κωνσταντινούπολη .
Η κατάσταση όπως παρουσιάζεται στα Ελληνικοτουρκικά Θέματα , για την ελληνική Κοινή Γνώμη σύμφωνα με το βαρόμετρο Ιουνίου του ΣΚΑΪ και της VPRC διαπίστωσε τον τελευταίο χρόνο επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων . Ειδικότερα, το 42% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν μείνει στάσιμες, το 48% ότι έχουν επιδεινωθεί και μόλις το 6% ότι έχουν βελτιωθεί. Παράλληλα επτά στους δέκα (ποσοστό 68%) θεωρούν ως σημαντικότερο πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις το Αιγαίο και ακολουθούν: το Κυπριακό (11%) και η μειονότητα στη Θράκη (7%). Έξι στους 10 (ποσοστό 58%) δεν εμπιστεύονται το δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, ενώ ποσοστό 24% θεωρεί πιθανή μία πολεμική σύρραξη με την Τουρκία, έναντι 72% που θεωρεί απίθανο ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Κατά την επίσκεψη της, η ελληνίδα υπουργός Εξωτερικών κατέθεσε στον Τούρκο ομόλογό της, νέα δέσμη προτάσεων για τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης στο Αιγαίο. Για αυτή την συνάντηση με την ελληνίδα ομόλογό της, ο τούρκος υπουργός εξωτερικών του απόδιδε ιδιαίτερη σημασία. Ο κ. Αμπντουλάχ Γκιούλ, σε συνάντηση που είχε με τους έλληνες ανταποκριτές στην Τουρκία, εξέφρασε την επιθυμία του η συνάντηση με την κυρία Μπακογιάννη να είναι γόνιμη και επανέλαβε τη βούληση της τουρκικής κυβέρνησης για επίλυση των προβλημάτων μεταξύ των δυο χωρών. Λέγοντας ο κ. Γκιουλ «Στο παρελθόν νομίζαμε ότι πολλαπλασιάζοντας τα προβλήματα, βελτιώνουμε τις θέσεις μας» και πρόσθεσε ότι τώρα δεν συμμερίζεται την αντίληψη αυτή.
Στα πλαίσια της συνάντησης του ταξιδιού της κ Μπακογιάννη στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε συζητήσεις με τον Τούρκο ομόλογό της, Αμπντουλάχ Γκιούλ στην Κωνσταντινούπολη (έγιναν στα πλαίσια του 4ου Συνεδρίου Ελλήνων και Τούρκων Δημοσιογράφων) η υπουργός Εξωτερικών, κ. Ντόρα Μπακογιάννη συναντήθηκε και με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Το Apodimos.com θα σας παρουσιάσει στην εξέλιξη της ενημέρωσης των Ελλήνων και των Αποδήμων τα πιο κάτω, δηλαδή την συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, την συνάντηση Ντ.Μπακογιάννη – Γκιουλ στην Κωνσταντινούπολη, την Ομιλία της κας Μπακογιάννη στην εναρκτήρια συνεδρίαση της 4ης Ελληνοτουρκικής Συνάντησης των εκπροσώπων ΜΜΕ στην Κωνσταντινούπολη, καθώς την συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η Συνάντηση της Υπ.Εξ. κας Ντ.Μπακογιάννη με το Οικουμενικό Πατριάρχη.
Η συνάντηση της κα Μπακογίαννη έγινε σε πολύ θερμό κλίμα το μόνο που μπορούμε να σας αναφέρουμε ότι στο καλωσόρισμα της ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος της αφιέρωσε και μια μαντινάδα . Η ακολουθία της κας Υπουργού αποτελείτο από τον Γραμματέα του Υπ.Εξ. κ. Θεόδωρο Σκυλακάκη, τον Έλληνα πρέσβη στην Άγκυρα κ. Γεώργιο Γεννηματά και τον Γενικό Γραμματέα Ενημέρωσης κ. Πάνο Λειβαδά έμεινε ικανοποιημένη από αυτή την κίνηση του Πατριάρχου .

Η συνάντηση έγινε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά την συνάντηση που είχε με τον τούρκο ομόλογό της και μετά την ομιλία της εναρκτήρια συνεδρίαση της 4ης Ελληνοτουρκικής Συνάντησης των εκπροσώπων ΜΜΕ στην Κωνσταντινούπολη.
Η κ. Μπακογιάννη τόνισε αυτά που είπε στην εναρκτήρια συνεδρίαση της 4ης Ελληνοτουρκικής Συνάντησης των εκπροσώπων ΜΜΕ επισημαίνοντας ότι το Θέμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν είναι ένα θέμα που μπορεί να διχάσει τις δυο χώρες αλλά να τις ενώσει είπε ότι «Την ώρα που η Τουρκία χτυπάει την πόρτα της Ευρώπης, η ύπαρξη του Πατριαρχείου στο έδαφός της θα μπορούσε να είναι ένα πολύτιμο εφόδιο στην φαρέτρα των επιχειρημάτων της. Εξ’ ου και είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διασφαλιστούν τα δικαιώματα και να προστατευθεί η αυτονομία του Πατριαρχείου συνεχίζοντας πιο κάτω στην ομιλία της Θεωρούμε ότι όλες οι θρησκείες, και οι αρχηγέτες τους, πρέπει να τυγχάνουν απόλυτου σεβασμού και προστασίας.» .
Από την πλευρά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος στην ομιλία του στον Αγ. Γεώργιο στο Πατριαρχείο τόνισε «Ο Αποστολικός Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως συνεχίζει επί σταθερά ελπίδι να αγωνίζεται τον καλό αγώνα υπέρ της Εκκλησίας του Γένους μας και της Οικουμένης. Πράττει δε τούτο παρά τα προσκόμματα, τας διαψεύσεις , τας ταπεινώσεις, τας πάσης φύσεως δυσπραγίες, παρά την σφοδρότητα των ανέμων, παρά την ταραχή της θαλάσσης ... »
Στον Ναό του Αγίου Γεωργίου και στο γεύμα που παρέθεσε ο Πατριάρχης παρευρέθησαν ήσαν οι κκ , η Υπουργός κα Μπακογιάννη, ο Θεόδωρος Σκυλακάκης , ο κ. Γεώργιος Γεννηματάς και ο κ. Πάνος Λειβαδάς από την πλευρά του Πατριαρχείου παρευρέθησαν τα Μέλη του Οικουμενικής Συνόδου και οι Μητροπολίτες Οικουμενικού Θρόνου από όλο τον κόσμο καθώς από πλήθος κόσμου.
Η Συνάντηση Ντ.Μπακογιάννη – Γκιουλ στην Κωνσταντινούπολη.
Η συνάντηση των δυο υπουργών Εξωτερικών είχε δυο σκοπούς, πρώτον την ενίσχυση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο πλευρές, τα θέματα που άπτονται της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ, και δεύτερον την συνεργασία των δύο χωρών σε θέματα της αποκαλούμενης χαμηλής πολιτικής.
Τα αποτελέσματα της συναντήσεως των κ. Γκιούλ και της κας Μπακογιάννη ήταν τέτοια για τα οποία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει κλίμα εμπιστοσύνης και φιλία στην εξέλιξη των σχέσεων των Κρατών τουλάχιστον για το καλοκαίρι μέσα από τις δεσμεύσεις των δυο πλευρών. Ενώ οι Ελληνικοτουρκικές μετά την επίσκεψη και συνάντηση Γκιούλ – Μπακογιάννη προσφέρουν μια ανάσα βελτίωση σχέσεων με τα νέα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης . Στα Μέτρα αυτά υπάρχουν και οι συμφωνίες που υπογράφθηκαν. Ας γνωρίσουμε σε ποιες συμφωνίες κατέληξαν οι δυο Υπουργοί και Συμφωνήθηκε:
1. Στο Μορατόριουμ που υπήρχε στο πλαίσιο του μνημονίου Παπούλια – Γιλμάζ του 1988, από της 15 Ιουνίου έως της 15 Σεπτεμβρίου, να γίνει επέκταση κατά ένα μήνα.
2. Να γίνει εγκατάσταση απευθείας τηλεφωνική γραμμή των Στρατιωτικών Επιτελείων , ενώ ο Τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ, προσκάλεσε το Έλληνα ομόλογο του να επισκεφθεί την Τουρκία, όπως ανέφερε ο κ. Γκιούλ.
3. Να υπάρξει δεύτερη «κόκκινη γραμμή» η οποία θα λειτουργεί μεταξύ των Αεροπορικών Στρατηγείων των δυο κρατών, Λάρισας και Εσκί Σεχίρ. Για αυτή την «κόκκινη γραμμή» ήδη ολοκληρώθηκαν οι εγκαταστάσεις και θα λειτουργεί από την 1η Ιουλίου.
4. Να πραγματοποιηθούν αμοιβαίες επισκέψεις μεταξύ των Αρχηγών του Λιμενικού των δύο χωρών.
5. Να γίνουν Κοινές Ασκήσεις για την αντιμετώπιση των Φυσικών Καταστροφών . Η πρώτη αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον Νοέμβριο του 2006 , σ’ αυτή θα συμμετέχουν οι ΕΜΑΚ των δυο κρατών.
6. Να πραγματοποιηθούν τον Φθινόπωρο, κοινή Πολιτική Άσκηση για τις φυσικές καταστροφές.
7. Να υπογραφεί Συμφωνία για μια δεύτερη γέφυρα , στα Ύψηλα – Κήποι στον Έβρο και αποφασίσθηκε η σύσταση ομάδα ειδικών, για την λήψη μέτρων με σκοπό να ελεγχθούν οι πλημμύρες στον Έβρο.
Το Apodimos.com πιστεύει ότι αυτά τα νέα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης , ικανοποίησαν και τις δυο πλευρές ακόμα και τις ΗΠΑ οι οποίες είδαν με καλό μάτι αυτές τις συμφωνίες . Ενώ δεν παραλείπουμε να σας ενημερώσουμε ότι η κα Μπακογιάννη σε ερώτηση που της υποβλήθηκε για την εναρμόνιση του εναέριου χώρου με βάση τα χωρικά ύδατα (κάτι που συνεχώς αναφερόντουσαν τα ελληνικά ΜΜΕ μετά την συνάντηση Καραμανλή – Παπανδρέου) απάντησε με έμφαση «Τα δικαιώματα είναι δεδομένα και το Διεθνές Δίκαιο γνωστό. Θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες για περαιτέρω κατανόηση όπου υπάρχει διαφορά. » επίσης η Κυπριακή Δημοκρατία (αμέσως μετά την υπογραφή των συμφωνιών) έθεσε «Βέτο» για το άνοιγμα του Πρώτου Κεφαλαίου των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας – Ε.Ε. που αφορούν την «Έρευνα και Τεχνολογία» λόγω της αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του μη ανοίγματος των λιμανιών και των πολιτικών αεροδρομίων της Τουρκίας για τα κυπριακά εμπορικά πλοία και αεροπλάνα .
Ομιλία ΥΠ.ΕΞ. κας Ν. Μπακογιάννη στην Κωνσταντινούπολη στο 4ον Συνέδριο Ελλήνων και Τούρκων Δημοσιογράφων
H υπουργός Εξωτερικών κ. Ντόρα Μπακογιάννη, παραβρέθηκε και απεύθυνε χαιρετισμό στην εναρκτήρια συνεδρίαση της 4ης Ελληνοτουρκικής Συνάντησης των εκπροσώπων ΜΜΕ στην Κωνσταντινούπολη. Η κα υπουργός αναφέρθηκε στον αποφασιστικό ρόλο που μπορούν να έχουν τα ΜΜΕ και στην ομιλία της αναφέρθηκε ότι δεν απολαύσαμε επί μακρόν τα αγαθά των προσπαθειών των μεγάλων εκείνων ανδρών των δύο μεγάλων ηγετών μας του Ελευθέριο Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ , πιο κάτω αναφέρθηκε για τα αισθήματα που έχει ο ελληνικός λαός που είναι βαθύτατα φορτισμένος ψυχολογικά από την απώλεια ενός λαμπρού νέου άνδρα στην περίπτωση των γεγονότων της Καρπάθου .

Είπε επίσης στους δημοσιογράφους για το Κυπριακό ότι υπάρχει καχυποψία γιατί η Λευκωσία συνεχίζει να είναι η μόνη διαιρεμένη πρωτεύουσα στην Ευρώπη. Αν και δεν αμφισβητείται η πρόθεση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων να συμβιώσουν και να ζήσουν μαζί η δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ και το κοινοτικό κεκτημένο δεν έχει επιτευχθεί ακόμα. Αναφέρθηκε επίσης στους δημοσιογράφους για την θέληση της Ελλάδος να υποστηρίξει την ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής μας χώρας που πηγάζει από την επιθυμία μας για ένταξη όλων των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην ίδια ευρωπαϊκή οικογένεια.
Αναφέρθηκε η κα Μπακογιάννη για τα ΜΜΕ και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για τα οποία είπε με έμφαση «ο «ερεθισμός» της κοινής γνώμης μπορεί να είναι ευκολότερος, αλλά δεν είναι ο μόνος που έχει απήχηση. Ευρισκόμενη εδώ, στην Πόλη, θα αναφερθώ στο παράδειγμα του Πατριαρχείου. Τι πιο εύκολο για ένα δημοσιογράφο στην Τουρκία απ’ το να καλλιεργήσει την αντιπάθεια και την καχυποψία για το Πατριαρχείο δίνοντας έναν αρνητικό χρωματισμό; Το Πατριαρχείο, θα πει, είναι κατάλοιπο του βυζαντινού παρελθόντος της Πόλης. Το Πατριαρχείο είναι μια φωλεά Ορθοδόξων Χριστιανών, μες την καρδιά της μεγαλύτερης τουρκικής πόλης. Αλλά η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική: το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αποτελεί προφανώς κίνδυνο για την Τουρκία .Αντίθετα:...... »
Στην ίδια εκδήλωση θα απεύθυνε χαιρετισμό και ο τούρκος ομόλογός της Αμπντουλάχ Γκιούλ, με τον οποίο η ελληνίδα υπουργός είχε την άτυπη συνάντηση αμέσως μετά.
Αξίζει να μελετήσετε σε βάθος την Ομιλία της ελληνίδας Υπουργού Εξωτερικών κας Ντόρας Μπακογιάννη όχι μόνο διότι είναι αρχειακή αλλά και καθορίζονται οι Θέσεις της Ελλάδος .
Η Ομιλία της κας Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος
«Κύριε υπουργέ, Κυρίες και κύριοι, Φίλες και φίλοι,
Θέλω να συγχαρώ τους Έλληνες και Τούρκους δημοσιογράφους για την προσπάθειά τους να βρίσκονται συνεχώς σε επαφή. Να τους συγχαρώ για την οργάνωση, για μια ακόμα φορά, της σημαντικής αυτής συνάντησης εδώ στην πόλη αυτή – μια πόλη που την αγάπησαν με πάθος τόσο οι Έλληνες όσο και οι Τούρκοι.
Κυρίες και Κύριοι,
Αναμφίβολα οι σχέσεις των δύο χωρών μας πέρασαν δύσκολες στιγμές κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Ήταν όμως η ίδια εκείνη εποχή που κάναμε και τα πιο σημαντικά θετικά βήματα. Ο John F. Kennedy έλεγε ότι στην κινέζικη γραφή, η λέξη «κρίση», αποτελείται από δύο πινελιές: η μία αναπαριστά τον κίνδυνο. Η δεύτερη, την ευκαιρία. Δεν υπάρχει κρίση, αγαπητοί φίλοι, η οποία και να μην κρύβει μια ευκαιρία.
Οι δύο μεγάλοι ηγέτες μας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κεμάλ Ατατούρκ, άφησαν πίσω τους αντιπαλότητες αιώνων και μάλιστα την επαύριο της μεγαλύτερης σύγκρουσης που ζήσαμε ποτέ οι δυο λαοί! Πήραν ακόμα και εξαιρετικά επώδυνες αποφάσεις, όπως η ανταλλαγή πληθυσμών. Δημιούργησαν τον κύριο και καθοριστικό κορμό των προϋποθέσεων μιας οριστικά ειρηνικής συμβίωσης.
Ο Βενιζέλος, γράφοντας προς τον Ισμέτ Πασά το 1928, τόνιζε χαρακτηριστικά: «η ανάγνωσή της [της επιστολής μου]θα σας επιτρέψει να αντιληφθήτε τις απόψεις μου για το όφελος που θα είχαν οι δύο χώρες μας να κανονίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις πάνω σε μια βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στενής φιλίας που θα τις οδηγήσει σε μια εγκάρδια συνεννόηση... Έτσι θα δημιουργήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες ένα σύμφωνο φιλίας, όσο το δυνατό ευρύτερης σύλληψης, θα αποτελέσει το γερό θεμέλιο της στενής φιλίας και της εγκάρδιας συνεννόησης των δύο χωρών μας».
Απαντώντας δε ο Ισμέτ Ινονού τόνιζε «…την αμοιβαία μας επιθυμία να εδραιώσουμε πάνω σε γερή βάση τις σχέσεις των δύο χωρών μας που δεν έχουν η μία απέναντι στην άλλη καμιά οποιαδήποτε εδαφική βλέψη. Δημιουργήσαμε ήδη ένα πρόσφορο κλίμα για την καθιέρωση μιας μόνιμης φιλίας...Το ιδεώδες της ειρήνης, με το οποίο διαρκώς είναι δεμένη η Τουρκία, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να πραγματοποιηθεί παρά με την έντιμη τήρηση και τη σχολαστική εφαρμογή των συνθηκών και των συμφωνιών...».
Δυστυχώς όμως δεν απολαύσαμε επί μακρόν τα αγαθά των προσπαθειών των μεγάλων εκείνων ανδρών, όπως εκείνοι τα ονειρεύτηκαν. Πέρασαν σχεδόν ογδόντα χρόνια από τότε που ανταλλάχθηκαν αυτές οι επιστολές. Παρ’ όλα αυτά, από το 1955 και μετά, ζούμε σχεδόν κάθε χρόνο σε λίγο-πολύ τεταμένη ατμόσφαιρα. Τι απέγινε η παρακαταθήκη των δύο μεγάλων ανδρών, Βενιζέλου και Ατατούρκ;
Αγαπητοί φίλοι,
Τη στιγμή που μιλάμε ο ελληνικός λαός είναι βαθύτατα φορτισμένος ψυχολογικά από την απώλεια ενός λαμπρού νέου άνδρα. Στους τηλεοπτικούς μας δέκτες εμφανίζονται συνεχώς εικόνες αερομαχιών. Υπάρχει μια διάχυτη απογοήτευση η οποία οφείλεται στην ευρέως διαδεδομένη αίσθηση ότι η γειτονική Τουρκία δεν προχωρεί σε ουσιαστικές κινήσεις κατανόησης και φιλίας προς την Ελλάδα.
Υπάρχει καχυποψία γιατί η Λευκωσία συνεχίζει να είναι η μόνη διαιρεμένη πρωτεύουσα στην Ευρώπη. Αν και δεν αμφισβητείται η πρόθεση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων να συμβιώσουν και να ζήσουν μαζί η δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ και το κοινοτικό κεκτημένο δεν έχει επιτευχθεί ακόμα. Οι Έλληνες πολιτικοί και τα κόμματα, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία υποστηρίζουν την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, κατηγορούνται από μερίδα της κοινωνίας μας ότι βρίσκονται σε αναντιστοιχία με το λαϊκό αίσθημα.
Ο ίδιος αυτός ελληνικός λαός όμως, εάν ερωτηθεί κατά πόσο επιθυμεί να ζήσει ένα μέλλον φιλίας και αδελφικότητας με την Τουρκία, στη μεγάλη πλειοψηφία του θα απαντούσε «ναι». Μοναδική προϋπόθεση: να πιστέψει ότι δεν αδικείται. Να πιστέψει ότι η γειτονική του χώρα δεν διεκδικεί τίποτε από τα εδάφη του. Με το ίδιο τρόπο που και ο ίδιος δεν διεκδικεί τίποτα απ’ τα εδάφη των γειτόνων του. Να πιστέψει ότι η γειτονική του χώρα δρα καλή τη πίστη με γνώμονα την ειρήνη και την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
Αγαπητοί φίλοι,
Είμαστε σήμερα εδώ, και θα ξανάρθουμε όσες φορές χρειάζεται, γιατί πιστεύουμε σε ένα καλύτερο μέλλον για τους δύο λαούς μας. Είμαστε εδώ, γιατί δεν συμβιβαζόμαστε με τα προβλήματα. Δεν μας πτοούν τα ζητήματα που υπάρχουν, γιατί οι φίλοι μπορούν και πρέπει να τα αντιμετωπίζουν όντας ξεκάθαροι και ειλικρινείς ο ένας με τον άλλο.
Είμαστε εδώ, διότι πιστεύουμε ότι παρά τις όποιες διαφορές, οι λαοί μας νιώθουν μια αμοιβαία αλληλεγγύη. Αλληλεγγύη που εκφράστηκε έμπρακτα με τους σεισμούς του 1999. Οι λαοί μας, κυρίες και κύριοι, δεν αποζητούν την ένταση. Ψάχνουν τρόπους, ακόμα και δικαιολογίες καμιά φορά – και αγνοώντας εμάς τους πολιτικούς ενίοτε – για να εκφράσουν την καλή τους θέληση. Οι κοινωνίες μας αμφότερες είναι μπροστά από εμάς. Μας δείχνουν τον δρόμο.
Ο ρόλος λοιπόν των πολιτικών, θα συμφωνήσετε μαζί μου αγαπητέ κύριε Γκιουλ, είναι να βρίσκουν λύσεις στα προβλήματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα υποτιμούμε. Γνωρίζουμε ότι χρειάζεται αποφασιστικότητα, πολιτική βούληση και σκληρή δουλειά για να τα λύσουμε. Είμαστε όμως εδώ, διότι ένα πράγμα είναι βέβαιο: όταν τα λύσουμε, θα είμαστε και οι δύο κερδισμένοι.
Η επίλυσή τους θα δημιουργήσει μια νέα δυναμική. Κατά πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτήν που μπορεί να έχει η Ελλάδα και η Τουρκία χωριστά. Πρέπει να βλέπουμε την επίλυση των προβλημάτων μας, ως μια «win-win situation»,ως μια κατάσταση αμοιβαίου οφέλους.
Αναφέρεται συχνά ότι «είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε δίπλα-δίπλα ο ένας στον άλλο». Ας υπερβούμε την ξεπερασμένη παθητικότητα που κρύβεται πίσω από αυτήν τη φράση που επαναλαμβάνεται συχνά, με συγκαταβατικό τρόπο. Και ας την μετατρέψουμε στο ότι «μαζί, είμαστε δυνατότεροι, και οι δύο».
Κυρίες και κύριοι,
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο η Ελλάδα εδώ και μερικά χρόνια πήρε μια ιστορική απόφαση. Μια απόφαση στρατηγικού χαρακτήρα. Την πήρε μάλιστα χωρίς ακόμα να έχουν λυθεί τα επιμέρους προβλήματα μεταξύ των δυο κρατών – τονίζω τη λέξη «κρατών» και σκοπίμως δεν λέω «λαών». Η απόφασή μας αυτή είναι να υποστηρίξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Με τις προϋποθέσεις που έχουμε όλοι συμφωνήσει. Θέλω να καταστήσω σαφές στον τουρκικό λαό ότι δεν πρόκειται ούτε για στρατήγημα, ούτε για σημαία ευκαιρίας.
Η θέλησή μας να υποστηρίξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής μας χώρας πηγάζει από την επιθυμία μας για ένταξη όλων των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην ίδια ευρωπαϊκή οικογένεια. Στηρίξαμε τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δέκα νέα κράτη-μέλη, επί το πλείστον από πρώην κομμουνιστικές χώρες.
Στηρίξαμε την ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, που σε λίγο καιρό γίνονται πλήρη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συνολική πολιτική μας, στην οποία αναφέρθηκα, έχει μια πολύ απλή αρχή: δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν κενά στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αν θέλουμε την ειρήνη και την ευημερία σ’ ολόκληρη την ήπειρό μας. Πιστεύουμε ότι το μεγάλο ψηφιδωτό της Ευρώπης θα γίνει ακόμα πλουσιότερο αν περιλαμβάνει και την Τουρκία.
Κυρίες και κύριοι,
Ειδικώς για την Τουρκία η προσδοκία μας είναι μεγάλη, αλλά απολύτως ξεκάθαρη: οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε και εδώ, στη γειτονιά μας, ό,τι με τόση επιτυχία κατάφεραν η Γερμανία και η Γαλλία.
Να αφήσουμε πίσω μας τις παλαιές αντιπαλότητες, τη λογική των «νικητών» και «ηττημένων» και, όχι απλώς να ζήσουμε εν ειρήνη και φιλία, αλλά συνεργαζόμενοι να επιφέρουμε ένα ευεργετικό, σωρευτικό, όπως είπα, αποτέλεσμα σταθερότητας και ανάπτυξης, για ολόκληρη την περιοχή μας. Όταν μιλάμε, άλλωστε, για την Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πρόκειται για ένα εγχείρημα μοναδικό, χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία. Η Ευρώπη είχε πολλές πικρές εμπειρίες. Μέσα σε λίγα χρόνια βίωσε τους πιο καταστροφικούς πόλεμους που έγιναν ποτέ στο έδαφός της.
Διδάχθηκε όμως. Όχι μόνο από τα αποτελέσματα του πολέμου, αλλά και από το τι έγινε προς και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Διδάχθηκε ότι η ταπείνωση του ενός, ακόμα και η απόλυτη νίκη του άλλου, δεν εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμα την ειρήνη.
Διδάχθηκε ότι η δίωξη των μειονοτήτων έχει αποκρουστικές συνέπειες για την ανθρωπότητα και γι’ αυτό σέβεται σήμερα όλες τις μειονότητες, τις θρησκείες και κάθε διαφορά ανθρώπου από άνθρωπο – και απαιτεί και από τους άλλους τον ίδιο σεβασμό. Διδάχθηκε, τέλος, ότι η συνεννόηση και η συνεργασία είναι μια κατάσταση αμοιβαίου οφέλους για όλους τους συμμετέχοντες. Παράδειγμα αποτελούν οι οικονομικές μας σχέσεις που γίνονται ολοένα και πιο στενές. Αυτό ακριβώς είναι που αποκαλείται «win-win situation».
Κυρίες και κύριοι,
Ως σταθερή φίλη του τουρκικού λαού παρακολουθώ με ενδιαφέρον τον διάλογο που γίνεται στο εσωτερικό της γειτονικής και φίλης χώρας. Γνωρίζω ότι υπάρχουν αμφιβολίες σε ορισμένους κύκλους για το αν η Τουρκία πρέπει να ακολουθήσει τελικά τον δρόμο της Ευρώπης και, βεβαίως, αν η Ευρώπη θα θελήσει τελικά να κάνει αποδεκτή στους κόλπους της την Τουρκία.
Σε όλους τους Τούρκους φίλους μας θέλω λοιπόν να πω τα εξής:
Πρώτον, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που ζητά η Ευρωπαϊκή Ένωση από την Τουρκία είναι μεταρρυθμίσεις που έτσι κι αλλιώς πιστεύω ότι θα τις ήθελε ο τουρκικός λαός για την Τουρκία. Η Τουρκία είναι μια περήφανη χώρα και ο λαός της δεν θέλει να υπολείπεται σε τίποτα από άλλες, ακόμα και τις πιο προηγμένες. Πέρα λοιπόν από την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει η ίδια η Τουρκία και οι υψηλές και απόλυτα δικαιολογημένες φιλοδοξίες του λαού της για το μέλλον του.
Δεύτερον, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι από την Τουρκία δεν ζητείται τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ ό,τι ζητήθηκε απ’ την Ελλάδα και απ’ όλες τις άλλες χώρες που έγιναν κατά καιρούς μέλη της Ένωσης.
Τρίτον, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητά να επιλυθούν όλες οι διαφορές με τους γείτονες της Τουρκίας δεν προβάλλει ειδικές απαιτήσεις από την Τουρκία. Ζητά απλώς το αυτονόητο. Άλλωστε η Τουρκία έχει, με τη δική της βούληση και υπογραφή, δεσμευτεί να πληροί όλες τις υποχρεώσεις των μελών. Ουδείς την ανάγκασε να το πράξει.
Τέταρτον, οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες που εκφράζονται από πολλούς κύκλους στην Ευρώπη για την τουρκική ένταξη προέρχονται από αποτίμηση του σήμερα. Σας υπενθυμίζω ότι το 1977 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωμοδότησε αρνητικά για την Ελλάδα. Τέσσερα χρόνια μετά όμως, η Ελλάδα έγινε πλήρες μέλος της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το ίδιο, θέλω να πιστεύω, θα γίνει και με την Τουρκία.
Φίλες και φίλοι,
Όπως είπα και πριν, ο ρόλος των πολιτικών είναι να λύνουν προβλήματα. Και, όταν υπάρχουν προβλήματα, χρέος των μέσων ενημέρωσης είναι να μην τα επιβαρύνουν, να μην κάνουν ακόμα δυσκολότερη, την επίλυσή τους. Πιστεύω ακράδαντα στον μεγάλο ρόλο, θετικό ή αρνητικό, που μπορούν να παίξουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι εκπρόσωποί τους.
Γνωρίζω τους πειρασμούς. Γνωρίζω ότι είναι εύκολο – και ότι «πουλάει» – να ερεθίζει κανείς την κοινή γνώμη. Γνωρίζω επίσης ότι, τα ιδιωτικά ιδίως, μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν έναν τεράστιο ανταγωνισμό το ένα με το άλλο. Ότι δίνουν συχνά μια μάχη επιβίωσης. Αλλά, πιστεύω, ότι δεν «πουλάει» μόνο η αντιπαλότητα, αλλά και η τόλμη μιας νέας προσέγγισης.
Ο κόσμος διαβάζει με ενδιαφέρον κάθε άποψη που δεν υπακούει στη λογική των «νικητών» και «ηττημένων».Παρατηρώ ότι οι μεγάλες εφημερίδες μας, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, είναι αυτές που φιλοξενούν απόψεις που συμβάλλουν στο να φωτισθούν πολλές πλευρές των σχέσεων μας.
Απόψεις που ξεφεύγουν από τα απλουστευμένα δίπολα του «καλού και κακού», και από την αλόγιστη εκμετάλλευση τους για εσωτερική κατανάλωση. Εδώ, μαζί μας, βρίσκονται δημοσιογράφοι που έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν κρίση και όραμα. Δημοσιογράφοι που επιδιώκουν την σε βάθος ανάλυση. Που αποκρούουν τα στερεότυπα. Ελπίζω η τάση αυτή να γίνει πλειοψηφική και στις δύο χώρες.
Είναι καίριο να αντιληφθούμε ότι, χωρίς την βοήθεια των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξασφαλίσουμε τη στήριξη της κοινωνίας των πολιτών. Είναι καιρός λοιπόν να πούμε ευθαρσώς το αυτονόητο: Τα ΜΜΕ έχουν εξουσία και ευθύνες τις οποίες οφείλουν να διαχειριστούν ανάλογα.
Κυρίες και κύριοι,
Ο «ερεθισμός» της κοινής γνώμης μπορεί να είναι ευκολότερος, αλλά δεν είναι ο μόνος που έχει απήχηση. Ευρισκόμενη εδώ, στην Πόλη, θα αναφερθώ στο παράδειγμα του Πατριαρχείου. Τι πιο εύκολο για ένα δημοσιογράφο στην Τουρκία απ’ το να καλλιεργήσει την αντιπάθεια και την καχυποψία για το Πατριαρχείο δίνοντας έναν αρνητικό χρωματισμό;
Το Πατριαρχείο, θα πει, είναι κατάλοιπο του βυζαντινού παρελθόντος της Πόλης. Το Πατριαρχείο είναι μια φωλεά Ορθοδόξων Χριστιανών, μες την καρδιά της μεγαλύτερης τουρκικής πόλης. Αλλά η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική: το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αποτελεί προφανώς κίνδυνο για την Τουρκία.
Αντίθετα: Την ώρα που η Τουρκία χτυπάει την πόρτα της Ευρώπης, η ύπαρξη του Πατριαρχείου στο έδαφός της θα μπορούσε να είναι ένα πολύτιμο εφόδιο στην φαρέτρα των επιχειρημάτων της. Εξ’ ου και είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διασφαλιστούν τα δικαιώματα και να προστατευθεί η αυτονομία του Πατριαρχείου.
Αντιστοίχως, νιώθω ικανοποίηση για τη θετική στάση που κράτησε ο ελληνικός λαός, με πρώτους τους δημοσιογράφους μας, απέναντι στο Ισλάμ για το θέμα των σκίτσων του Προφήτη. Δεν πιστεύουμε στην «σύγκρουση των πολιτισμών», γιατί γνωρίζουμε πόσα πήρε και πόσα έδωσε το Ισλάμ στην Ευρώπη.
Θεωρούμε ότι όλες οι θρησκείες, και οι αρχηγέτες τους, πρέπει να τυγχάνουν απόλυτου σεβασμού και προστασίας.
Κυρίες και κύριοι,
Δεν θέλω να κάνω διάλεξη στους δημοσιογράφους, τις κύριες άλλωστε ευθύνες τις έχουμε εμείς, οι πολιτικοί. Δεν πρέπει να φοβόμαστε κάθε φορά που προχωράμε σε μια πράξη προσέγγισης.
Εάν ολιγωρούμε να πάρουμε αποφάσεις από τον φόβο του πολιτικού κόστους, μπορεί μεν να το αποφύγουμε προσωρινά, αλλά ουδέποτε θα έχουμε και την ωφέλεια από την επίλυση ενός προβλήματος. Πρέπει να σκεφτόμαστε πρωτότυπα και τολμηρά.
Να ξεφεύγουμε από τα βολικά στερεότυπα.
Κυρίες και κύριοι,
Είμαι ευτυχής που βρίσκομαι εδώ σήμερα.
Είμαι ακόμα πιο ευτυχής που μοιράζομαι τις σκέψεις μου με διακεκριμένους Τούρκους και Έλληνες δημοσιογράφους που συνεργάζονται γιατί πιστεύουν ότι μπορούν αλλάξουν, σε όποιο βαθμό, τα πράματα. Είμαι εξ ίσου ευτυχής που είναι κοντά μου ο συνάδελφός μου της Τουρκίας.
Για να μετατραπούν όμως οι ελπίδες σε πραγματικότητα και η πίστη σε βεβαιότητα απομένουν πολλά να γίνουν. Τόσο εσείς οι δημοσιογράφοι, όσο και εμείς οι πολιτικοί έχουμε ακόμα πολλή δουλειά να κάνουμε. Αλλά είμαι αισιόδοξη. Και είμαι αισιόδοξη γιατί, σ’ αυτήν εδώ την πόλη, τόσο εσείς οι δημοσιογράφοι, με τη συνεργασία σας, όσο και ο κύριος Γκιουλ και εγώ, με τη δική μας, μπορούμε να κάνουμε ένα, έστω και μικρό ακόμα, βήμα προς τα εμπρός.
Είμαι βεβαία ότι θα ακολουθήσουν και άλλα, περισσότερα και σπουδαιότερα.
Σας ευχαριστώ.»
Η Συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης για τις εξελίξεις στα Εθνικά Θέματα.
Μετά από αίτημα του κ. Παπανδρέου, ο Πρωθυπουργός συναντήθηκε με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ στο Μέγαρο Μαξίμου. Οι συζητήσεις των δυο ανδρών που δεσπόζουν στην εξέλιξη των πολιτικών θεμάτων στην Ελλάδα ήταν οι εξελίξεις στα εθνικά θέματα, αλλά και η πρόταση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, για χάραξη νέας στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική.

Η περιγραφόμενη συνάντηση έγινε πριν την μετάβαση της Υπουργού Εξωτερικών κας Ντόρας Μπακογιάννη στην Τουρκία. Όπως πρόκυψε από τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου η κυβέρνηση εμφανίζεται αρνητική στις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ περί «νέας στρατηγικής» στα ελληνοτουρκικά. Στη συνάντηση δεν προέκυψε καμιά συμφωνία και ο κ. Καραμανλής κατέστησε σαφές ότι η κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική της και δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη αναπροσαρμογής της, πολύ περισσότερο που ο κ. Παπανδρέου δεν αναφέρεται σε καμία συγκεκριμένη πρωτοβουλία της Αθήνας. Η αιφνίδια πρόταση του κ. Παπανδρέου να προηγηθεί του συνυποσχετικού της Χάγης, η άσκηση του κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδος να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα προκάλεσε . σύγχυση στο ΠΑΣΟΚ και ευρύτερα στον πολιτικό χώρο . Κύκλοι της κυβερνήσεως χαρακτήρισαν την πρόταση «πυροτέχνημα που εκτοξεύθηκε ελαφρά τη καρδία». Επίσης έντονη ήταν και η αντίδραση του κ. Μιλτιάδη Έβερτ, ενώ ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει ανάγκη χάραξης νέας στρατηγικής.
Ø Ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Ευάγγελος Αντώναρος απαντώντας σε ερώτηση σχετική με την πρόταση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου για επέκταση των χωρικών υδάτων προ της προσφυγής στη Χάγη ,δήλωσε «Η χώρα μας έχει μια σταθερή, δεδομένη, στρατηγική στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, την οποία στηρίζουν πάνω από 30 χρόνια τα δύο μεγάλα (και όχι μόνον) κόμματα, της οποίας εργαλείο είναι η προσφυγή στη Χάγη για το θέμα της υφαλοκρηπίδας. Αυτό θα γίνει όταν ωριμάσουν οι συνθήκες ». Σε ερώτησε που υποβλήθηκε στον αναπληρωτή κυβερνητικό εκπρόσωπο για το αν η προηγούμενη κυβέρνηση είχε προωθήσει το θέμα επέκτασης των χωρικών υδάτων, ο κ. Ευ.Αντώναρος σημείωσε ότι «το περιεχόμενο των διερευνητικών επαφών των 22 γύρων, καταγράφεται σε πρακτικά που βρίσκονται στο αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών και έχουν τον χαρακτήρα της εμπιστευτικότητας».
Ø Όταν ερωτήθηκε ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ κ. Γ. Κουμουτσάκος, για την πρόταση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, απάντησε ότι «δεν είναι το υπουργείο Εξωτερικών που θα σχολιάσει όσα είπε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γ.Παπανδρέου.» . Όμως ο κ. Κουμουτσάκος επισήμανε ότι «η χώρα έχει μια σταθερή στρατηγική στις σχέσεις της με την Τουρκία, η οποία στηρίζεται και από τα δύο μεγάλα κόμματα και σημείωσε ότι χαρακτηριστικός πυρήνας αυτής της στρατηγικής είναι η ενθάρρυνση της Τουρκίας προς τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ενώ ταυτόχρονα προωθούνται όλες οι άλλες επαφές στους τομείς της ενέργειας, του τουρισμού, της οικονομίας». ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ επίσης είπε «Οι διερευνητικές επαφές συνεχίζονται και μέσα σε αυτή τη συνεκτική στρατηγική, το ενδεχόμενο του ρόλου του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης υπήρχε πάντα και παραμένει πάντα ως εργαλείο, μια επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής».
Όταν ερωτήθηκε ο κ. Κουμουτσάκος για το αν η επέκταση των χωρικών υδάτων είναι απαραίτητο βήμα για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης τόνισε ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΧ «Η χάραξη των ορίων της υφαλοκρηπίδας εξαρτάται από τη χάραξη του ορίου της αιγιαλίτιδας ζώνης, καθώς, όπως προβλέπεται από τη διεθνή σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, η Ελλάδα έχει το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στο όριο των 12 ναυτικών μιλίων» .
Απαντώντας σε άλλη ερώτηση για το αν η υπουργός Εξωτερικών θα ζητήσει την άρση του casus belli κατά τις συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη, ο εκπρόσωπος τόνισε ότι για την Ελλάδα η απειλή χρήσης βίας δεν είναι αποδεκτή. «Πρόκειται για πολιτική την οποία έχουμε επανειλημμένως χαρακτηρίσει αναχρονισμό, ειδικά μετά την έναρξη της ευρωπαϊκής πορείας προσαρμογής της Τουρκίας και ουδέποτε καμία ελληνική κυβέρνηση έχει κάνει αποδεκτή αυτή τη λογική απειλή χρήσης βίας». Όταν του τέθηκε η ερώτηση στον εκπρόσωπο του ΥΠΕΞ κ. Γ. Κουμουτσάκο για τα αρχεία που αφορούν την πορεία των διερευνητικών επαφών, απάντησε ότι δεν τίθεται θέμα παράδοσης-παραλαβής αρχείων. «Τα αρχεία δεν ανήκουν σε κανένα παρά μόνο στο ΥΠΕΞ».
Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ υπήρξαν οι πιο θέσεις για τις προτάσεις του αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και προέδρου του Κινήματος κ. Γεωργίου Α. Παπανδρέου με την θέση ότι ήταν λάθος η ερμηνεία της πρότασης Παπανδρέου και αυτό συνάγεται από τις θέσεις που εξέφρασε ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Αθανασάκης.
Ø Σε σχετική ερώτηση εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Αθανασάκης για την πρόταση Παπανδρέου για τα ελληνικά χωρικά ύδατα , απάντησε ότι «η ερμηνεία που δίνεται επί των προτάσεων του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι απολύτως λανθασμένη». Ο κ. Αθανασάκης εξήγησε πως ο Γιώργος Παπανδρέου δεν είπε στον πρωθυπουργό «ξεκινήστε αύριο το πρωί και επεκτείνετε τα χωρικά ύδατα», αλλά παρουσίασε μια συνολική στρατηγική, της οποίας πρώτο σημείο, για παράδειγμα, ήταν να πάρει πρωτοβουλίες η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός για την αποκλιμάκωση της έντασης. Ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ πρόσθεσε: «Η πρόταση Παπανδρέου λεει ότι πριν την προσφυγή στην Χάγη πρέπει να έχεις καταλήξει σε ότι αφορά στην επέκταση των χωρικών υδάτων. Είναι κανείς που λεει ότι πρέπει να πάμε στην Χάγη με 6 μίλια; Αν είναι να βγει και να το πει. Η πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι συνολική και συνεκτική πρόταση μιας στρατηγικής. Όποιος θέλει να την κρίνει. Παρακαλούμε να κρίνει την πρόταση, όχι αυτό που κατασκευάζει και διοχετεύει ως δήθεν πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ».
Το Apodimos.com πιστεύει ότι η Ελλάδα έχει μια σταθερή, δεδομένη, στρατηγική στα θέματα εξωτερικής πολιτικής όμως είναι κάτι που διαχρονικά πρέπει να εφαρμόζουν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις και αντί όλοι να μιλούν για «την εξωτερική πολιτική της Πύλης» να μιλούν για «την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος».
Πηγές : skairadio.gr, ΥΠΕΞ, ANA-MPA