Η σοβαρότητα του θέματος του Ομήρου και τα γραφόμενα του, όλους τους απασχολούσε διαχρονικά και περισσότερο τους απόδημους Έλληνες, για αυτό το λόγο θα σας το παρουσιάσουμε με την υπόμνηση ότι είναι Αρχειακό. Είναι λίγοι που μπορούν να αναπτύξουν θέματα με σοβαρότητα και στοιχεία, σαν την πολυγραφότατη συνεργάτη μας Αμαλία Κ. Ηλιάδη, η οποία ανέλαβε να παρουσιάσει Πόνημα για την Ιστορική Αναδρομή και ανάλυση του Ομηρικού Ζητήματος. Η διδα Ηλιάδη στην παρουσίαση αυτού του μηνός, αναφέρετε με στοιχεία στο Πόνημα της, που δεν αμφισβητούνται για τον Όμηρο τον Μεγάλο επικό ποιητή της Αρχαίας Ελλάδας. Διότι όλοι γνωρίζουν ότι η Χίος, η Σμύρνη και πέντε ακόμα ελληνικές πόλεις υποστήριζαν ότι ήταν οι γενέτειρές του. Όμως δεν γνωρίζουμε εάν γνωρίζουν ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, σύμφωνα με την παράδοση, Ενώ πολλοί γνωρίζουν ότι  είναι ο ραψωδός είναι ο δημιουργός των επικών ποιημάτων Ιλιάδα και Οδύσσεια ίσως δεν γνωρίζουν ότι ο Όμηρος δημιούργησε και άλλα έργα.

 

Ιστοσελιδες  
HellenicEagle
EuropeanEagle
ApodimosStudents
HellenicGlossary
HellenicArtAlmanac
HellenicOpinionCounter
Theodromion
Apodimos-RealEstate
ApodimosEllas
DimotikesEkloges

Apodimos.Gr
Apodimos Radio Station OnLine
ApodimosHellas
Apodimos TV

 

 

 



 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ και ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ.

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλόλογου – ιστορικού, συνεργάτιδα, του www.Apodimos.com

Η σοβαρότητα του θέματος του Ομήρου και τα γραφόμενα του, όλους τους απασχολούσε διαχρονικά και περισσότερο τους απόδημους Έλληνες, για αυτό το λόγο θα σας το παρουσιάσουμε με την υπόμνηση ότι είναι Αρχειακό. Είναι λίγοι που μπορούν να αναπτύξουν θέματα με σοβαρότητα και στοιχεία, σαν την πολυγραφότατη συνεργάτη μας Αμαλία Κ. Ηλιάδη, η οποία ανέλαβε να παρουσιάσει Πόνημα για την Ιστορική Αναδρομή και ανάλυση του Ομηρικού Ζητήματος.

Η διδα Ηλιάδη στην παρουσίαση αυτού του μηνός, αναφέρετε με στοιχεία στο Πόνημα της, που δεν αμφισβητούνται για τον Όμηρο τον Μεγάλο επικό ποιητή της Αρχαίας Ελλάδας. Διότι όλοι γνωρίζουν ότι η Χίος, η Σμύρνη και πέντε ακόμα ελληνικές πόλεις υποστήριζαν ότι ήταν οι γενέτειρές του. Όμως δεν γνωρίζουμε εάν γνωρίζουν ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, σύμφωνα με την παράδοση, Ενώ πολλοί γνωρίζουν ότι  είναι ο ραψωδός είναι ο δημιουργός των επικών ποιημάτων Ιλιάδα και Οδύσσεια ίσως δεν γνωρίζουν ότι ο Όμηρος δημιούργησε και άλλα έργα.

Η γνώσεις της συνεργάτιδας μας είναι μεγάλες και βασίζονται στις Πανεπιστημιακές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης στην Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία και με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα της, στην Βυζαντινή Ιστορία απ' τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου , της δίνει την δυνατότητα να γράψει την Ιστορική Αναδρομή και ανάλυση του Ομηρικού Ζητήματος με μια μεγάλη βιβλιογραφία .

Ιστορική αναδρομή και ανάλυση του Ομηρικού ζητήματος

Όμηρος,

Ο Όμηρος, ο Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής, ο μεγαλύτερος από τους ποιητές όλων των αιώνων, με τον οποίο αρχίζει η έντεχνη και ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Όμηρο είναι ελάχιστες και αυτές ασαφείς. Τον τόπο γέννησής του διεκδικούν πολλές πόλεις όπως μας πληροφορούν οι δύο αυτοί εξάμετροι: «Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου, Κύμη, Χίος, Κολοφών, Σμύρνη, Πύλος, Άργος, Αθήνη». Πιο πιθανή πατρίδα του όμως θεωρείται η Σμύρνη, αιολική αποικία, που αργότερα προστέθηκε στην ιωνική συμπολιτεία. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι ο ποιητής γνώριζε πολύ καλά την περιοχή της, όπως αποδεικνύουν οι παρομοιώσεις που δανείζεται από την κλαγγή των κύκνων και των χηνών του Καϊστρου ποταμού, από την ορμή του Βορά και του Ζέφυρου που φυσούν από τη Θράκη, από τον ταύρο που θυσιάζεται στο Πανιώνιο. Γνώριζε ακόμα καλά τις ακτές του Αδραμυτηνού κόλπου, το όρος Ίδη, την πεδιάδα του Σκάμανδρου κ.λ.π., τα οποία είδε ο ποιητής με τα μάτια του και έγιναν θέατρα των αγώνων των ηρώων του.

Άγνωστο είναι το πότε έζησε ο Όμηρος. Ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί στα ποιήματά του ότι έζησε πολύ αργότερα από τα τρωικά. Γιατί συχνά λέει ότι οι ήρωες των τρωικών ήταν κατά πολύ ανώτεροι από τους σύγχρονούς του στην ανδρεία και τη ρώμη. Κατά τον Ηρόδοτο, ο Όμηρος έζησε 400 χρόνια νωρίτερα απ’ αυτόν και, σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, πρέπει να έζησε κατά τα μέσα του 9ου αι. π.Χ. Τέλος η παράδοση ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, ίσως πρέπει να απορριφθεί, γιατί είναι ασυμβίβαστη με τη λεπτή παρατήρηση της φύσης που υπάρχει στο έργο του.

Οι πρώτες αναφορές.

Έμμεσες αναφορές στον  Όμηρο και παράθεση περικοπών από τα ποιήματά του ανάγονται στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα. Ο Αρχίλοχος, ο Αλκμάν, ο Τυρταίος και ο Καλλίνος τον 7ο αιώνα, όπως και η Σαπφώ και άλλοι ποιητές στις αρχές του 6ου αι., προσάρμοσαν το Ομηρικό λεκτικό και μέτρο στους δικούς τους ποιητικούς στόχους και ρυθμούς. Κατά τους ίδιους χρόνους, σκηνές από επεισόδια των επών αποτέλεσαν προσφιλές θέμα σε έργα τέχνης. Στον ψευδο-ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα, σύνθεση πιθανώς του τέλους του 7ου αιώνα, η αναφορά ότι το ποίημα ήταν έργο «ενός τυφλού άνδρα ο οποίος κατοικούσε στην τραχιά Χίο», συνδέεται με μία παράδοση για τον ίδιο τον  Όμηρο. Η ιδέα ότι ο Όμηρος ήταν γενάρχης των επιλεγομένων Ομηριδών, οι οποίοι διατήρησαν και διέδωσαν την ποίησή του, ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα. Πράγματι, αρκετά νωρίς άρχισε ένα είδος Ομηρικών σπουδών. Ο Θεαγένης από το Ρήγιον της Κάτω Ιταλίας κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα έγραψε την πρώτη γνωστή ερμηνεία στην οποία απέδιδε αλληγορικά νοήματα στα Ομηρικά έπη. Μέχρι τον 5ο αιώνα είχαν δημιουργηθεί οι μύθοι για τον βίο του: ο Προσωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος ο Εφέσιος χρησιμοποίησε έναν κοινότοπο θρύλο για τον θάνατο του Ομήρου, ότι πέθανε από την στενοχώρια του διότι δεν μπόρεσε να λύσει ένα παιδιάστικο αίνιγμα για το πώς πιάνονταν οι ψείρες, ενώ η ιδέα για κάποιον «αγώνα» Ομήρου και Ησιόδου (ο οποίος υπήρξε ο δεύτερος σε αρχαιότητα ποιητής μετά τον  Όμηρο) πιθανώς να αποτελούσε επινόηση της Σοφιστικής παράδοσης. Ο ιστορικός Ηρόδοτος του 5ου π.Χ. αιώνα απέδιδε την διαμόρφωση της ελληνικής θεολογίας στον  Όμηρο και τον Ησίοδο και υποστήριζε ότι είχαν ζήσει 400 χρόνια πριν από αυτόν.

Αυτό θα πρέπει να αντιπαραβληθεί με την στηριγμένη σε επιφανειακά επιχειρήματα άποψη, προσφιλή σε πολλούς κύκλους λογίων σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, ότι ο Όμηρος δεν πρέπει να έζησε πολύ αργότερα από τον Τρωικό πόλεμο, τον οποίο ύμνησε.

Η γενική πεποίθηση ότι ο Όμηρος γεννήθηκε στην Ιωνία (το κεντρικό τμήμα των Μικρασιατικών παραλίων) φαίνεται ότι αποτελεί λογική εικασία η οποία συνάγεται από τα ίδια τα έπη, στα οποία επικρατεί κυρίως η ιωνική διάλεκτος. Αν και η Σμύρνη και η Χίος από νωρίς άρχισαν να ερίζουν για την τιμή της καταγωγής του (ο Πίνδαρος, στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα συνέδεε τον  Όμηρο και με τις δύο), ενώ αργότερα και άλλες πόλεις προστέθηκαν στην έριδα, πουθενά δεν υπήρξε καμία αυθεντική τοπική ανάμνηση για έναν άνθρωπο ο οποίος είτε ήταν είτε δεν ήταν αοιδός, πρέπει, ωστόσο, να υπήρξε διάσημος στην εποχή του. η απουσία πραγματικών δεδομένων πρέπει να προκαλούσε αμηχανία στους Έλληνες, αλλά δεν τους αποθάρρυνε. Οι μυθοπλαστικές διηγήσεις, οι οποίες είχαν αρχίσει ήδη πριν από τον 5ο π.Χ. αιώνα, αναπτύχθηκαν κατά την Αλεξανδρινή περίοδο τον 3ο και τον 2ο π.Χ. αιώνα (περίοδο κατά την οποία αφθονούσε το είδος τόσο των ψευδολογίων όσο και των λογίων) και εξελίχθησαν σε φανταστικές ψευδοβιογραφίες, τις οποίες επεξεργάστηκαν αργότερα δευτερογενώς οι λόγιοι της ρωμαϊκής περιόδου, από όσες έχουν διασωθεί, η εκτενέστερη περιέχει τον ισχυρισμό ότι είναι έργο του Ηρόδοτου, αλλά αυτό είναι τελείως ανυπόστατο.

Σύγχρονα συμπεράσματα.

Οι σύγχρονοι ερμηνευτές συμφωνούν με τις αρχαίες πηγές μόνον ως προς τον τόπο, όπου γενικότερα έδρασε ο Όμηρος. Το πιο συγκεκριμένο στοιχείο από τις αρχαίες μαρτυρίες είναι ότι οι απόγονοί του, οι Ομηρίδες, ζούσαν στην ιωνική Χίο. Επιπλέον, το ότι το ανατολικό Αιγαίο ήταν το περιβάλλον στο οποίο έδρασε το κύριος δημιουργός της Ιλιάδας προκύπτει από ορισμένες τοπογραφικές λεπτομέρειες στο ίδιο το έργο, όπως π.χ. η περιγραφή της κορυφής της Σαμοθράκης που προβάλλει πίσω από την Ίμβρο, όταν την αντικρύζει κανείς από την πεδιάδα της Τροίας, ή η αναφορά στα πουλιά στις εκβολές του ποταμού Καϋστρου κοντά στην Έφεσο, στις θύελλες στα ανοιχτά της Ικαρίας και στους βορειοδυτικούς ανέμους που φυσούν από την Θράκη. Το χρώμα του ανατολικού Αιγαίου είναι πιο αδύνατο στην Οδύσσεια, η δράση της οποίας εκτυλίσσεται κυρίως στη Δυτική Ελλάδα, αλλά η αοριστία του ποιήματος ως προς την ακριβή θέση της Ιθάκης, λόγου χάρη, δεν είναι ασυμβίβαστη με την άποψη ότι ένας ποιητής της Ιωνίας επεξεργάστηκε υλικό το οποίο προερχόταν από το άλλο άκρο του ελληνικού κόσμου.

Ομολογουμένως, υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες ακόμη και ως προς το κατά πόσο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν σύνθεση ενός και του αυτού βασικού δημιουργού. Οι αμφιβολίες αυτές πρώτο διατυπώθηκαν ήδη κατά την αρχαιότητα και στηρίζονταν κυρίως στη διαφορά του λογοτεχνικού είδους (η Ιλιάδα έχει πολεμικό και ηρωικό χαρακτήρα, ενώ η Οδύσσεια είναι μια αφήγηση περιπετειών, συχνά αφύσικων). Οι αμφιβολίες ενισχύονται από τις λεπτές διαφορές του λεξιλογίου, πέρα από εκείνες που επιβάλλονται από την διαφορά του θέματος των δύο επών. Η άποψη του Αριστοτέλη ότι ο Όμηρος έγραψε την Οδύσσεια σε προχωρημένη ηλικία δεν είναι αβάσιμη. Αν όμως η Ιλιάδα προηγείται χρονικά (πράγμα που φαίνεται πιθανόν λόγω της απλούστερης δομής της Ιλιάδας και της μεγαλύτερης συχνότητας στη χρήση σχετικά μεταγενέστερων γλωσσικών τύπων στην Οδύσσεια), τότε η Οδύσσεια πιθανόν να δημιουργήθηκε με πρότυπο την Ιλιάδα, ως συνειδητό συμπλήρωμά της, εφόσον το υπόδειγμα της μνημειώδους σύνθεσης είχε πλέον δοθεί. Σε κάθε περίπτωση, οι ομοιότητες των δύο ποιημάτων οφείλονται, εν μέρει, στη συνοχή της ηρωικής ποιητικής παράδοσης από την οποία προέρχονται και τα δύο.

Η εσωτερική μαρτυρία των ποιημάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την χρονική περίοδο κατά την οποία έζησε ο Όμηρος. Ορισμένα στοιχεία της ποιητικής γλώσσας (ένα τεχνητό αμάλγαμα το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην καθημερινή ομιλία) αποκαλύπτουν ότι τα έπη δημιουργήθηκαν μετά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου και ότι η σύνθεσή τους πρέπει να τοποθετηθεί σε μια εποχή αρκετά μεταγενέστερη από την ίδρυση των πρώτων αποικιών στη Μικρασιατική Ιωνία γύρω στο 1000 π.Χ. Η συνύπαρξη παρακείμενων βραχέων φωνηέντων και η εξαφάνιση του ημίφωνου δίγαμμα (γράμματος το οποίο υπήρχε στο παλαιότερο ελληνικό αλφάβητο) είναι οι σημαντικότερες ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Στο αντίθετο άκρο του χρονικού ορίζοντα, στοιχεία, όπως η διαμόρφωση ενός πραγματικά οριστικού άρθρου στα έπη, αντιπροσωπεύουν μία προγενέστερη φάση από εκείνη της ποίησης των μέσων και του τέλους του 7ου αιώνα. Τόσο ως προς τα υφολογικά όσο και ως προς τα μετρικά χαρακτηριστικά τους, τα Ομηρικά έπη φαίνονται παλαιότερα των έργων του Ησιόδου τα οποία πολλοί ειδικοί τοποθετούν λίγο μετά από το 700 π.Χ. Ένα διαφορετικό και ίσως πιο ακριβές κριτήριο αποτελούν τα χρονολογήσιμα αντικείμενα και έθιμα τα οποία αναφέρονται στα ποιήματα. Κανένα από αυτά, εκτός από μία ή δύο μάλλον αθηναϊκές προσθήκες, δεν φαίνεται να είναι μεταγενέστερο της περιόδου γύρω από το 700 π.Χ. Από την άλλη μεριά, ο ρόλος που αποδίδεται στους Φοίνικες ως εμπόρων στην Οδύσσεια, καθώς και ένα ή δύο άλλα φαινόμενα, υποδεικνύουν ότι η σύνθεση των ποιημάτων έγινε μετά το 900 π.Χ., τουλάχιστον ως προς τα αντίστοιχα συμφραζόμενα. Σε ορισμένα τμήματα της Ιλιάδας ίσως να υπονοείται μία νέα διάταξη μάχης σε πυκνή παράταξη, η οποία επιβλήθηκε από την εξέλιξη του οπλισμού των οπλιτών μετά το 750 π.Χ., περίπου, ενώ και οι αναφορές στο Γοργόνειο ως στοιχείου διακόσμησης, συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι γεγονός ότι τα έπη περιέχουν πολλά παραδοσιακά και αρχαϊκά στοιχεία και ότι το γλωσσικό και υλικό υπόβαθρό τους είναι κράμα διαφορετικών στοιχείων διαφορετικής χρονικής προέλευσης. Φαίνεται πάντως εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι η σύνθεση των μεγάλου μεγέθους επών (σε αντιδιαστολή με τους πολύ συντομότερους προγόνους τους) χρονολογείται στον 9ο ή τον 8ο π.Χ. αιώνα με περισσότερα στοιχεία υπέρ του 8ου αιώνα. Η Οδύσσεια πιθανώς να ανήκει στα τέλη, ενώ η Ιλιάδα τοποθετείται προς τα μέσα του ίδιου αιώνα. Πιθανώς να μην είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι απεικονίσεις επεισοδίων του έπους εμφανίζονται στην αγγειογραφία την ίδια περίπου εποχή.

Χαρακτηριστικό της τέχνης του Ομήρου, είναι ότι τα έπη του έχουν αρχή, μέση και τέλος και ότι με τα αλλεπάλληλα επεισόδια κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος. Η διήγηση του είναι ήρεμη και ευγενής. Απεικονίζει και τις πιο οικτρές σκηνές, αλλά ο ρεαλισμός του ποτέ δε γίνεται χυδαίος. Τα πρόσωπα που παρουσιάζει ενεργούν με συνέπεια προς το «ήθος» τους. Κανένα πρόσωπο δε μένει «ανηθοποίητο», μέσα στο έργο του. Γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η ιωνική διάλεκτος, ανάμεικτη με μερικούς αιολικούς τύπους. Όπως η ζωή των ηρώων του είναι απλοϊκή και ανεπιτήδευτη, κατά τον ίδιο τρόπο και η γλώσσα του ποιητή είναι απλή και αφελής, με ιδιαίτερη προτίμηση προς την παρατακτική σύνδεση των προτάσεων. Ο αφελής όμως αυτός ποιητής έχει τόσο λεκτικό πλούσιο στο έργο του, όσο κανένα άλλο ποίημα ή πεζό σύγγραμμα. Και αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και ασύγκριτος παρατηρητής της φύσης και του κόσμου. Ο ομηρικός στίχος είναι ο «δακτυλικός εξάμετρος», τον οποίο ο ποιητής βρήκε προετοιμασμένο από τους παλιούς αοιδούς, αλλά τον χρησιμοποίησε με αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία και τον αξιοποίησε όσο κανένας άλλος.

Ο θαυμασμός για τα έπη του Ομήρου διατηρήθηκε αμείωτος από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας, γι’ αυτό και διδάσκεται σ’ όλα τα σχολεία της Ευρώπης, ως ο μεγαλύτερος ποιητής και παιδαγωγός των αιώνων. Τα ομηρικά  έπη έχουν μεταφραστεί σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Τι σηματοδότησε ο Όμηρος.

Ο Όμηρος σηματοδότησε την ουσιαστική απαρχή της ελληνικής λογοτεχνίας και γραμματείας που ακολούθησε. Το αρχαιοελληνικό δράμα, η ιστοριογραφία, ακόμη και η φιλοσοφία, όλα φέρνουν το στίγμα των θεμάτων, κωμικών ή τραγικών, που εντοπίζονται στα έπη και των τεχνικών που χρησιμοποίησε ο δημιουργός τους για να προσεγγίσει τα θέματα αυτά. Η επίδραση των δύο αριστουργημάτων της ελληνικής αρχαιότητας ήταν πολύ μεγάλη όχι μόνο για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους για τους οποίους αποτέλεσαν θεμέλιο της παιδείας τους, αλλά και για όλη τη μεταγενέστερη δυτική ποίηση και λογοτεχνία. Από τον Πλάτωνα και τον Μέγα Αλέξανδρο ως τον Βιργίλιο και τον Δάντη και από τον Shakespeare και τον Tennyson ως τον Milton, τον Joyce και τον Καζαντζάκη, οι επιρροές των αθάνατων ομηρικών επών υπήρξαν βαθιές και ισχυρές.

Για τον Όμηρο δεν γνωρίζουμε τίποτα εκτός από τα ποιητικά δημιουργήματα που μας άφησε. Στις 27 χιλιάδες λέξεις των Ομηρικών ποιημάτων δεν υπάρχει καμιά αναφορά στο δημιουργό τους. Πράγματι, η ζωή και η προσωπικότητα του Ομήρου είναι καλυμμένα από ένα πέπλο μυστηρίου και γύρω από αυτόν έχει δημιουργηθεί το μεγαλύτερο φιλολογικό πρόβλημα όλων των εποχών, το λεγόμενο «Ομηρικό ζήτημα». Τα σημεία που διχάζουν τους ερευνητές είναι ο τόπος γέννησης και η εποχή δράσης του Ομήρου, αλλά και το εάν ο Όμηρος πράγματι υπήρξε και ποιο άτομο βρίσκεται πίσω από αυτό το όνομα. Παρόλο που οι απόψεις είναι πολλές και συχνά αντικρουόμενες, οι πιο εμπεριστατωμένες και σύγχρονες γλωσσολογικές και ιστορικές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι τα δύο έπη γράφτηκαν από το ίδιο άτομο στην ελληνική δυτική ακτή της Μικράς Ασίας κατά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου, κάποια στιγμή μεταξύ του 9ου και 8ου αιώνα π.Χ. και ότι η Ιλιάδα γράφτηκε πριν από την Οδύσσεια.

Και τα δύο ποιήματα διαπραγματεύονται μυθικά γεγονότα που υποτίθεται ότι είχαν λάβει χώρα πολύ πριν από την εποχή που γράφτηκαν. Και στα δύο έπη η δράση είναι παράλληλη και εξελίσσεται τον τελευταίο χρόνο των δύο δεκάχρονων κύκλων, από τους οποίους ο πρώτος ορίζεται με την κατάκτηση της Τροίας και ο δεύτερος με την επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα του Ιθάκη. Η Ιλιάδα τοποθετείται στο τελευταίο έτος του Τρωικού πολέμου, που αποτελεί και το υπόβαθρο της κεντρικής πλοκής του έργου, όταν δηλαδή οι Έλληνες αφότου ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της γύρω περιοχής και των νησιών, πολιορκούν στενότερα την Τροία. Η  Οδύσσεια έχει μικρότερη έκταση από την Ιλιάδα όμως η δομή της είναι πιο περίτεχνη, καθώς δεν κινείται ο ποιητής σε μια γραμμική γραμμή εξιστόρησης των γεγονότων, αλλά αρχίζει από το μέσο της ιστορίας και περιγράφει τα γεγονότα αναδρομικά. Τα πρόσωπά της είναι μερικοί ήρωες του Τρωικού πολέμου, και κυρίως ο πρωταγωνιστής Οδυσσέας, υπάρχουν όμως και κάποιες φανταστικές και μυθικές μορφές. Το θέμα της Οδύσσειας είναι ο νόστος (= ο γυρισμός) του Οδυσσέα στην πατρίδα του και περιγράφει την επίμονη θέληση ενός ανθρώπου να μην λυγίσει μπροστά στις δυσκολίες, να φτάσει στον σκοπό του και να κλείσει τον κύκλο της ζωής του εκεί όπου τον άρχισε. Ο κόσμος του Ομήρου είναι ο μυκηναϊκός κόσμος, επειδή όμως ο ποιητής έζησε σε μεταγενέστερες εποχές το έργο του φυσικό είναι να ενσωματώνει και στοιχεία της μετα-μυκηναϊκής εποχής καθώς και της πρώιμης Γεωμετρικής της οποίας πρέπει να ήταν σύγχρονος. Τα Ομηρικά έπη και οι ιστορίες τους τοποθετούνται στην Εποχή του Χαλκού όταν ο μυκηναϊκός πολιτισμός ανθούσε οικονομικά, και παρόλο που τα έπη απέκτησαν την τελική τους μορφή πολύ αργότερα, ενσαρκώνουν τις μνήμες αυτής της Αρχαϊκής εποχής.

Το σίγουρο ήταν ότι η Ομηρική παράδοση ήταν προφορική, ότι πρόκειται για ένα είδος ποίησης που δημιουργήθηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και χωρίς τη διαμεσολάβηση της γραφής. Πράγματι, ο όρος που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Όμηρος για τον ποιητή είναι αοιδός, δηλαδή τραγουδιστής. Οι Έλληνες γνώριζαν από στήθους μεγάλα τμήματα των επών και τα θεωρούσαν όχι απλά σύμβολα της ενότητας του ελληνικού κόσμου, αλλά και μια πανάρχαια πηγή ηθικής ακόμη και πρακτικής αγωγής.

Τα ομηρικά έπη χάριν στους ραψωδούς διαδόθηκαν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις ασιατικές ακτές και στις δυτικές της αποικίες. Κατά την απαγγελία των επών δημιουργήθηκε η ανάγκη χωρισμού τους σε μικρότερα μέρη, για να αναπαύεται έτσι όχι μόνο ο ραψωδός αλλά και το ακροατήριό του. Έτσι, τα έπη διαιρέθηκαν σε «ραψωδίες» και σταδιακά επικράτησε η συνήθεια να απαγγέλλονται και ορισμένες μόνο ραψωδίες ανάλογα με τις προτιμήσεις του ακροατηρίου και τις ικανότητες του ραψωδού. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να λησμονηθούν κάποια τμήματα των επών, ενώ ταυτόχρονα οι ραψωδοί επέφεραν προσθήκες και αλλοιώσεις όπου το θεωρούσαν κατάλληλο.

Ο Σόλωνας ήταν ο πρώτος που διέταξε τους ραψωδούς να τηρούν πιστά το παραδοσιακό κείμενο στις δημόσιες απαγγελίες τους. Ο Πεισίστρατος όρισε περίπου το 535 π.Χ. επιτροπή ποιητών η οποία ανέλαβε να συγκεντρώσει τα διασκορπισμένα μέρη των επών, να επιμεληθεί εκ νέου το κείμενο και να καταγράψει τα έπη στη βάση των προφορικών παραδόσεων των ραψωδών. Η πρώτη συστηματική εργασία για την οριστική αποκατάσταση των ομηρικών έργων έγινε στην Αλεξάνδρεια από τους φιλολόγους του Μουσείου, οι οποίοι έκαναν πραγματικά τεράστια επιστημονική εργασία. Χάρη σ’ αυτούς, η Ιλιάδα και η  Οδύσσεια πήραν τη μορφή που σώθηκε στα μεσαιωνικά χειρόγραφα, από τα οποία γίνονται οι σύγχρονες εκδόσεις.

Παρότι είναι τα πρώτα μνημεία της ελληνικής ποίησης και ανεξάρτητα από τις φιλολογικές έριδες, τα Ομηρικά Έπη είναι έργα αισθητικής ωριμότητας, τέχνης και ανθρωπισμού. Αποτελούν μνημεία ανεκτίμητης τέχνης, τα οποία γαλούχησαν γενεές επί γενεών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο ουμανισμός και το ανθρώπινο στοιχείο, ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ελληνικής αρχαιότητας, ήδη είναι διάχυτο στο ομηρικό έργο. Τα Ομηρικά ποιήματα παρουσιάζουν επίσης τεράστιο ενδιαφέρον από γλωσσολογικής και υφολογικής άποψης. Καταρχήν, το εύρος και η πολυπλοκότητα του μέτρου ήταν τελείως ασυνήθιστα στην ηρωική ποίηση. Η γλώσσα είναι συνειδητά ποιητική, και περιέχει λέξεις των οποίων το νόημα δεν γνώριζαν ούτε οι ίδιοι οι ραψωδοί, οι οποίες όμως ανήκαν στο επικό ύφος. Ταυτόχρονα, το ομηρικό ύφος μπορεί να είναι πολύ άμεσο και απλό, και δεν έχει το πομπώδες και απρόσιτο ύφος που χαρακτηρίζει άλλους μεταγενέστερους ποιητές όπως ο Βιργίλιος ή ο Ρακίνας. Οι μακροσκελείς και περίτεχνες μεταφορές που χρησιμοποιεί ο Όμηρος επίσης διαφοροποιεί αυτά τα ποιήματα από όλες τις άλλες επικές παραδόσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτές τις μεταφορές ο Όμηρος έχει την ευκαιρία να απεικονίσει αντικείμενα και σκηνές του κόσμου που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να είχαν περιληφθεί, όπως η φύση, οι διάφορες οικονομικές δραστηριότητες των ατόμων, επαγγελματικές δεξιότητες, κ.ά. Έτσι, ο κόσμος του Ομηρικού έπους περιλαμβάνει και περιγράφει ολόκληρο τον κόσμο και όχι μόνο τις μάχες ή τον θάνατο, δημιουργώντας στον αναγνώστη μια αίσθηση μοναδικού ρεαλισμού συνδυάζοντας με μοναδική επιτυχία τον ποιητικό λυρισμό με τον νατουραλισμό. Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στον Όμηρο αποδίδονται επίσης μια συλλογή 34 Ομηρικών Ύμνων, δεκαέξι μικρά ποιήματα που ονομάζονται «Επιγράμματα» και το σατυρικό ποίημα «Μαργίτης».

Ο Όμηρος ως αοιδός.

Αλλά, πέρα από τη γνώση του ονόματός του και τις εικασίες για τον χρόνο και τον τόπο της γέννησης του, η εικόνα του Ομήρου αποτελεί κυρίως προβολή των ίδιων των μεγάλων επών. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους υποδηλώνουν τις προτιμήσεις του και την αντίληψή του για τον κόσμο, αλλά αποκαλύπτουν επίσης πιο συγκεκριμένα στοιχεία για την τεχνική του για το τι είδους ποιητής ήταν. Μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις των Ομηρικών σπουδών, η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με το όνομα του Αμερικανού ερευνητή Μίλμαν Πάρυ (Milman Parry), ήταν ότι η Ομηρική παράδοση ήταν προφορική, ότι επρόκειτο για ένα είδος ποίησης που δημιουργήθηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα  και χωρίς το ενδιάμεσο της γραφής. Πράγματι, ο όρος που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Όμηρος για τον ποιητή είναι αοιδός, δηλαδή τραγουδιστής. Στην Οδύσσεια περιγράφονται με αρκετή λεπτομέρεια δύο τέτοιοι ποιητές. Ο Φήμιος, αοιδός στο ανάκτορο του Οδυσσέως στην Ιθάκη, και ο Δημόδοκος, ο οποίος ζούσε στην πόλη των ημι-μυθικών Φαιάκων και τραγουδούσε τόσο για τους ευγενείς στο ανάκτορο του Αλκίνοου όσο και για το κοινό το οποίο είχε συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει τους αθλητικούς αγώνες προς τιμήν του Οδυσσέα. Με την ευκαιρία αυτή, έψαλλε τον παράνομο έρωτα του Άρη και της Αφροδίτης σε μία παραλλαγή η οποία περιέχει ακριβώς 100 Ομηρικούς στίχους. Αυτή, αλλά και άλλα άσματα τα οποία αποδίδονται σ’ αυτούς τους αοιδούς, όπως λόγου χάρη το άσμα του Δούρειου Ίππου το οποίο περιλαμβάνεται στην Οδύσσεια, δείχνουν ότι οι απλοί της ηρωικής παράδοσης δούλευαν με σχετικά σύντομα ποιήματα τα οποία μπορούσαν να παρουσιαστούν αυτοτελώς σε μια δεδομένη ευκαιρία. Αυτό θα το περίμενε κανείς και άλλωστε επιβεβαιώθηκε από τις συνήθειες των τραγουδιστών και του ακροατηρίου σε άλλες περιόδους και σε άλλα μέρη του κόσμου. Όποια και να ήταν η περίσταση η οποία προσφερόταν για το ηρωικό τραγούδι- μια γιορτή ευγενών, ένα θρησκευτικό πανηγύρι, ή λαϊκές συγκεντρώσεις στο καπηλειό ή στην αγορά- ένας φυσικός περιορισμός στην έκταση του ποιήματος ήταν ο διαθέσιμος χρόνος και το ενδιαφέρον του ακροατηρίου, καθώς και η φυσική αντοχή του αοιδού και το εύρος του ρεπερτορίου του.

Τέτοια σχετικά σύντομα άσματα πρέπει να απετέλεσαν το υπόβαθρο της παράδοσης που κληρονόμησε ο Όμηρος και η περιγραφή του Δημόδοκου και του Φήμιου πρέπει να είναι ακριβής ως προς αυτό. Εκείνο που φαίνεται ότι υπήρξε η συμβολή του ίδιου του όμηρου ήταν η εισαγωγή μιας νέας αντίληψης για μία ποίηση διαφορετικού ύφους με την μορφή του μνημειακού ποιήματος, η παρουσίαση του οποίου απαιτούσε περισσότερο από μία συγκεκριμένη και μοναδική ευκαιρία ή ένα απογευματινό, και που του έδινε την ευκαιρία να δημιουργήσει νέες και συνθετότερες από λογοτεχνική και ψυχολογική άποψη εντυπώσεις από εκείνες που δημιουργούσαν τα πιο ανεκδοτολογικά, επεισοδιακού χαρακτήρα ποιήματα των προκατόχων του.

Ποιητικές Τέχνες.

Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς πώς είναι δυνατόν να κατατάσσεται ο Όμηρος με τόση βεβαιότητα στην ομάδα των αοιδών, δεδομένου ότι διαφέρει από τον Φήμιο ή τον Δημόδοκο ως προς την έκταση των ποιημάτων και πιθανώς να ήταν ριζικά διαφορετικός ως προς τις ποιητικές του τεχνικές. Η ίδια η φύση των ποιημάτων του θα μπορούσε να απαντήσει κατά μεγάλο μέρος στο πρόβλημα. Το ύφος των ποιημάτων του στηρίζεται στην «τυποποίηση», στηρίζεται δηλαδή σημαντικά στη χρήση όχι μόνον ενός αποθέματος στερεότυπων επιθέτων και επαναλαμβανόμενων στίχων ή ομάδων στίχων (φαινόμενο το οποίο παρατηρείται σε μικρότερο βαθμό σε έναν απομιμητή του όπως τον Βιργίλιο, ο οποίος χρησιμοποιούσε γραφή) αλλά επίσης σε ένα πλήθος τυποποιημένων στερεότυπων φράσεων που χρησιμοποιούνται κατ’ επανάληψη για να εκφράσουν μια παρόμοια ιδέα σε ένα παρόμοιου περιεχομένου μέρος του ποιήματος. Το καθαρότερο και απλούστερο παράδειγμα είναι τα επιλεγόμενα τυποποιημένα στερεότυπα συμπλέγματα ονομάτων-επιθέτων. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα σύστημα στο οποίο κάθε μεγάλος θεός ή ήρωας διαθέτει μία ποικιλία επιθέτων, η επιλογή των οποίων γίνεται κάθε φορά ανάλογα με το πόσο χώρο του στίχου ή ποιο τμήμα του θέλει να καταλάβει ο αοιδός. Ο Οδυσσέας αποκαλείται «διογένης Οδυσσεύς», «πολύμητις Οδυσσεύς», ή «πολύτλας δίος Οδυσσεύς» απλώς και μόνο ανάλογα με την ποσότητα του υλικού που χωρά στο υπόλοιπο τμήμα του εξάμετρου στίχου. Για τα πλοία, χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως «μέλαινα νήες», «νήες αμφιέλισσαι», «νηός είσης», «νήες μιλτοπάρηοι», «γλαφυραί νέες», όχι για να γίνει διάκριση κάποιου συγκεκριμένου πλοίου από τα άλλα, αλλά μόνον ως προς τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις του ρυθμικού περιεχομένου. Ολόκληρο το σύστημα των συμπλεγμάτων ονομάτων-επιθέτων διακρίνεται τόσο για την έκταση όσο και για την οικονομία του, καλύπτει μία μεγάλη ποικιλία θεμάτων με ελάχιστες επαναλήψεις ή περιττές επικαλύψεις. Θα έλεγε κανείς ότι ένα τόσο τέλειο και σύνθετο σύστημα δεν θα μπορούσε να έχει επινοηθεί από έναν μόνον ποιητή, αλλά θα πρέπει να εξελίχθηκε μέσα από μία μακρόχρονη παράδοση, η οποία είχε ανάγκη τόσο την έκταση όσο και την οικονομία για λειτουργικούς λόγους, μια παράδοση η οποία στηριζόταν σ’ αυτές τις στερεότυπες ενότητες φράσεων λόγω της προφορικής της φύσης, όπου η απομνημόνευση, η άσκηση και ένα είδος αυτοσχεδιασμού αντικαθιστούν την προμελετημένη, αυτοδιορθωνόμενη, λέξη προς λέξη διαδικασία του συγγραφέα ο οποίος χρησιμοποιεί χαρτί και μολύβι. Ομολογουμένως το υπόλοιπο Ομηρικό λεξιλόγιο δεν είναι τόσο έντονα τυποποιημένο όσο στην περίπτωση των συμπλεγμάτων ονόματος-επιθέτου (ή όπως στο άλλο γνωστό παράδειγμα των τυποποιημένων εκφράσεων, για να δηλωθεί η αρχή και το τέλος μιας ομιλίας). Πολλές εκφράσεις, πολλά τμήματα προτάσεων έχουν επινοηθεί ειδικά για την συγκεκριμένη περίπτωση ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Αλλά, ακόμη και έτσι, υπάρχει ένα έντονα τυποποιημένο και προκατασκευασμένο στοιχείο στην τεχνητή γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Όμηρος, ακόμη και σε λιγότερο εμφανείς περιπτώσεις, όπως είναι η διάταξη των μορίων, των συνδέσμων και των αντωνυμιών.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο Όμηρος πρέπει να εκπαιδεύτηκε, όπως κάθε αοιδός, αρχίζοντας με την συγκρότηση ενός ρεπερτορίου από κανονικού μεγέθους άσματα τα οποία αποθησαύριζε από το απόθεμα των ήδη καθιερωμένων αοιδών.

Οι μεγάλες ηρωικές περιπέτειες του παρελθόντος πρέπει ήδη να είχαν εξέχουσα θέση σε κάθε ρεπερτόριο, ιδιαίτερα οι πανελληνίου χαρακτήρα εκστρατείες των Επτά επί Θήβας, των Αργοναυτών και η Τρωική εκστρατεία. Ορισμένα επεισόδια του Τρωικού πολέμου ίσως είχαν ήδη ιστορηθεί σε άσματα ασυνήθιστης έκτασης, τέτοιας όμως που να επέτρεπε την παρουσίασή τους αυτοτελώς, σε μία και μόνη συνάθροιση. Η διαδικασία αυτή όμως ενδεχομένως προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση με την δημιουργία της Ιλιάδας η οποία αποτελείται από περισσότερους από 16.000 στίχους και της οποίας η παρουσίαση πιθανώς να απατούσε τέσσερις, πέντε, ή και περισσότερες πολύωρες απογευματινές συναθροίσεις. Αυτή η στροφή προς τη μνημειακότητα, η οποία έθετε ασυνήθιστους, και σχεδόν παράλογους όρους στους ακροατές, προϋπέθετε έναν αοιδό εξαιρετικής ικανότητας και φήμης, ο οποίος θα μπορούσε να επιβάλλει την νέα και προφανώς δύσκολη μορφή στους ακροατές του απλώς και μόνον με την ασυνήθιστη ιδιοφυΐα του άσματός του. Ο 8ος αιώνας ήταν και από άλλες απόψεις μία περίοδος πολιτισμικών καινοτομιών, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται η τάση για μνημειακότητα. Οι πελώριοι ναοί (όπως ο αρχαιότερος ναός της Ήρας στη Σάμο) και τα μεγάλου μεγέθους ταφικά αγγεία (όπως οι κρατήρες και οι αμφορείς του λεγόμενου γεωμετρικού ρυθμού από τους τάφους του Διπύλου στην Αθήνα) πιθανώς να βρήκαν το λογοτεχνικό τους ανάλογο στην ιδέα μιας εκτενούς πραγμάτευσης του Τρωικού πολέμου. Κυρίως όμως ο Όμηρος δημιουργούσε κινούμενος από την τάση για επεξεργασία και επέκταση η οποία χαρακτηρίζει όλη τη γνωστή ηρωική προφορική ποίηση. Ο αοιδός δεν οικειοποιείται ένα άσμα από κάποιον άλλο απλώς απομνημονεύοντάς το. Προσαρμόζει αυτό που ακούει στο δικό του απόθεμα φράσεων, τυποποιημένων σκηνών και θεμάτων και έχει την τάση να αντικαθιστά ότι δεν του είναι οικείο με κάτι που ήδη γνωρίζει ή να το επεκτείνει προσθέτοντας το οικείο του υλικό σε σημεία, όπου πιθανόν είναι το νέο να παρουσιάζει ελλείψεις. Κάθε αοιδός ο οποίος λειτουργεί στα πλαίσια μιας ζωντανής προφορικής παράδοσης έχει την τάση να αναπτύσσει αυτό που μαθαίνει. Υπάρχει ένα στοιχείο αυτοσχεδιασμού, όπως και το στοιχείο της μνήμης στην ιδιοποίηση του νέου υλικού. Κρίνοντας από την πρακτική των τραγουδιστών η οποία ερευνήθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά στη Ρωσία, τη Σερβία, την Κύπρο και την Κρήτη, η τάση για προσαρμογή, επεξεργασία και βελτίωση είναι φυσική κλίση όλων των προφορικών ποιητών.

Διαμόρφωση της δομής των επών μέσω προσθετικής διαδικασίας.

Ο Όμηρος πρέπει να αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επεξεργαστεί το υλικό του όχι μόνον ποιοτικά, αλλά και ως προς την έκταση και την συνθετότητα της πλοκής. Κάθε προφορική ποίηση είναι κατ’ ουσίαν δημιούργημα προσθετικής διαδικασίας. Ο στίχος δημιουργείται προσθέτοντας την μία φράση στην άλλη, προσθέτοντας τον έναν στίχο στον άλλο. Το σύνολο της πλοκής ενός άσματος συντίθεται με την προοδευτική συσσώρευση ελασσόνων μοτίβων και μειζόνων θεμάτων, από τις απλές ιδέες (όπως «η αναχώρηση του ήρωα» ή «ο ήρωας απευθύνεται στον εχθρό του»,) και τις τυπικές σκηνές (όπως οι συναθροίσεις ανθρώπων ή θεών) ως σύνθετα, αλλά τυποποιημένα θεματικά σύνολα (όπως τα επεισόδια αναγνώρισης ή συμφιλίωσης). Φαίνεται ότι ο Όμηρος επεξέτεινε αυτή την προσθετική διαδικασία σε νέες περιοχές της ποίησης και της αφήγησης. Ως προς αυτό το σημείο, αλλά και ως προς άλλες απόψεις (όπως, λόγου χάρη, στην ποιητική του έκφραση), εφάρμοζε το δικό του ατομικό όραμα στο γόνιμο υλικό της εκτεταμένης και πασίγνωστης παράδοσης.

Το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ ότι σε ένα κανονικό παραδοσιακό ποίημα. Για να καταλάβει κανείς την καταγωγή και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της Ιλιάδας και της Οδύσσειας σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσει να εντοπίσει όχι μόνον τα ιδιαίτερα στοιχεία της Προομηρικής παράδοσης, αλλά επίσης και την πιθανή συμβολή του ίδιου του Ομήρου είτε αυτή διακρίνεται από το γεγονός ότι βασίζεται στην μνημειακότητα, είτε από τις φανερές καινοτομίες της ως προς την παράδοση συνολικά είτε από άλλα στοιχεία. Είναι απαραίτητο να εντοπιστούν στο μέτρο του δυνατού τα στοιχεία της γλώσσας και των διαλέκτων, όπως λόγου χάρη τα κατάλοιπα της μυκηναϊκής γλώσσας ή λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στις αιολικές πόλεις της δυτικής Μικρασιατικής ακτής ή τύποι της αθηναϊκής διαλέκτου οι οποίοι εισήχθησαν στα έπη μετά την εποχή του Ομήρου.

Το ίδιο πρέπει να συμβεί με τις ειδικές αναφορές σε θέματα οπλισμού, ενδυμασιών, κατοικιών, ταφικών εθίμων, πολιτικής γεωγραφίας και ούτω καθεξής, τα οποία μπορεί να τοποθετούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ή στην περίοδο κατά την οποία έδρασε ο Όμηρος- τουλάχιστον πρέπει να χρονολογηθούν ως σχετικά πρώιμα ή όψιμα μέσα στο σύνολο της ποιητικής παράδοσης μέχρι τον Όμηρο.

Η «Οδύσσεια».

Στην Οδύσσεια επικρατεί η τάση κάποιας ηπιότερης έκφρασης και σε ορισμένες περιπτώσεις η εξέλιξη της δράσης είναι πιο εκτεταμένη, όμως η δομή της είναι ακόμη πιο σύνθετη και αρμονική από της Ιλιάδας. Τα κύρια σημεία της πλοκής της είναι : η κατάσταση στην Ιθάκη, όπου η Πηνελόπη, σύζυγος του Οδυσσέα και ο νεαρός γιός τους Τηλέμαχος είναι αδύναμοι μπροστά στους προπετείς μνηστήρες και έχουν απογοητευθεί ότι μπορεί να επιστρέψει κάποτε ο Οδυσσέας από τον Τρωικό πόλεμο. Το μυστικό ταξίδι του Τηλέμαχου στην Πελοπόννησο με σκοπό να πληροφορηθεί για την τύχη του πατέρα του και οι εκεί συναντήσεις με τον Νέστορα, τον Μενέλαο και την Ελένη. Ο επικίνδυνος διάπλους του Οδυσσέα, τον οποίο αντιμάχεται ο ίδιος ο θεός της θάλασσας Ποσειδών, από το νησί της Καλυψώς στη νήσο των Φαιάκων. Η αφήγηση των καταπληκτικών περιπετειών του (από την ι στη μ ραψωδία) μετά την αναχώρησή του από την Τροία, μεταξύ άλλων και της απόδρασής του από το σπήλαιο του κύκλωπα Πολύφημου. Η νυκτερινή άφιξή του, μόνου πλέον, στην Ιθάκη περίπου στα μέσα του ποιήματος, η συνάντησή του με την προστάτιδα του θεά Αθηνά, οι διάφορες μεταμορφώσεις του, η αυτοπαρουσίασή του στον πιστό του χοιροβοσκό Εύμαιο και κατόπιν στον Τηλέμαχο, το περίπλοκο σχέδιό τους για την εξόντωση των μνηστήρων και η αιματηρή του ολοκλήρωση. Τέλος, η αναγνώρισή του από την πιστή Πηνελόπη, στην οποία εξιστορεί τις περιπέτειές του, η συνάντησή του με τον γέροντα πατέρα του Λαέρτη και η αποκατάσταση, με την βοήθεια της Αθηνάς, της σταθερότητας στο νησιώτικο βασίλειο της Ιθάκης.

Η συμβολή της προσωπικότητας του Ομήρου φαίνεται ότι ήταν εντονότερη σε ορισμένα από τα πιο ευδιάκριτα μορφικά στοιχεία των ποιημάτων. Η συμμετοχή των θεών μπορεί να προσδώσει μεγαλοπρέπεια στα συμβάντα της ανθρώπινης ζωής, αλλά μπορεί και να τα κάνει να φαίνονται ευτελή ή τραγικά. Θα πρέπει να ανήκουν από αρκετό χρονικό διάστημα στην ηρωική παράδοση, όμως η συχνότητα και ο πλούτος των συναθροίσεων των θεών στην Ιλιάδα ή η ιδιόμορφα προσωπική και αμφίθυμη σχέση ανάμεσα στον Οδυσσέα και την Αθηνά στην Οδύσσεια, μάλλον αντανακλούν το γούστο και την ικανότητα του βασικού συνθέτη. Η πολυπρισματικότητα των μαχών, η επαμφοτερίζουσα ρεαλιστικότητα των σκηνών θανάτου σε εκατοντάδες μορφές πρέπει να είχαν διαμορφωθεί ήδη από τους προκατόχους του Ομήρου, αλλά ποτέ πριν δεν πρέπει να είχαν αναπτυχθεί με τέτοιο επιβλητικό και σύνθετο τρόπο. Η τεχνική των εκτεταμένων παρομοιώσεων απαλύνει την υπερένταση που προκαλεί η ηρωική δράση, με την φωτεινή παρεμβολή ενός αρκετά διαφορετικού και συχνά ειρηνικού παράλληλου σύγχρονου κόσμου, μέσα από εικόνες συχνά νοσταλγικές, που απογειώνονται από το συγκεκριμένο σημείο σύγκρισης. Αυτές οι παρομοιώσεις, τουλάχιστον ως προς τη θέση τους και το περιεχόμενό τους, πρέπει να είναι έργο του βασικού δημιουργού. Πέρα όμως από αυτά που μπορεί να διαισθάνεται κανείς γενικότερα για την συμβολή του ποιητή, κάθε απόπειρα να εντοπιστούν συγκεκριμένα τα στοιχεία της προσωπικής του συμβολής καταλήγει συχνά σε μοναδικότητά τους ακριβώς στη δημιουργική και κατά συνέπεια μη αναλύσιμη συρροή της παράδοσης και της προσωπικής επιδίωξης, της κρυστάλλινης σταθερότητας ενός τυποποιημένου ύφους και της κινητικότητας και του αυθορμητισμού ενός λαμπρού προσωπικού οράματος. Το όνομα «Όμηρος» σημαίνει πάνω απ’ όλα αυτή την σύντηξη.

Το αποτέλεσμα είναι ένα εντυπωσιακό αμάλγαμα λογοτεχνικής δύναμης και ευγένειας. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια όμως οφείλουν την εξέχουσα θέση τους όχι τόσο στην αρχαιότητά τους και στη θέση τους στον ελληνικό πολιτισμό στο σύνολό του, αλλά στη διαχρονική τους ικανότητα να εκφράζουν με τέτοια μεγέθη τον θρίαμβο και τις απογοητεύσεις της ανθρώπινης ζωής. Παρόλο που ως έναν βαθμό με το θέμα αυτό ασχολείται κάθε λογοτεχνικό είδος, τα επικά ποιήματα γενικά στα σημεία ακριβώς, όπου θα το ανέμενε κανείς, δεν εκφράζουν τέτοιους προβληματισμούς. Τα Ομηρικά έπη όμως, υπερβαίνουν τα άμεσα θέματα της ηρωικής μάχης ή της αναμέτρησης με τους θεούς και την φύση ή τον αγώνα με τις δαιμονικές δυνάμεις, και αυτό το επιτελούν μέσω μιας ποιητικής γλώσσας μεγάλης απλότητας και ευαισθησίας, με μια αδρή και εκπληκτικά ευέλικτη τεχνική και έναν πυρήνα θαυμάσιων ιστοριών με θέμα τον Τρωικό πόλεμο και τις επιπτώσεις του. Όμως η μεγαλύτερή τους δύναμη βρίσκεται στη δραματική τους ποιότητα, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος κάθε έπους αποτελείται από διαλόγους και μονολόγους στους οποίους η ρητορική δεινότητα ελέγχεται συνεχώς, ενώ αναδεικνύονται οι ατομικοί χαρακτήρες, καθώς έρχονται σε αντιπαράσταση μεταξύ τους και με τους θεούς με συμβουλές, ερωτήσεις, ικεσίες, υποταγή στη μοίρα και πάθος. Ο Αχιλλεύς, ο Έκτωρ, ο Μενέλαος, ο Αίας, ο Οδυσσεύς, οι άλλοι, αποκτούν μιαν ηρωική λάμψη την οποία ακόμη και οι Έλληνες τραγικοί αργότερα δυσκολεύτηκαν να απομιμηθούν. Αυτό ήταν αποτέλεσμα εν μέρει της αρχαϊκότητας των πανάρχαιων αυτών ιστοριών τις οποίες οι ειδικές τεχνικές της μνημειώδους σύνθεσης δεν μπόρεσαν να συγκαλύψουν. Το αποτέλεσμα όμως αυτό εξαρτάται και από ένα στοιχείο που υπερβαίνει την αρχαϊκότητα, δηλαδή από την απόλυτα μυθική ποιότητα η οποία προσδίδει σε αυτές τις ιστορίες κάτι από την παγκοσμιότητα στην οποία προσβλέπει κάθε λογοτεχνία. Αυτό επιτεύχθηκε από τον  Όμηρο με συνέπεια και με μία φαινομενική ευκολία, η οποία όμως πρέπει να είναι απατηλή.

Η γλώσσα των ομηρικών επών.

Την γλωσσική μορφή στην οποία είναι γραμμένα τα έπη την συνιστούν ανομοιογενή χαρακτηριστικά, σε βαθμό που δεν είναι δυνατόν να αντιστοιχεί σε γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για ομιλία ή επικοινωνία σε ορισμένο χρόνο και τόπο. Στα συστατικά της γλώσσας των επών αναγνωρίζονται στοιχεία ζωντανά σε αρχαίες ελληνικές διαλέκτους που η χρήση τους διαχρονικά ή διατοπικά επαληθεύτηκε σε επιγραφές (οι παλαιότερες είναι οι μυκηναϊκές), σε μεταγενέστερη ποίηση και από έμμεσες μαρτυρίες. Ανιχνεύονται όμως σε όχι μικρό ποσοστό και στοιχεία απ’ αρχής τεχνητά που την δημιουργία τους επέβαλαν και την διατήρησή τους ή την απόρριψή τους καθόριζαν οι ανάγκες της προσωδίας. Αυτά τα στοιχεία υπάγονται στα λεγόμενα «επικά» γλωσσικά φαινόμενα που συνυφαίνονται είτε με την προσωδία (π.χ., οι μετρικές εκτάσεις: είνεκα < ένFκα, μούνος) είτε με τον τρόπο γένεσης των επών (π.χ., οι στερεότυπες εκφράσεις). Η ανάμιξη όλων αυτών των στοιχείων φαίνεται, με τα σημερινά δεδομένα, επίσης τεχνητή. Γλώσσες που δεν μιλήθηκαν ποτέ και που στην υπαρκτή μορφή τους χρησιμοποιήθηκαν στον έντεχνο λόγο, ονομάζονται στη γλωσσολογία λογοτεχνικές.

Η Αρχαία ελληνική γλώσσα, αν εξαιρέσουμε τις επιγραφικές μαρτυρίες σε αγγεία, είναι γνωστή από τη μορφή της στον γραπτό λόγο: ως γλώσσα επίσημης επικοινωνίας, η οποία υφολογικά επεξεργασμένη χρησιμοποιήθηκε και στη ρητορεία, την ιστοριογραφία και την φιλοσοφία και ως λογοτεχνικές διάλεκτοι, καθεμιά τους αντίστοιχη σε ένα λογοτεχνικό είδος. Για παράδειγμα, η ελεγειακή ποίηση ανεξαρτήτως του που και από ποιόν γραφόταν ακολουθούσε τη μορφή της ιωνικής διαλέκτου στην οποία πρωτοκαλλιεργήθηκε.

Η επική διάλεκτος διαφέρει ποιοτικά από τις άλλες ελληνικές λογοτεχνικές διαλέκτους κατά το ότι στη δημιουργία της καθοριστικό ρόλο έπαιξαν όχι τόσο τα υπερτοπικά στοιχεία όσο οι διαχρονικά διαμορφωμένοι τύποι και η ενσωμάτωσή τους ή η απόρριψή τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της προσωδίας. Η στρωματική μέθοδος παρουσιάζει με απλουστευμένο τρόπο την ανάμιξη των γλωσσικών στοιχείων στην επική γλώσσα, κυρίως γιατί στηρίζεται στην παλαιότερη διαίρεση των ελληνικών διαλέκτων- διακρίνει δηλαδή κατά σειρά αιολικό, ιωνικό και αττικό στρώμα- και γιατί δεν ερμηνεύει τον ρόλο της ηχητικής εντύπωσης και του ηρωικού, μυθικού στοιχείου. Όταν και σήμερα ποιητές αλλοιώνουν το λεκτικό του προτάσσοντας στις επιλογές τους την ηχητική υφή και κάποιο νόημα των λέξεων, όχι όμως την σημασία τους, ούτε την γραμματική τους ορθότητα ή ακόμη συνταιριάζοντας λέξεις από χρονικά απομακρυσμένα «στρώματα» της γλώσσας, κάνουν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Μόνο που ο Όμηρος το έκανε παρορμητικά, άμεσα.

Με την ανάγνωση της Γραμμικής Β΄ αποκαλύφθηκαν σχέσεις μυκηναϊκής και επικής διαλέκτου: Λέξεις Ομηρικές διαπιστώθηκαν κάτω από συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β΄: φάσγανον, έλαιον, άναξ, ανάκτερος> ανάκτορον, πτόλεμος, τρίπους, δέπας, θώρακες, Αθηνά Ποτνία, Ποσειδών.

Στη νέα διαλεκτική διαίρεση της Αχαϊκής σε Βόρεια (Αιολική) και σε Νότια (Ιωνική, Αττική, Αρκαδοκυπριακή, Μυκηναϊκή των πινακίδων) η επική γλώσσα είναι μίγμα από μυκηναϊκά, ιωνικά, αττικά και αρκαδοκυπριακά στοιχεία.

Τα αρκαδοκυπριακά περιορίζονται σε λέξεις μόνον, π.χ., κασίγνητος, πτόλις. Τα ιωνικά, που είναι και τα περισσότερα, έχουν μορφολογικό χαρακτήρα και επηρεάζουν αντίστοιχα την γραμματική της επικής γλώσσας. Τα αιολικά, τέλος, σχετίζονται με φωνητικά κυρίως φαινόμενα και είναι στοιχεία που προϋπήρχαν στην Αχαϊκή.

Επιλεκτικά, τα κυριότερα γλωσσικά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την γλώσσα των επών είναι:  

·          Η εκφορά ή αποσιώπηση του φωνήματος F (=/w/, αρχαία ονομασία βαυ). Το δίγαμμα  F δεν γραφόταν στην Ιωνική-Αττική στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι είχε σιγηθεί εντελώς. Βέβαιο όμως είναι ότι η εκφορά του στους χρόνους του Αρχιλόχου επέτρεπε την έκθλιψη (που είναι αποτέλεσμα της συνάντησης δύο φωνηέντων). Αντίθετα, μαρτυρείται η χρήση του σε αιολικές και δωρικές επιγραφές έως και τον 4ο αιώνα. Στην ελληνιστική εποχή το F δεν ήταν πλέον ούτε φωνητικά ούτε ορθογραφικά γνωστό και γι’ αυτό δεν σημειώνεται στη χειρόγραφη παράδοση των Ομηρικών κειμένων. Η αποκατάστασή του στις θέσεις, όπου εξέπεσε, έγινε από τον φιλόλογο Μπέντλυ (Bentley) και έλυσε πολλές ανωμαλίες, της φωνητικής, της μορφολογίας και της προσωδίας στη γλώσσα των επών, όπως:

1.      Χασμωδίες, δηλαδή τη διατήρηση δύο διαδοχικών φωνηέντων χωρίς συναλοιφή στο εσωτερικό των λέξεων ή στην αρχή μιας λέξης και στο τέλος της προηγούμενής της (π.χ., Α 151: τω οι έσαν αντί : τω Fοί έσαν / Ε 816: ερέω έπος αντί : ερέω Fέπος / Α 85 : μάλα ειπέ αντί : μάλα Fειπέ).

2.      Αλλοίωση της προφοράς φθόγγων, δηλαδή η έκπτωση του F δημιούργησε την ανάγκη αποκατάστασης κάποιου φωνητικού κενού, έτσι ώστε το Fιλεύς ή το Fινος να γραφούν Οιλεύς και οίνος και το βοFς να γραφεί βους.

3.      Διατάραξη της κανονικής προσωδίας (του δακτυλικού εξάμετρου) με παρουσία βραχέος μετά την έκπτωση του F αντί μακρού. Η αποκατάσταση του F ρυθμίζει την ποσότητα των συλλαβών, π.χ., Γ 310: εις δίφρον Fάρνας / Ι 409: οι δ’ απαμειβόμενοι Fέπεα πτερόεντα αγόρευαν (η φράση είναι στερεότυπη) /Α 108: εσθλόν δ’ ούτε τι πω Fείπες Fέπος ούτ’ ετέλεσσας.

Έχει αποδειχτεί ότι σε 3.354 χωρία των επών η αποκατάσταση του F είναι προσωδιακά αναγκαία. Αντίθετα, σε 617 άλλα χωρία η ποσότητα των συλλαβών ρυθμίζεται ανεξάρτητα από την παρουσία του F. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι τους αιολικούς τύπους δεν τους αντικαθιστούν ιωνικοί σε άλλη περίπτωση παρά μόνον αν η προσωδία εξυπηρετείται κι από τους δύο.

 Ο ίδιος ο φθόγγος είχε ημιφωνικό χαρακτήρα, ο οποίος του προσέδιδε μία ποικιλία τονικότητας και ακουστικής εντύπωσης. Πράγματι, στην πρωτότυπη αιολική μορφή τους «μετατυπώνοντας» χωρία, αποκάλυψαν οι μελετητές συνηχήσεις και παρηχήσεις που επιβεβαιώνουν την ηχητική ευελιξία του.

·          Αιολικοί τύποι προσωπικών αντωνυμιών παράλληλα με τους ιωνικούς : άμμες-ημείς, άμμε-ημάς, τύνη-συ.

·          Αιολικοί τύποι απαρεμφάτου σε -μεναι και -μεν (έμμεναι) και παράλληλοι ιωνικοί (είναι).

·          Αιολικοί τύποι (που οπωσδήποτε προέρχονται από την Αχαϊκή) της ονομαστικής ουσιαστικών σε ά (νεφεληγερέτα, Πεισιδίκα).

·          Αποκοπή των προθέσεων (από την Αχαϊκή): κάτθανε, άμ (=ανά) πεδίον.

·          Παράλληλη χρήση του ιωνικού επιτατικού ερι- και του αντίστοιχου αιολικού αρι- (π.χ., αρίγνωτος, ερίηρος).

·          Πατρωνυμικά με κατάληξη –ίων, -ίος (από την Αιολική), π.χ., Πηλείων, και παράλληλα με κατάληξη –ίδης (από την Ιωνική), π.χ., Πηλείδης.

·          Ασάφεια στη χρήση ή μη της δάσυνσης (φαινόμενο της Αιολικής είναι η ψίλωση, της Αττικής, η δάσυνση), π.χ., ηέλιος, ήμαρ, άμμες και παράλληλα ημέες, επάλμενος και παράλληλα εφέστιος.

·          Ασυναίρετοι τύποι παράλληλα με συνηρημένους. Δεν έχουν ταξινομηθεί οι περιπτώσεις της ύπαρξης ή μη συναίρεσης (το ίδιο συμβαίνει και με την συνίζηση και την κράση), έτσι ώστε να διαπιστωθούν η προέλευση και οι τάσεις αυτών των φαινομένων.

·          Η μετρική διέκταση, δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο δύο διαδοχικά όμοια φωνήεντα διατηρούνται ασυναίρετα και μεταβάλλονται σε βραχύ και μακρό αντίστοιχα, π.χ., ορόωντες, ευχετάασθαι, σαόφρων.

Διεξοδικότερη διαπραγμάτευση του θέματος και νεώτερες εξελίξεις βλ. Τόμ. ΕΛΛΑΣ (Ελληνική γλώσσα).

Μέτρο – Προσωδία.

Το είδος του μέτρου στο οποίο είναι συντεθειμένα τα Ομηρικά έπη παραδίδεται στο σύστημα που χρησιμοποίησε ο μετρικός Ηφαιστίων (130-169 μ.Χ.) με την ονομασία δακτυλικό. Ο Αριστοτέλης το ονομάζει ηρωικόν και το χαρακτηρίζει στην Ποιητική (1459b) στασιμώτατον και ογκωδέσταστον των μέτρων («ιδιαίτερα σταθερό, ήρεμο και μεγαλοπρεπές») και κατάλληλο ιδίως για απαγγελία. Πράγματι, το εξάμετρο του Ομηρικού στίχου με τους πέντε δακτύλους και τον τελικό σπονδείο ή τροχαίο, όπου η τελευταία συλλαβή είναι αδιάφορη και η τομή μπορεί να μετακινείται από τον τρίτο πόδα (μετά την θέση) στον τέταρτο πόδα, προκαλώντας μία αντίστοιχη αυξομείωση των αντίστοιχων τμημάτων του στίχου, προσδίδει ιδιαίτερη κίνηση, σφρίγος και έν