Η αναφορά των ποινικών αδικημάτων στην Αστυνομία είναι μια υποχρέωση όλων με σκοπό τα εγκλήματα και οι εγκληματίες να μην μένουν ακόλαστοι από το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Αυτή η παραπομπή των εγκλημάτων στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης είναι μια πράξη η οποία αρχίζει με την εισαγωγή των υποθέσεων στο ποινικό σύστημα και τελειώνει με τον χαρακτηρισμό τους ως εγκλημάτων και των δραστών τους ως εγκληματιών . Ο όρος της παραπομπής είναι ευρύτερος από τον όρο της αναφοράς του εγκλήματος στην αστυνομία. Η παραπομπή του εγκλήματος στο ποινικό σύστημα είναι η διαδικασία μετάβασης και εμπλοκής, των συμμετεχόντων στο έγκλημα, στους μηχανισμούς του σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης (σ.π.δ) .

 

Ιστοσελιδες  
HellenicEagle
EuropeanEagle
ApodimosStudents
HellenicGlossary
HellenicArtAlmanac
HellenicOpinionCounter
Theodromion
Apodimos-RealEstate
ApodimosEllas
DimotikesEkloges

Apodimos.Gr
Apodimos Radio Station OnLine
ApodimosHellas
Apodimos TV

 

 

 



 
Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ.

Του Άγγελου Α. Τσιγκρή – www.Apodimos.com

Η αναφορά των ποινικών αδικημάτων στην Αστυνομία είναι μια υποχρέωση όλων με σκοπό τα εγκλήματα και οι εγκληματίες να μην μένουν ακόλαστοι από το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Αυτή η παραπομπή των εγκλημάτων στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης είναι μια πράξη η οποία αρχίζει με την εισαγωγή των υποθέσεων στο ποινικό σύστημα και τελειώνει με τον χαρακτηρισμό τους ως εγκλημάτων και των δραστών τους ως εγκληματιών . Ο όρος της παραπομπής είναι ευρύτερος από τον όρο της αναφοράς του εγκλήματος στην αστυνομία. Η παραπομπή του εγκλήματος στο ποινικό σύστημα είναι η διαδικασία μετάβασης και εμπλοκής, των συμμετεχόντων στο έγκλημα, στους μηχανισμούς του σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης (σ.π.δ) .

Για αυτό τον λόγο ζήτησε το Apodimos.com από δικηγόρο κ. Άγγελο Τσιγκρή ο οποίος είναι διδάκτωρ της Εγκληματολογίας να μας εξηγήσει πώς γίνεται αυτή η μετάβαση και με οποιοδήποτε τρόπους. Ο δικηγόρος κ. Άγγελος Τσιγκρής μας έδωσε την δυνατότητα να παρουσιάσουμε την μελέτη του με θέμα : Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ και την παρουσιάζουμε στους επισκέπτες και αναγνώστες της αρθρογραφίας του Apodimos.com.

Ο Άγγελος Τσιγκρής γεννήθηκε το 1966 στο Αίγιο του νομού Αχαΐας. Το 1984 αποφοίτησε από το 2ο Γενικό Λύκειο Αιγίου. Σπούδασε Νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει κάνει διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές στην Εγκληματολογία και την Αντεγκληματική Πολιτική. Είναι δικηγόρος Αθηνών, διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου και καθηγητής της Εγκληματολογίας στην Αστυνομική Ακαδημία.

Είναι συγγραφέας δεκάδων μελετών και άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά, καθώς και δεκατρία (13) βιβλίων με τους παρακάτω τίτλους: 1) «Εγκλήματα από Έρωτα» (υπό έκδοση), 2) «Αντεγκληματική Πολιτική για την Ελλάδα του 21ου Αιώνα» (2003), 3) «Το Έγκλημα της Ανθρωποκτονίας στην Ελλάδα» (2002), 4) «Η Σεξουαλική Βία κατά Γυναικών και Παιδιών: Έκθεση για την Ελλάδα» (2002), 5) «Πολύκροτες Δίκες: Τα Εγκλήματα που Συγκλόνισαν την Ελλάδα» (2001), 6) «Τα Σεξουαλικά Εγκλήματα: Εγκληματολογικές Προσεγγίσεις της Σεξουαλικής Βίας» (2000), 7) «Η Ποινική Διάσταση της Είσπραξης των Δημοσίων Εσόδων» (2000), 8) «Σεξουαλική Κακοποίηση του Παιδιού: Όψεις Κοινωνικού Ελέγχου» (1999), 9) «Λήψη Αποφάσεων και Ενεργοποίηση των Μηχανισμών του Ποινικού Συστήματος» (1999), 10) «Χωρίς Συναίνεση: Εγκληματολογική και Νομολογιακή Προσέγγιση του Βιασμού στην Ελλάδα» (1998), 11) «Εμπορία και Σεξουαλική Εκμετάλλευση της Γυναίκας: Τα Αποτελέσματα μιας Έρευνας» (1997), 12) «Βιασμός: Το Αθέατο Έγκλημα» (1996) και 13) «Κοινωνιολογία για τη γ' Λυκείου» (1991).

Οι Σπουδές του δικηγόρου κ. Άγγελου Τσιγκρή είναι οι πιο κάτω ;

Ø      Διδακτορική διατριβή στην Εγκληματολογία με θέμα: «Βιασμός: Θεωρητική και Εμπειρική Προσέγγιση των Παραγόντων Αναφοράς του στην Αστυνομία». (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1992-1996).

Ø      Μετα-διδακτορική διατριβή στην Εγκληματολογία με θέμα: «Το Έγκλημα της Ανθρωποκτονίας στην Ελλάδα» (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1999-2001).

Ø      Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Εγκληματολογικών Σπουδών (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1988-1989).

Ø      Πτυχίο Νομικής Σχολής (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1994-1998).

Ø      Πτυχίο Τμήματος Κοινωνιολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1984-1988)

Ø      Απολυτήριο Λυκείου (2ο Γενικό Λύκειο Αιγίου, 1984).

Εκτός των τελικών σπουδών του σαν διδάκτωρ της Εγκληματολογίας ο κ. Τσιγκρής είναι και συντονιστής της Ομάδας Δημόσιας Τάξης στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής» ενώ έχει διατελέσει μέλος της Κεντρικής Γραμματείας Ιδεολογίας και Διαφώτισης της ΟΝΝΕΔ, μέλος την Κεντρικής Γραμματείας Φοιτητικού της ΟΝΝΕΔ, υπεύθυνος της φοιτητικής νεολαίας (ΔΑΠ-ΝΔΦΚ) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της εφημερίδας της ΟΝΝΕΔ «Δημοκρατική Πρωτοπορία», μέλος των Ομάδων Κοινοβουλευτικού Ελέγχου (ΟΚΕ) της ΝΔ για θέματα Παιδείας, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, περιφερειάρχης Ιονίων Νήσων της Γραμματείας Αυτοδιοίκησης της ΝΔ και μέλος της Ομάδας Παρακολούθησης της Ελληνικής Προεδρίας του 2003 (ΟΠΕΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αρμοδιότητα τα θέματα Δημόσιας Τάξης, για λογαριασμό της ΝΔ.

Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ.

Άγγελος Α. Τσιγκρής - Μελέτες

(Υπεράσπιση, τομ. 6ος, τευχ. 4ο, σελ. 735-754, 1996).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΥΛΗΣ

1. Γενικά. 2. Η αναφορά ως εξηγητικός παράγοντας του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας. 3. Η σημασία της αναφοράς στην επισήμανση της εγκληματικότητας. 4. Η αναφορά ως εργαλείο εξήγησης των επίσημων εγκληματολογικών στατιστικών. 5. Παράγοντες ενεργοποίησης των μηχανισμών του ποινικού συστήματος. 6. Επίμετρο. [1]

1 Γενικά.

Η είσοδος στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης (σ.π.δ.), μιας εγκληματικής πράξης, εξαρτάται από δύο παράγοντες: τη θεατότητα του εγκλήματος και την παραπομπή του στο ποινικό σύστημα. Θεατότητα είναι η ιδιότητα ενός εγκλήματος να πέφτει στην αντίληψη τρίτων (2). Παραπομπή ονομάζουμε τη διαδικασία εκείνη μέσω της οποίας οι υποθέσεις ποινικού ενδιαφέροντος γίνονται γνωστές στις διωκτικές αρχές και με αυτό τον τρόπο αρχίζει η ποινική τους εξέλιξη και η ποινική «σταδιοδρομία» των δραστών τους. Είναι η επιχείρηση υπαγωγής ενός εγκλήματος στους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης (3). Η παραπομπή των εγκλημάτων στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πρώτη φάση στη διαδικασία των διαδοχικών φιλτραρισμάτων, που λαμβάνουν χώρα κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, η οποία αρχίζει με την εισαγωγή των υποθέσεων στο ποινικό σύστημα και τελειώνει με τον χαρακτηρισμό τους ως εγκλημάτων και των δραστών τους ως εγκληματιών. Μόνο ένα μικρό ποσοστό της συνολικής εγκληματικότητας παραπέμπεται στο ποινικό σύστημα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της παραμένει άγνωστο στις επίσημες διωκτικές αρχές και συγκροτεί τον σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας.

Ο όρος της παραπομπής είναι ευρύτερος από τον όρο της αναφοράς του εγκλήματος στην αστυνομία. Η παραπομπή του εγκλήματος στο ποινικό σύστημα είναι η διαδικασία μετάβασης και εμπλοκής, των συμμετεχόντων στο έγκλημα, στους μηχανισμούς του σ.π.δ. Η μετάβαση αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή, είτε με τις αναφορές των θυμάτων και των πολιτών, είτε με την αυτεπάγγελτη δράση της αστυνομίας. Αντίθετα, η αναφορά είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους τα εγκλήματα παραπέμπονται στους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου. Στην παρούσα μελέτη, η αναφορά χρησιμοποιείται με ακόμα στενότερη έννοια και το κύριο βάρος της βιβλιογραφικής και εμπειρικής μας έρευνας θα δοθεί στις αναφορές των εγκλημάτων που γίνονται από τα ίδια τα θύματα.

Οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν γνώση της τέλεσης των εγκλημάτων, όπως είπαμε ήδη, είτε με δικές τους ενέργειες, είτε κατόπιν αναφοράς των ιδιωτών. Όσον αφορά στα εγκλήματα που διώκονται κατ΄ έγκληση, είναι απαραίτητη η αυτοπρόσωπη καταγγελία του θύματος - ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, στην περίπτωση που αυτό είναι ανήλικο - που θέλει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του δράστη της συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Αλλά, ακόμη και στα εγκλήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα, η δράση των διωκτικών αρχών είναι περιορισμένη και κατά κύριο λόγο η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν αναφοράς των ιδιωτών ή καταγγελίας του ίδιου του θύματος. Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι και η συμμετοχή των τρίτων προς το έγκλημα ατόμων (π.χ. των αυτόπτων μαρτύρων) στην ενεργοποίηση των μηχανισμών της ποινικής δικαιοσύνης, είναι πολύ μικρή. Συνεπώς, καταλήγουμε στο πρώιμο, ακόμη, συμπέρασμα ότι καθοριστικός παράγοντας γνωστοποίησης των υποθέσεων ποινικού ενδιαφέροντος στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης είναι η απόφαση του θύματος για αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία.

Η εξήγηση της διαδικασίας αναφοράς του εγκλήματος είναι πολύ σημαντική για την κατανόηση των επίσημων εγκληματολογικών στατιστικών και αυτό γιατί μπορούμε  ευκολότερα να ερμηνεύσουμε τη μεροληπτικότητά τους και τη διαστρέβλωση της πραγματικής εικόνας του εγκλήματος, έτσι όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από τις θυματολογικές έρευνες που έχουν διεξαχθεί, κατά κύριο λόγο, στις Η.Π.Α. Από την άλλη μεριά, η εξήγηση του φαινομένου της αναφοράς μπορεί να μας βοηθήσει στο να κατανοήσουμε τον σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας και να ερμηνεύσουμε τις διαδικασίες και τη λογική με την οποία ορισμένου τύπου εγκληματικότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά δεν αποτελεί, παρά σε σπάνιες περιπτώσεις, υλικό ενασχόλησης και πεδίο εφαρμογής του επίσημου κοινωνικού ελέγχου. Με τη διαδικασία της αναφοράς του εγκλήματος μπαίνουν σε λειτουργία οι μηχανισμοί του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης, συνεπώς είναι η καθοριστική διαδικασία με την οποία, κατά κύριο λόγο, ενεργοποιείται το ποινικό σύστημα. Καθοριστικός παράγοντας αυτής της ενεργοποίησης είναι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα θύματα των εγκλημάτων που η απόφασή τους για αναφορά τροφοδοτεί το ποινικό σύστημα με το απαραίτητο για τη λειτουργία του υλικό που, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι τυχαία επιλεγμένο.

2 Η αναφορά ως εξηγητικός παράγοντας του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας.

Ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της εγκληματολογίας είναι και ο σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας, ο οποίος μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο, όχι μόνο του σταυρού των εγκληματολόγων, αλλά και της ίδιας της εγκληματολογίας (4). Η μελέτη των επίσημων αστυνομικών, δικαστικών και σωφρονιστικών στατιστικών, μας οδηγεί σε λανθασμένα και παραπλανητικά συμπεράσματα όσον αφορά στην πραγματική έκταση του εγκλήματος και στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των θυμάτων και των δραστών. Τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση στερεοτυπικών αντιλήψεων - σε σχέση με το έγκλημα - οι οποίες έχουν διαποτίσει, τόσο τις στάσεις του κοινού, όσο και των οργάνων δίωξης του εγκλήματος και των οργάνων απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Αποδείχτηκε ότι τα εγκλήματα που αποκαλύπτονται και παραπέμπονται στην ποινική δικαιοσύνη, δεν αποτελούν παρά το 20% του συνόλου της εγκληματικότητας (5). Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας καλύπτεται από τον σκοτεινό αριθμό, ο οποίος διαφέρει από έγκλημα, σε έγκλημα και εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες του κάθε συγκεκριμένου εγκλήματος. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι το άγνωστο μέρος της εγκληματικότητας κατανέμεται σχεδόν ισομερώς μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων, ενώ η επίσημη εγκληματικότητα που καταγράφεται στις επίσημες εγκληματολογικές στατιστικές κατανέμεται ανισομερώς σε βάρος των κατώτερων κοινωνικό-οικονομικών τάξεων, οι οποίες παρουσιάζονται στις στατιστικές ως περισσότερο παρεκκλίνουσες, σε σύγκριση με τις ανώτερες τάξεις (6).

Ως σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας ορίζεται το σύνολο των εγκλημάτων που η τέλεσή τους δε γίνεται ποτέ γνωστή στις αρμόδιες αρχές για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος (7). Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των περισσότερων εγκλημάτων καλύπτεται από τον σκοτεινό αριθμό, υπάρχουν όμως και ορισμένα εγκλήματα, που λόγω της ιδιαίτερης φύσης τους, έρχονται σχεδόν πάντα στο φως. Τα διάφορα είδη εγκλημάτων διαφέρουν μεταξύ τους όσον αφορά στη θεατότητά τους. Έτσι, υπάρχουν εγκλήματα τα οποία, λόγω του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιούνται, γίνονται εύκολα αντιληπτά από το κοινό και από τις διωκτικές αρχές, π.χ. ο εμπρησμός και η χρήση εκρηκτικών (8). Άλλα, επίσης, εγκλήματα εμφανίζουν μεγάλη θεατότητα και επισημαίνονται εύκολα λόγω της ιδιαιτερότητας των αποτελεσμάτων τους (9). Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η ανθρωποκτονία και αυτό γιατί όλοι μας κάπου ανήκουμε και όταν συμβεί μια εξαφάνιση, κάποιος θα ειδοποιήσει την αστυνομία, η οποία με τη σειρά της θα εξετάσει και το ενδεχόμενο της ανθρωποκτονίας. Τέλος, υπάρχουν και τα εγκλήματα εκείνα που η αναφορά τους στην αστυνομία είναι σχεδόν βέβαιη σε όλες τις περιπτώσεις, γιατί αποτελεί προϋπόθεση για την αποζημίωση του θύματος. Ένα τέτοιο έγκλημα είναι η κλοπή αυτοκινήτου, όπου η αναφορά του περιστατικού στην αστυνομία είναι απαραίτητος όρος για την είσπραξη της ασφάλειας από την ασφαλιστική εταιρία. Αυτές οι τρεις κατηγορίες εγκλημάτων παρουσιάζουν μεγάλη θεατότητα και συνεπώς περιορισμένο σκοτεινό αριθμό εγκληματικότητας.

Ο σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας ποικίλει, επίσης, ανάλογα με τις συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο δημόσιος ή ο ιδιωτικός χαρακτήρας του χώρου στον οποίο διαπράττεται το έγκλημα (10). Τα εγκλήματα που διαπράττονται σε δημόσιους χώρους (π.χ. κλοπή), παρουσιάζουν αυξημένη θεατότητα και μεγάλη πιθανότητα να υποπέσουν στην αντίληψη του κοινού ή των διωκτικών αρχών. Αντίθετα, τα εγκλήματα που διαπράττονται σε ιδιωτικούς χώρους και μακριά από τα βλέμματα του κοινού (π.χ. υπεξαίρεση, απάτη) ή στα πλαίσια διαπροσωπικών σχέσεων (π.χ. αιμομιξία, βιασμός), δεν είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτά από το κοινό ή τις διωκτικές αρχές, με αποτέλεσμα η επισήμανσή τους να εξαρτάται από τη διάθεση και μόνο του θύματος για αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία.

Τα αποτελέσματα των ερευνών, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αστυνομία είναι αναποτελεσματική στον τομέα της πρόληψης και της καταστολής του εγκλήματος. Ελάχιστη είναι η συμβολή των διωκτικών αρχών στην επισήμανση της εγκληματικότητας. Η συντριπτική πλειοψηφία των εγκλημάτων έρχεται στο φως μέσω των αναφορών των θυμάτων και των πολιτών. Η αυτεπάγγελτη δράση της αστυνομίας στην επισήμανση της παρέκκλισης, σε μερικές κατηγορίες εγκλημάτων, είναι ανύπαρκτη. Από την άλλη μεριά, έχει αποδειχθεί ότι η αστυνομική δράση είναι αναποτελεσματική και στον τομέα της εξιχνίασης του εγκλήματος. Η αστυνομία, πολλές φορές, αδυνατεί να συλλάβει το δράστη και αυτό έχει ως συνέπεια την αρχειοθέτηση μεγάλου αριθμού ποινικών υποθέσεων.

Τα μέσα που διαθέτουν οι διωκτικές αρχές, για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος, είναι περιορισμένα και πεπερασμένα. Οι πρακτικές και οι τεχνικές του σύγχρονου εγκλήματος μετασχηματίζονται και εκσυγχρονίζονται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς, σε σχέση με τον εκσυχρονισμό της αστυνομίας. Έτσι, σήμερα έχουμε φτάσει στο σημείο οι διωκτικές αρχές να μην μπορούν να παρακολουθήσουν την τεχνολογική και μεθοδολογική "πρόοδο" των οργανωμένων εγκληματικών συμμοριών, οι οποίες λειτουργούν στα πρότυπα των σύγχρονων επιχειρήσεων. Και ενώ συμβαίνουν αυτά, η αστυνομία μένει προσκολλημένη σε αναχρονιστικές μεθόδους και τεχνικές και αντί να γίνεται πιο πρακτική και αποτελεσματική, έχει αποκτήσει έναν καθαρά γραφειοκρατικό χαρακτήρα που την κάνει δυσκίνητη και αναποτελεσματική.

Άλλος σημαντικός παράγοντας που εξηγεί τον μεγάλο σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας είναι η απροθυμία των τρίτων προς το έγκλημα ατόμων (11) να αναφέρουν το έγκλημα. Έρευνα του Ε.Κ.Κ.Ε. (12) σχετικά με την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, έδειξε ότι η διάθεση του κοινού για συνδρομή της δικαιοσύνης δεν απορρέει από τη συναίσθηση ενός σχετικού καθήκοντος, αλλά ποικίλει ανάλογα με την αξία που αποδίδουν τα κοινωνικά μέλη στο θιγόμενο από τη συμπεριφορά αγαθό.

Τα τρίτα προς το έγκλημα άτομα, σπάνια αναλαμβάνουν δράση και αναφέρουν τα εγκλήματα, που ενδεχομένως θα πέσουν στην αντίληψή τους, στην αστυνομία. Ο κυριότερος λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν κανένα απολύτως προσωπικό συμφέρον στην αναφορά ενός εγκλήματος, που δεν τα θίγει προσωπικά. Έτσι, δημιουργείται ένα κλίμα απροθυμίας του κοινού να συνδράμει στο έργο της αστυνομίας, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τη διόγκωση του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας. Απρόθυμα, όμως, δεν είναι μόνο τα τρίτα άτομα, είναι και τα ίδια τα θύματα. Τα αποτελέσματα των ερευνών έχουν δείξει ότι τα θύματα αποφεύγουν να αναφέρουν το έγκλημα στην αστυνομία.

Ανακεφαλαιώνοντας, βλέπουμε πως οι κύριοι παράγοντες που ευθύνονται  για το μεγάλο σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας είναι:

i)                    η μικρή έως και ανύπαρκτη θεατότητα μιας μεγάλης μερίδας εγκλημάτων,

ii)                  η αναποτελεσματικότητα της αστυνομίας στην επισήμανση της εγκληματικότητας,

iii)                το πεπερασμένο των δυνατοτήτων των υπεύθυνων για τη δίωξη του εγκλήματος υπηρεσιών,

iv)                η απροθυμία του κοινού για συνδρομή στο έργο της αστυνομίας και τέλος,

v)                  η απροθυμία του θύματος για αναφορά του εγκλήματος στις διωκτικές αρχές.

Συνεπώς, εξαιτίας της δεδομένης αναποτελεσματικότητας και των περιορισμένων δυνατοτήτων των διωκτικών αρχών για την επισήμανση της εγκληματικότητας, η απόφαση του θύματος, αλλά και των υπολοίπων κοινωνικών εταίρων, για αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία αποτελεί παράγοντα μιας πρώτης επιλογής - από το σύνολο της εγκληματικότητας - ενός μέρους εγκλημάτων τα οποία εισάγονται στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Από την άλλη μεριά, η απροθυμία των θυμάτων και των πολιτών, για αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία, είναι ο σημαντικότερος παράγοντας διόγκωσης του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας.

3. Η σημασία της αναφοράς στην επισήμανση της εγκληματικότητας.

Από το συνολικό όγκο του εγκλήματος, μόνο ένα μικρό μέρος γίνεται αντικείμενο ενασχόλησης του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης. Η εγκληματική συμπεριφορά ενός ατόμου δεν σημαίνει ταυτόχρονα και ενεργοποίηση των μηχανισμών του σ.π.δ. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να λάβει γνώση το σύστημα για τη διάπραξη του εγκλήματος. Άρα, η επισήμανση της εγκληματικότητας είναι η διαδικασία εκείνη που θέτει σε λειτουργία το σ.π.δ. και το εφοδιάζει με το απαραίτητο εκείνο, για τη λειτουργία του, υλικό.

Λειτουργικά αρμόδιος, για την επισήμανση της εγκληματικότητας, μηχανισμός είναι η αστυνομία. Ένα μεγάλο, όμως, μέρος της εγκληματικότητας επισημαίνεται με τη βοήθεια ιδιωτών (π.χ. θυμάτων και τρίτων ατόμων), οι οποίοι με καταγγελίες, μηνύσεις και εγκλήσεις πληροφορούν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τα διαπραχθέντα εγκλήματα (13). Όμως, τόσο τα θύματα, όσο και τα τρίτα άτομα, σπάνια αναφέρουν το έγκλημα στην αστυνομία με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας να παραμένει άγνωστο. Μια προσεκτική μελέτη και σύγκριση των επίσημων στατιστικών της αστυνομίας με τα αποτελέσματα των θυματολογικών ερευνών, θα μπορούσε να μας δώσει το μέγεθος της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στους πραγματικούς στατιστικούς δείκτες του εγκλήματος και στον  αριθμό των εγκλημάτων για τα οποία, τελικά, λαμβάνει γνώση η αστυνομία.

Οι διαδικασίες επισήμανσης του εγκλήματος δεν είναι αμερόληπτες και αντικειμενικές. Αντίθετα, δημιουργούν μια διαστρεβλωμένη εικόνα σχετικά με το έγκλημα, το δράστη και το θύμα, που με τη μορφή στερεότυπου βρίσκεται βαθιά ριζωμένο στις συλλογικές αναπαραστάσεις. Τα χαρακτηριστικά (κοινωνικά και ψυχικά) των δραστών (ή των νομιζόμενων δραστών) των εισαγόμενων στο ποινικό σύστημα εγκλημάτων, προκαθορίζουν τα κοινωνικά και ψυχικά χαρακτηριστικά εκείνων που ανακηρύσσονται επίσημα εγκληματίες από το σ.π.δ. (14). Η παραπάνω διαδικασία ισχύει και για τα θύματα που τελικά εμπλέκονται στο ποινικό σύστημα, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι αντιπροσωπευτικά του συνόλου των θυμάτων. Μ' αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια εικόνα για το έγκλημα, το δράστη και το θύμα, η οποία δεν έχει  σχέση με την πραγματικότητα. Στη δημιουργία αυτής της εικόνας, σημαντικό μερίδιο ευθύνης έχει η απόφαση του θύματος για αναφορά. Το μεγάλο ερώτημα - που θα απαντηθεί στη συνέχεια - είναι αν το θύμα επιλέγει την ποινική διευθέτηση του εγκλήματος ή αν επιλέγεται από το σ.π.δ. ή αν τελικά, επιλέγει την ποινική διευθέτηση και το σ.π.δ. από το οποίο έχει ήδη προεπιλεγεί.

Επομένως, η απόφαση του θύματος, αλλά και των τρίτων προς το έγκλημα ατόμων, αποτελεί παράγοντα καθοριστικής σημασίας για την επισήμανση του εγκλήματος. Η χάραξη μιας καλά σχεδιασμένης πολιτικής αύξησης των ποσοστών αναφοράς, τόσο από τα θύματα, όσο και από τους τρίτους, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των επισημαινόμενων από την αστυνομία εγκλημάτων και σε αντίστοιχη μείωση του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας. Το ερώτημα που αναδύεται στο σημείο αυτό, είναι αν και κατά πόσο το υπάρχον σ.π.δ. θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μια τέτοια αύξηση του όγκου των υποθέσεων που θα έπρεπε να διευθετήσει. Η απάντηση είναι αρνητική. Συνεπώς, οι προτάσεις μας για μια πολιτική αύξησης των ποσοστών αναφοράς των εγκλημάτων θα πρέπει να περιλαμβάνουν και προτάσεις για την αναμόρφωση του σ.π.δ., έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η ποινική αντιμετώπιση του αυξανόμενου όγκου των ποινικών υποθέσεων.

4. Η αναφορά ως εργαλείο εξήγησης των επίσημων εγκληματολογικών στατιστικών.

Τα μικρά ποσοστά αναφοράς των εγκλημάτων ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις επίσημες εγκληματολογικές στατιστικές και την πραγματική εικόνα της εγκληματικότητας. Το χάσμα αυτό διαπιστώνεται μέσω των θυματολογικών ερευνών (victimization surveys), οι οποίες διεξάγονται με ερωτηματολόγια θυματολογικού περιεχομένου που απευθύνονται σε δείγμα του πληθυσμού και αποβλέπουν στο να εξακριβώσουν το σύνολο των θυμάτων και τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους. Οι απαντήσεις που θα δοθούν μπορούν να αποτελέσουν ένα μέτρο σύγκρισης με τις αστυνομικές στατιστικές, οι οποίες απεικονίζουν τα εγκλήματα για τα οποία έλαβε γνώση η αστυνομία.

Η διαδικασία δημιουργίας των αστυνομικών στατιστικών έχει παρουσιαστεί από τον Sparks (15) και αποτελείται από πέντε στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι η αντίληψη του εγκλήματος. Το έγκλημα (ή οι συνέπειές του) θα πρέπει να γίνει αντιληπτό από κάποιο άλλο, εκτός του δράστη, άτομο (π.χ. από το θύμα του εγκλήματος, από έναν αυτόπτη μάρτυρα ή από έναν αστυνομικό). Στο δεύτερο στάδιο γίνεται ο προσδιορισμός του περιστατικού ως εγκλήματος, από το θύμα ή από οποιονδήποτε άλλο άτομο που έλαβε γνώση της τέλεσή του. Στο τρίτο στάδιο, εφόσον το περιστατικό έγινε αντιληπτό και ορίστηκε ως έγκλημα, πρέπει κάποιος να αποφασίσει να το αναφέρει στην αστυνομία. Μετά την αναφορά και με την προϋπόθεση ότι η αστυνομία θα ανταποκριθεί, υπάρχει η πιθανότητα επαναπροσδιορισμού του περιστατικού από την αστυνομία, η οποία μπορεί να το ορίσει διαφορετικά, σε σχέση μ' αυτόν που το ανέφερε. Στο πέμπτο και τελευταίο στάδιο, το έγκλημα καταχωρείται στις αστυνομικές στατιστικές, με την προϋπόθεση ότι στο προηγούμενο στάδιο η αστυνομία είχε ορίσει το περιστατικό ως έγκλημα.

Η διαφορά των θυματολογικών και των αστυνομικών στατιστικών μπορεί να μας δώσει, με μεγάλες πιθανότητες ακρίβειας, τον αριθμό των εγκλημάτων που καλύπτεται από τον σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας. Οι Smith και Benett, κάνοντας λόγο για το έγκλημα του βιασμού, υποστήριξαν ότι η απροσδιόριστη διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των αναφερόμενων εγκλημάτων στην αστυνομία και τον αριθμό των εγκλημάτων που πραγματικά λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια μιας κοινότητας, αποτελεί ένα βασικό πρόβλημα της κοινωνικής έρευνας που σχετίζεται με την αξιοπιστία την επίσημων στατιστικών (16). Το πρόβλημα αυτό δεν έχει παρατηρηθεί στην ανθρωποκτονία. Παρουσιάζεται, όμως, πολύ σημαντικό στο βιασμό και μάλιστα σε ανησυχητικές διαστάσεις (17). Πράγματι, ο βιασμός παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα υπόλοιπα ποινικά αδικήματα και αυτό δικαιολογεί τη χαμηλή του αντιπροσώπευση στις αστυνομικές στατιστικές.

Τα τελευταία χρόνια, οι επίσημες αστυνομικές στατιστικές των Η.Π.Α. παρουσιάζουν μια αύξηση της εγκληματικότητας. Η αύξηση αυτή έχει εξηγηθεί με δύο τρόπους. Από τη μια μεριά, πιστεύεται ότι είναι πλασματική και αμφισβητείται η πραγματική αύξηση των ποσοστών του εγκλήματος με το επιχείρημα ότι κατά τα τελευταία χρόνια η αστυνομία έχει προχωρήσει σ' ένα πιο εξελιγμένο σύστημα αρχειοθέτησης των υποθέσεων (18) . Από την άλλη μεριά, έχει υποστηριχθεί ότι η αύξηση είναι πραγματική και ότι οφείλεται στις αλλαγές του βαθμού αστικοποίησης, καθώς και στην αύξηση της αναλογίας του πληθυσμού στις ηλικιακές ομάδες υψηλής επικινδυνότητας (κάτω των 25 ετών) (19) . Και οι δύο παραπάνω απόψεις είναι εν μέρει σωστές. Η αύξηση του εγκλήματος, όπως αυτή εμφανίζεται στις επίσημες στατιστικές, οφείλεται:

i)              στην πραγματική αύξηση του εγκλήματος, η οποία οφείλεται στην ανάδυση νέων εγκλημάτων που ήταν άγνωστα μέχρι πρότινος,

ii)            στην αύξηση των ποσοστών αναφοράς, που έχει επέλθει με τη χάραξη πολιτικής στον τομέα αυτό,

iii)          στον εκσυχρονισμό των στατιστικών υπηρεσιών και τέλος,

iv)          στην επαύξηση των υλικοτεχνικών μέσων και του προσωπικού που διαθέτει η αστυνομία για τη δίωξη του εγκλήματος (20) .

Η μη-αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία καθιστά αναξιόπιστες τις επίσημες στατιστικές. Είναι, όμως, ανησυχητικό το φαινόμενο της μη-αναφοράς; Για την απάντηση του παραπάνω ερωτήματος έχουν διατυπωθεί δύο απόψεις (21). Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, δεν αποτελεί ανησυχητικό φαινόμενο και αυτό γιατί τα εγκλήματα που δεν αναφέρονται στην αστυνομία είναι ασήμαντα και η μη-αναφορά τους δεν σημαίνει έλλειψη εμπιστοσύνης στην αστυνομία και το σ.π.δ., αλλά έλλειψη σπουδαιότητας του περιστατικού (22). Η δεύτερη άποψη θεωρεί ότι τα μεγάλα ποσοστά μη-αναφοράς στην αστυνομία είναι ένα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο, το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει το ποινικό σύστημα. Η άποψη αυτή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν αποδεικνύαμε ότι πολλά σοβαρά εγκλήματα δεν γίνονται γνωστά στην αστυνομία ή ότι τα περιστατικά μη-αναφοράς αντιπροσωπεύουν την έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού στην αστυνομία ή τέλος, ότι παράγονται από τη συνολική κοινωνία ως αποτέλεσμα των συναισθημάτων αλλοτρίωσης και απομόνωσης που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος (23) . Η αλήθεια βρίσκεται πιο κοντά στη δεύτερη άποψη και συνεπώς το ποινικό σύστημα θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το πρόβλημα της μη-αναφοράς των εγκλημάτων και να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την καταπολέμησή του.

5. Παράγοντες ενεργοποίησης των μηχανισμών του ποινικού συστήματος.

Τέσσερις είναι οι βασικοί παράγοντες ενεργοποίησης των μηχανισμών της ποινικής δικαιοσύνης: η επισήμανση της εγκληματικότητας από την αστυνομία, οι αναφορές των θυμάτων, οι αναφορές των τρίτων ατόμων που έλαβαν γνώση του περιστατικού με οποιονδήποτε τρόπο και τέλος η κοινωνική επιρροή στην απόφαση του θύματος για αναφορά. Το ερώτημα, ποιος είναι ο σημαντικότερος από αυτούς, θα απαντηθεί στις παρακάτω παραγράφους παρουσιάζοντας, ταυτόχρονα, τις κυριότερες έρευνες που έχουν γίνει πάνω σ' αυτόν τον τομέα.

¨      5.1. Ο ρόλος του θύματος (24).

Το θύμα του εγκλήματος παίζει καθοριστικό ρόλο στην ενεργοποίηση και τη λειτουργία του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης(25). Είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας στη διαδικασία ποινικής εξέλιξης και προώθησης του εγκλήματος μέσα στο ποινικό σύστημα και έχει προταθεί ότι αποτελεί το «φύλακα» (gatekeeper) ολόκληρου του συστήματος (26).

Το θύμα λοιπόν είναι το κύριο υποκείμενο της παραπομπής κατά το μέτρο που το έγκλημα θίγει τα ιδιωτικά του συμφέροντα. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση το θύμα ενός εγκλήματος σπεύδει να το καταγγείλει στην ποινική δικαιοσύνη(27).

Η απόφαση του θύματος για αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία είναι η πλέον σημαντική απόφαση που λαμβάνεται μέσα στο ποινικό σύστημα(28). Με τον τρόπο αυτό το θύμα παίζει έναν καθοριστικό ρόλο για όσα πρόκειται να επακολουθήσουν κατά την ποινική διαδρομή του εγκλήματος. Το 85% των εγκλημάτων, για τα οποία λαμβάνει γνώση η αστυνομία, προέρχονται από αναφορές πολιτών και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών που αναφέρουν αποτελείται από τα ίδια τα θύματα (29) . Από τις θυματολογικές έρευνες (30)  προκύπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εγκλημάτων επισημαίνονται από τις αναφορές των πολιτών (θυμάτων και τρίτων ατόμων) και ότι τα θύματα αναφέρουν στην αστυνομία λιγότερα από τα μισά εγκλήματα που υφίστανται. Το θύμα έχει  μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια, σε σχέση με τους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου και επηρεάζει σημαντικά το χαρακτήρα ολόκληρης της δικαιοσύνης(31). Αυτό συμβαίνει γιατί η απόφαση του θύματος να μην καλέσει την αστυνομία είναι μια, καθοριστικής σημασίας, διαδικασία άσκησης ελέγχου πάνω στην ποινική δικαιοσύνη(32). Η έρευνα του Hindelang (33) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διακριτική ευχέρεια, της μη-αναφοράς του εγκλήματος, ασκείται από τα θύματα.

Τα στοιχεία που πήραμε από το Bureau of Justice Statistics (34), του Υπουργείου Δικαιοσύνης των Η.Π.Α., μας δείχνουν καθαρά ότι χωρίς τη συνεργασία των πολιτών και κυριότερα των θυμάτων, το ποινικό σύστημα σπάνια θα λάμβανε γνώση των εγκλημάτων που διαπράττονται. Πιο συγκεκριμένα, από το σύνολο των εγκλημάτων για τα οποία λαμβάνει γνώση η αστυνομία, το 97% προέρχεται από αναφορές πολιτών, οι οποίοι τις περισσότερες φορές (60%) είναι θύματα του εγκλήματος. Από την έρευνα του Black (35), έχει διαπιστωθεί ότι το 87% των εγκλημάτων που έρχονται στο φως, γίνονται γνωστά στην αστυνομία μέσω των αναφορών των πολιτών και ότι μόνο το 13% (από τα 5.713 εγκλήματα που μελέτησε) επισημάνθηκαν από τη δράση της ίδιας της αστυνομίας. Σύμφωνα με τον Reiss(36), το 95% των ποινικών περιστατικών, για τα οποία έλαβε γνώση η αστυνομία, αναφέρθηκαν σ' αυτή με πρωτοβουλία πολιτών (θυμάτων και τρίτων προς το έγκλημα ατόμων). Ειδικότερα, για τα εγκλήματα της ληστείας και της επίθεσης, η ενεργοποίηση της ποινικής διαδικασίας βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια του θύματος(37). Οι θυματολογικές έρευνες(38) έχουν δείξει ότι στην αστυνομία αναφέρονται λιγότερο από τα μισά εγκλήματα(39) . Από τη θυματολογική έρευνα του Hawkins(40), ο οποίος πήρε 1.411 πλήρεις συνεντεύξεις από άτομα του γενικού πληθυσμού, βρέθηκε ότι από τα 347 εγκλήματα που έγιναν γνωστά στην αστυνομία, τα 263 (77%) είχαν αναφερθεί με πρωτοβουλία του ίδιου του θύματος.

Η έρευνα των Conklin και Bittner(41), που διεξήχθη σε ένα δείγμα 945 υποθέσεων διάρρηξης προερχόμενες από τους αστυνομικούς φακέλους ενός προαστίου 100.000 κατοίκων για ένα χρόνο (1968-1969), έδειξε ότι το 60% των διαρρήξεων αναφέρεται στην αστυνομία από τα ίδια τα θύματα. Στα ίδια περίπου αποτελέσματα κατέληξε και η έρευνα των Greenberg και Ruback(42) η οποία στηρίχθηκε στη μελέτη φακέλων υποθέσεων κλοπής και διάρρηξης που είχαν αναφερθεί στην αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα, μελετήθηκαν 989 υποθέσεις κλοπής (n = 597, 60%) και διάρρηξης (n = 392, 40%), στην περιοχή της Pennsylvania, για τα έτη 1976 έως 1978. Από την έρευνα αυτή βρέθηκε ότι το 85% των κλοπών και των διαρρήξεων αναφέρθηκαν στην αστυνομία από τα θύματα και ότι οι γυναίκες θύματα ήταν πιθανότερο να αναφέρουν μόνες τους το έγκλημα (89%), σε σύγκριση με τους άνδρες (83%). Στα ίδια συμπεράσματα, σχετικά με το ρόλο του θύματος στην ενεργοποίηση του ποινικού συστήματος, κατέληξε και η έρευνα των Spelman  και Brown(43).

Τέλος, από μια θυματολογική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις Η.Π.Α. το 1973(44), βρέθηκε ότι από το συνολικό όγκο της εγκληματικότητας, μόνο το 28% αναφέρθηκαν στην αστυνομία. Βρέθηκε, ακόμη, ότι τα ποσοστά μη-αναφοράς διαφέρουν ανάλογα με το είδος του εγκλήματος και κυμαίνονται από 32% για την κλοπή αυτοκινήτου, μέχρι και 82% για τις απλές κλοπές. Τα ποσοστά μη-αναφοράς για τη ληστεία, τη διάρρηξη και το βιασμό ήσαν 49%, 46% και 56%, αντίστοιχα. Η παραπάνω έρευνα έδειξε ότι οι κλοπές σε άτομα και σε κατοικίες αποτελούσαν, για το έτος 1973, το 64% του συνόλου της εγκληματικότητας, αλλά μόνο για το 18% απ' αυτές, έλαβε γνώση η αστυνομία.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το θύμα αποτελεί το «φύλακα» του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης(45). Είναι αυτό που θα πρέπει να χαρακτηρίσει ένα περιστατικό ως έγκλημα και να αποφασίσει αν θα το αναφέρει στην αστυνομία, ή όχι(46). Οι αναφορές των θυμάτων ορίζουν, σ' ένα μεγάλο βαθμό, τα όρια εφαρμογής του νόμου(47). Δίχως τις αναφορές των θυμάτων, τα περισσότερα από τα εγκλήματα των επίσημων εγκληματολογικών στατιστικών δεν θα έρχονταν στην αντίληψη της αστυνομίας(48) και θα καλύπτονταν από τον σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας. Παρόλο που το θύμα είναι ο σημαντικότερος παράγοντας ενεργοποίησης του ποινικού συστήματος, δε θα πρέπει να αγνοούμε τη συμβολή και των άλλων παραγόντων, για τους οποίους θα αναφερθούμε εκτενώς παρακάτω (βλ. παρ. 4.3., 4.4. και 4.5.).

¨      5.2. Σχέση θύματος και συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Σχέση αλληλεπίδρασης.

Οι αποφάσεις που θα πάρει το θύμα, μετά το έγκλημα, είναι πολύ σημαντικές για την ποινική εξέλιξη της υπόθεσης και την αντιμετώπισή της από τα όργανα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, οι αποφάσεις του θύματος μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στην απόφαση της αστυνομίας για τη σύλληψη ενός υπόπτου(49), στην απόφαση του εισαγγελέα να απαγγείλει κατηγορία(50) και στην απόφαση του δικαστή για καταδίκη(51). Πράγματι, οι ενέργειες της αστυνομίας - όποτε αυτή λαμβάνει γνώση για τη διάπραξη κάποιου εγκλήματος - εξαρτώνται από το τι ακριβώς το θύμα αποφασίζει να κάνει(52).

Το θύμα του εγκλήματος, όπως είδαμε παραπάνω, είναι καθοριστικός παράγοντας για την ενεργοποίηση και τη λειτουργία του ποινικού συστήματος και γι' αυτό το λόγο η μελέτη των αντιδράσεών του είναι πολύ σημαντική. Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι οι διωκτικές αρχές καθορίζουν και προσανατολίζουν τη δράση τους μόνο με βάση τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος και του δράστη. Ο ρόλος του θύματος είναι εξίσου σημαντικός, αν όχι σημαντικότερος. Οι αντιδράσεις και οι αποφάσεις του θύματος οριοθετούν τις αντιδράσεις και τις αποφάσεις των επίσημων φορέων(53). Έτσι, για παράδειγμα, η δράση της αστυνομίας διαφέρει ανάλογα με το αν το έγκλημα έχει αναφερθεί από το θύμα ή έχει επισημανθεί από την ίδια την αστυνομία, από την προθυμία του μηνυτή για μαρτυρία και από την κοινωνική τάξη του θύματος(54). Συνεπώς, η μελέτη του θύματος και των αντιδράσεών του στο έγκλημα είναι καθοριστικής σημασίας για τη μελέτη του επίσημου κοινωνικού ελέγχου(55).

Μία από τις πολλές επιλογές που έχει το θύμα μετά το έγκλημα είναι η αναφορά του περιστατικού στην αστυνομία. Η αναφορά του εγκλήματος είναι απαραίτητη προκειμένου να αρχίσει η εμπλοκή του θύματος στους μηχανισμούς του ποινικού συστήματος. Μ' αυτή την έννοια, οι φορείς του ποινικού συστήματος εξαρτώνται από το θύμα (ή από τους τυχών μάρτυρες) προκειμένου να αντλήσουν την απαραίτητη πληροφόρηση σχετικά με την εγκληματική συμπεριφορά(56). Χωρίς την πληροφόρηση αυτή, είναι αδύνατο για τους φορείς του σ.π.δ. να αναλάβουν δράση κατά των ατόμων  που παραβιάζουν το νόμο. Από την άλλη μεριά, τα θύματα βασίζονται στους φορείς του σ.π.δ. προκειμένου να προστατευθούν από την εγκληματική συμπεριφορά και να αποφύγουν την αντεκδίκηση του δράστη(57). Με λίγα λόγια, βλέπουμε να υπάρχει μια σχέση αλληλόδρασης ανάμεσα στο θύμα του εγκλήματος και το ποινικό σύστημα στην οποία, όμως, τον αποφασιστικό ρόλο τον παίζει το θύμα.

¨      5.3. Ο ρόλος της αστυνομίας.

Ένας από τους παράγοντες ενεργοποίησης του σ.π.δ. είναι και η αστυνομία. Η αστυνομία, που έχει ως αποστολή της την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος, έχει μικρό μερίδιο συμμετοχής στην επισήμανση της εγκληματικότητας. Η θυματολογική έρευνα του Hindelang που πραγματοποιήθηκε, ταυτόχρονα, σε οκτώ πόλεις των Η.Π.Α., έδειξε ότι μόνο το 3% των εγκλημάτων ήρθαν στο φως λόγω της αυτεπάγγελτης δράσης της αστυνομίας(58). Η μεγάλη πλειοψηφία των εγκλημάτων δε θα γινόταν ποτέ γνωστή, αν η αστυνομία δεν είχε ειδοποιηθεί από το θύμα ή από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς του(59).

Η έρευνα του Ε.Κ.Κ.Ε. (60) για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, η οποία στηρίχθηκε σε 500 δικογραφίες ποινικών υποθέσεων, έδειξε ότι συνολικά η συμβολή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην επισήμανση της εγκληματικότητας είναι μεγαλύτερη από εκείνη της αυτεπάγγελτης αστυνομικής δράσης, με ποσοστιαία σχέση 55,3%, έναντι 44,7%. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι μερικά από τα εγκλήματα, που συμπεριλήφθηκαν στην παραπάνω ανάλυση, διώκονται μόνο κατ' έγκληση, πράγμα που αλλοιώνει την πραγματική εικόνα. Τα αποτελέσματα που παίρνουμε αφαιρώντας από το δείγμα τις παραπάνω υποθέσεις, είναι διαφορετικά. Το σύνολο των υποθέσεων που επισημαίνονται από την αστυνομία ανέρχεται σε 340 (51,8%), έναντι 316 (48,2%) που επισημαίνονται από ιδιώτες.

Ορισμένα εγκλήματα γίνονται γνωστά στις διωκτικές αρχές με την προληπτική αστυνόμευση που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια των συνηθισμένων περιπολιών της αστυνομίας ή στα πλαίσια αστυνομικών επιχειρήσεων ή κατά τη διάρκεια της ενεργούς επιτήρησης αυτών που έχουν απολυθεί από τις φυλακές με όρους(61). Οι Conklin και Bittner(62) βρήκαν ότι οι τρεις από τις τέσσερις διαρρήξεις που διαπράττονται εναντίον εμπορικής ή βιομηχανικής επιχείρησης, αποκαλύπτονται από την αστυνομία στα πλαίσια των καθιερωμένων ελέγχων των εμπορικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Όμως, οι περιπτώσεις αυτές είναι μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας και είναι περισσότερο συνηθισμένες στα εγκλήματα χωρίς θύμα, όπως η χρήση ναρκωτικών και η πορνεία.

Αντίθετα, όταν πρόκειται για εγκλήματα όπως η διάρρηξη κατοικιών, η ληστεία, η κλοπή, η επίθεση, ο βιασμός κ.λπ, τότε το ποινικό σύστημα είναι περισσότερο κατασταλτικό, κινείται δηλαδή μόνο όταν υπάρχει υπόνοια για την τέλεση κάποιας αξιόποινης πράξης ή για το ότι κάποιος είναι εγκληματίας και εφόσον, φυσικά, το θύμα προβεί στη σχετική καταγγελία. Η έρευνα των Conklin και Bittner(63) έδειξε ότι είναι ελάχιστες οι υποθέσεις διάρρηξης κατοικιών που αποκαλύπτονται από την αστυνομία και αυτές είναι περιπτώσεις στις οποίες οι ένοικοι ζήτησαν από την αστυνομία να προσέχει την κατοικία τους κατά τη διάρκεια της απουσίας τους(64).

Είναι γενικότερα αποδεκτό ότι η αστυνομία, συνήθως, κάνει σημαντικές επιλογές όταν αποφασίζει εάν θα συλλάβει ή όχι, ή εάν θα διώξει τελικά, ή όχι κάποιον ύποπτο. Είναι, όμως, εξίσου αληθινό ότι πολύ περισσότερες επιλογές στις περιπτώσεις αυτές γίνονται από τα ίδια τα θύματα και είναι πραγματικά ενδιαφέρον να προσπαθήσει κάποιος να αποκαλύψει τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές των θυμάτων. Η αστυνομία έχει παραδοσιακά θεωρηθεί ως ο "φύλακας" του ποινικού συστήματος και αυτό γιατί το αστυνομικό στάδιο είναι το πρώτο ποινικό στάδιο στο οποίο γίνεται η πρώτη επιλογή των υποθέσεων, που θα απασχολήσουν τα επόμενα στάδια του σ.π.δ. (65).

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η πρώτη επιλογή δε γίνεται από την αστυνομία αλλά από τα θύματα τα οποία μέσα από τις πρακτικές αναφοράς του εγκλήματος, είναι αυτά που τελικά κάνουν την πρώτη και σημαντικότερη επιλογή των υποθέσεων με τις οποίες θα ασχοληθεί το ποινικό σύστημα. Συγγραφείς όπως ο LaFave(66) και ο Goldstein(67), υποστήριξαν την άποψη ότι η διακριτική ευχέρεια, μέσα στο σ.π.δ., ασκείται από την αστυνομία και επομένως η αστυνομία είναι ο κατεξοχήν «φύλακας» του ποινικού συστήματος. Η άποψη αυτή, όμως, είναι λανθασμένη και αυτό γιατί οι περισσότερες υποθέσεις εισάγονται στο ποινικό σύστημα με τις αναφορές των θυμάτων και όχι με την αυτεπάγγελτη αστυνομική δράση.

¨      5.4. Ο ρόλος των τρίτων ατόμων.

Ένας τρίτος παράγοντας ενεργοποίησης του ποινικού συστήματος είναι τα τρίτα προς το έγκλημα άτομα. Πιο συγκεκριμένα, είναι τα άτομα εκείνα που με οποιονδήποτε τρόπο έλαβαν γνώση του εγκλήματος. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα μέλη της οικογένειας του θύματος, συγγενείς, φίλοι, γείτονες, γνωστοί, ακόμη και άγνωστα άτομα που ήταν αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού. Τα παριστάμενα στο έγκλημα άτομα είναι μια σημαντική πηγή πληροφόρησης, μόνο που στα περισσότερα εγκλήματα το θύμα αναφέρει το περιστατικό στην αστυνομία συχνότερα, σε σχέση με τα παριστάμενα άτομα(68). Υπάρχουν, όμως και εγκλήματα, όπως οι σεξουαλικές επιθέσεις, όπου τις περισσότερες φορές δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες και επαφίεται στα θύματα και μόνο το κατά πόσο η αστυνομία θα λάβει γνώση του εγκλήματος(69).

Μελέτες σε αστυνομικούς φακέλους έδειξαν ότι ένας σημαντικός αριθμός περιστατικών αναφέρεται στην αστυνομία από τρίτα, προς το έγκλημα, άτομα. Στη μελέτη του Amir(70) σχετικά με το φαινόμενο του βιασμού στην πόλη της Philadelphia των Η.Π.Α., βρέθηκε ότι περίπου τα μισά περιστατικά αναφέρθηκαν από τρίτα άτομα, κυρίως από μέλη της οικογένειας του θύματος. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν η αναφορά έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του θύματος ή παρά τη θέλησή του.

Σε μια μελέτη τριακοσίων περίπου εγκλημάτων κατά του προσώπου, που πραγματοποιήθηκε σε δύο βιομηχανικές πόλεις των κεντρικών Κομητειών της Αγγλίας (Shapland(71), βρέθηκε ότι λιγότερα από τα μισά περιστατικά αναφέρθηκαν στην αστυνομία από τα ίδια τα θύματα. Τα περισσότερα από τα εναπομείναντα περιστατικά αναφέρθηκαν από φίλους, γείτονες, ή περαστικούς. Μερικά εγκλήματα, στα οποία υπήρχε σοβαρός τραυματισμός του θύματος, αναφέρθηκαν στην αστυνομία από το προσωπικό του νοσοκομείου στο οποίο μεταφέρθηκε το θύμα μετά το συμβάν. Είναι, όμως, αρκετά δύσκολο να βρεθούν περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις περιπτώσεις αυτές.

Οι υπάρχουσες μελέτες, συχνά, αναγνωρίζουν ως τρίτα άτομα - που αναφέρουν το έγκλημα στην αστυνομία - τους φίλους ή τους συγγενείς των θυμάτων. Μια έρευνα των Bottomley και Coleman(72) σε μια μέσου μεγέθους πόλη της Αγγλίας, διαπίστωσε ότι μόνο το 3% όλων των περιστατικών αναφέρθηκαν στην αστυνομία από τα μέλη του "γενικού κοινού", δηλαδή από άτομα που δε συνδέονται με κάποιο ξεκάθαρο τρόπο με το θύμα του εγκλήματος (π.χ. συγγένεια, φιλία, κ.λπ.). Η έρευνα των Greenberg και Ruback(73), σε υποθέσεις κλοπής και διάρρηξης, έδειξε ότι το 8% των περιπτώσεων αναφέρονται στην αστυνομία από τους συγγενείς του θύματος, το 3% από φίλους του και το 4% από παριστάμενα στο έγκλημα άτομα. Οι Conklin και Bittner(74), στην έρευνά τους για τη διάρρηξη(75), βρήκαν ότι το 17% των υποθέσεων αναφέρεται στην αστυνομία από τους υπαλλήλους του θύματος, το 6% από τους γείτονες και το 6% από περαστικούς αυτόπτες μάρτυρες.

Τα αποτελέσματα των εθνικής εμβέλειας θυματολογικών ερευνών των Η.Π.Α., για το έτος 1972, έδειξαν ότι το 25% όλων των εγκλημάτων κατά του προσώπου και το 20% όλων των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας αναφέρθηκαν στην αστυνομία με πρωτοβουλία τρίτων, προς το έγκλημα, ατόμων (Skogan)(76).

¨      5.5. Ο ρόλος της κοινωνικής επιρροής.

Ο τέταρτος και τελευταίος παράγοντας ενεργοποίησης του ποινικού συστήματος, ο οποίος είναι σχετικά αγνοημένος και δεν του έχει δοθεί η δέουσα προσοχή, είναι η επιρροή που ασκούν τα τρίτα άτομα στο στάδιο της λήψης της απόφασης του θύματος για αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία.

Όπως είδαμε και πιο πάνω, παραδοσιακά η αστυνομία είχε θεωρηθεί ως ο «φύλακας» του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης. Με τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων των θυματολογικών ερευνών κατά τη δεκαετία του 1970, αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι η αστυνομία αλλά το θύμα ο «φύλακας» του συστήματος. Όμως, κάτω από το φως των αποτελεσμάτων της μελέτης των Greenberg και Ruback(77), που απέδειξαν την έντονη επίδραση των άλλων στην απόφαση του θύματος για αναφορά, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο πραγματικός «φύλακας» του συστήματος είναι τα άτομα εκείνα που συμβουλεύουν το θύμα αμέσως μετά το έγκλημα. Αν κάποιος θέλει να γνωρίζει αν το θύμα θα κινητοποιήσει το ποινικό σύστημα, ο καλύτερος παράγοντας πρόβλεψης είναι το είδος των συμβουλών που έλαβε από τους άλλους, σχετικά με το πως θα πρέπει να αντιμετωπίσει το περιστατικό.

Με τα παραπάνω βρέθηκε να συμφωνούν και τα αποτελέσματα ελληνικής έρευνας που είχε ως αντικείμενό της τη διερεύνηση της διαδικασίας λήψης της απόφασης των θυμάτων βιασμού για αναφορά του συγκεκριμένου εγκλήματος στην αστυνομία(78). Πιο συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα της έρευνας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία λήψης της απόφασης του θύματος για αναφορά του βιασμού του στην αστυνομία, συγκροτείται από τρία στάδια. Στο πρώτο στάδιο το θύμα καλείται να ορίσει τη σεξουαλική επίθεση ως έγκλημα και πιο συγκεκριμένα ως βιασμό. Αν και εφόσον οριστεί το περιστατικό ως βιασμός, το θύμα περνά στο δεύτερο στάδιο όπου θα πρέπει να προσδιοριστεί η σοβαρότητα του εγκλήματος. Αν το θύμα ορίσει το έγκλημα ως ιδιαίτερα σοβαρό περιστατικό, τότε περνά στο τρίτο και τελευταίο στάδιο του μοντέλου μας, όπου θα πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Μια από τις επιλογές του θύματος είναι και η αναφορά του βιασμού του στην αστυνομία. Ο κυριότερος παράγοντας που βρέθηκε να επηρεάζει τις αποφάσεις των θυμάτων σε κάθε επιμέρους στάδιο ήταν η κοινωνική επιρροή των ατόμων του στενού οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος του θύματος(79).

5. Επίμετρο .

Από τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι για να κινητοποιηθεί το σύστημ