Το περιστατικό της Ευβοίας κέρδισε την δημοσιότητα περισσότερο από τις τόσες μέρες απεργίες των καθηγητών και την διαβεβαίωση από την πλευρά του πρωθυπουργού ότι οι μεταρρυθμίσεις στην πανεπιστημιακή παιδεία θα προχωρήσουν οι οποίες διαψεύδουν τις διοχετευθείσες πληροφορίες ότι θα αναβληθούν για το επόμενο έτος. ּΑυτό έγινε με την κατάχρηση του δικαιώματος του λόγου από τα τηλεπαράθυρα και ο συστηματικός βιασμός της υποστάσεώς τους, όλων των εμπλεκομένων μαθητών στο ατυχές περιστατικό της Ευβοίας, υπερβαίνει κάθε όριο ανοχής προς τη διαπλοκή, στο όνομα της ελευθερίας του τύπου. Λυκειόπαιδα ήταν όλοι τους, με υπερβολές, περισσότερες ή ολιγότερες, εκ μέρους κάποιων.

 

Ιστοσελιδες  
HellenicEagle
EuropeanEagle
ApodimosStudents
HellenicGlossary
HellenicArtAlmanac
HellenicOpinionCounter
Theodromion
Apodimos-RealEstate
ApodimosEllas
DimotikesEkloges

Apodimos.Gr
Apodimos Radio Station OnLine
ApodimosHellas
Apodimos TV

 

 

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΦΑΓΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ – ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ. 

Του Διδάκτωρα του Παντείου και δικηγόρου Άγγελου Α. Τσιγκρή – www.Apodimos.com

Το περιστατικό της Ευβοίας κέρδισε την δημοσιότητα περισσότερο από τις τόσες μέρες απεργίες των καθηγητών και την διαβεβαίωση από την πλευρά του πρωθυπουργού ότι οι μεταρρυθμίσεις στην πανεπιστημιακή παιδεία θα προχωρήσουν οι οποίες διαψεύδουν τις διοχετευθείσες πληροφορίες ότι θα αναβληθούν για το επόμενο έτος. ּΑυτό έγινε με την κατάχρηση του δικαιώματος του λόγου από τα τηλεπαράθυρα και ο συστηματικός βιασμός της υποστάσεώς τους, όλων των εμπλεκομένων μαθητών στο ατυχές περιστατικό της Ευβοίας, υπερβαίνει κάθε όριο ανοχής προς τη διαπλοκή, στο όνομα της ελευθερίας του τύπου. Λυκειόπαιδα ήταν όλοι τους, με υπερβολές, περισσότερες ή ολιγότερες, εκ μέρους κάποιων.

Οι συμμετοχές στα τηλεπαράθυρα είτε αυτοί είναι παρουσιαστές , είτε είναι ειδικοί ψυχολόγοι , είτε πολιτικοί , είτε συνομιλητές των τηλεπαραθύρων , είτε ρεπόρτερ που παρουσιάζουν σκηνές σεξ που λήφθηκαν από κινητά τηλέφωνα βιάζουν συστηματικά την υπόσταση των παιδιών και τους καθιστούν ανθρωποφάγους της καθημερινότητας μέσα από τις π.χ. τηλεδίκες και σας προτρέπουμε να μελετήσετε το άρθρο μας του ΝΟΕ του 2005 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ. ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙΤΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ TV; και θα αντιληφθείτε πολλά . Έτσι η ευθύνη της πολιτείας και της κοινωνίας έγκειται στην επούλωση των ψυχολογικών τραυματισμών όλων των παιδιών, θυτών και θυμάτων, διότι παραμένουν εγκλωβισμένοι στην ίδια κατάστασηּ ο ήρεμος διάλογος, η στοργή, εκ μέρους των οικογενειών, του σχολείου και της τοπικής κοινωνίας, είναι η μοναδική λύση. Η διαπόμπευση στα τηλεπαράθυρα για την εξυπηρέτηση της τηλεθεάσεως ή των άνωθεν επιταγών των καθοδηγητών της διαπλοκής, υπηρετούν άλλους, επικίνδυνους σκοπούς για την νεολαία .

Πριν σας παρουσιάσουμε το κυρίως θέμα μας που έχει τίτλο «ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΙΑΣΜΟΥ ΣΤΟ ΘΥΜΑ ΤΟΥ» και το έχει γράψει ο Διδάκτωρ του Παντείου και δικηγόρος Άγγελος Α. Τσιγκρής

ο οποίος έχει υλοποιήσει Διδακτορική διατριβή και Μετα-διδακτορική στην Εγκληματολογία, έχει αποκτήσει το Πτυχίο Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης καθώς έχει Πτυχίο Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πάντειου  Πανεπιστήμιου σας παρουσιάζουμε την Μελέτη του με τίτλο «Σεξουαλική Κακοποίηση του Παιδιού: Όψεις Κοινωνικού Ελέγχου» η οποία έχει κυκλοφορήσει σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, ISBN 960-15-0149-5 και νομίζουμε ότι πρέπει να το μελετήσετε

Μια και αντικείμενο της παρούσας μελέτης που εκδόθηκε και σε Βιβλίο , είναι η ερευνητική προσέγγιση των εγκλημάτων που συγκροτούν το εγκληματικό φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών, όπως αυτό καταγράφεται στη χώρα μας. Η μελέτη επιχειρεί μια ερευνητική προσέγγιση των κυριότερων μορφών της. Πιο συγκεκριμένα, προσεγγίζονται ερευνητικά τα εγκλήματα του βιασμού, του αιμομικτικού βιασμού, της μαστροπείας, καθώς και άλλες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης με θύματα ανήλικους, όπως η αποπλάνηση παιδιών, η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, κ.λπ.

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΙΑΣΜΟΥ ΣΤΟ ΘΥΜΑ ΤΟΥ

(Ο Αγώνας της Γυναίκας, τευχ. 63ο-64ο, σελ. 66-73, 1998)

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΥΛΗΣ : 1. Γενικά. 2. Οι βραχυπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού, 3. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού, 4. Διαδικασίες υπέρβασης του τραύματος,  5. Η ελληνική περίπτωση αναφορικά με τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού στο θύμα.

1. Γενικά

Από την άποψη του θύματος, τα αποτελέσματα του βιασμού είναι μοναδικά και έντονα. Για παράδειγμα, οι Burgess και Holmstrom[1] βρήκαν ότι τα θύματα βιασμού υφίστανται σοβαρό ψυχολογικό τραυματισμό. Αυτό το τραύμα μπορεί να περιλαμβάνει φοβίες, έμμονες ιδέες, συναισθήματα θυμού και αντεκδίκησης, κατάθλιψη, εφιάλτες, τάσεις αυτοκτονίας και ένα πλήθος από άλλα συναισθηματικά και ψυχολογικά προβλήματα τα οποία δεν παρουσιάζονται, τουλάχιστον τόσο συχνά, στα θύματα των άλλων εγκλημάτων βίας[2]. Το σύνδρομο του τραύματος από το βιασμό είναι μια έντονη φάση και μια μακροπρόθεσμη διαδικασία επαναδιοργάνωσης που συμβαίνει ως αποτέλεσμα του βιασμού ή της απόπειρας. Αυτό το σύνδρομο των συμπεριφορικών, σωματικών, και ψυχολογικών αντιδράσεων είναι μια αντίδραση έντονης έντασης σε μια κατάσταση που είναι απειλητική για τη ζωή[3].

Η Τσαλίκογλου έχει υποστηρίξει ότι το σύνδρομο αυτό περιλαμβάνει μια πολυμορφία σωματικών και ψυχικών αντιδράσεων, που παρατείνονται μέσα στο χρόνο, όπως φόβο, άγχος, ντροπή, αγωνία, κ.λπ. Σύμφωνα με τους Burgess και Holmstrom[5], το σύνδρομο, συνήθως, εξελίσσεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη είναι η έντονη φάση. Αυτή είναι η περίοδος που υπάρχουν πολλές δυσλειτουργίες και αναστατώσεις στον τρόπο ζωής του θύματος του βιασμού. Τα σωματικά συμπτώματα είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτα και το πιο χαρακτηριστικό συναίσθημα είναι ο φόβος. Η δεύτερη φάση αρχίζει όταν το θύμα αποφασίζει να οργανώνει πάλι τη ζωή του και στα περισσότερα θύματα αρχίζει δύο με τρεις εβδομάδες μετά την επίθεση. Οι αλλαγές στις κινητικές συνήθειες, οι εφιάλτες και οι φοβίες είναι τα πιθανότερα συμπτώματα της φάσης αυτής.

Σύμφωνα με τους Sutherland και Scherl[6], τα θύματα βιασμού περνούν από τρεις φάσεις, μετά την εμπειρία του εγκλήματος. Στο πρώτο στάδιο τα θύματα βρίσκονται σε συναισθηματική σύγχυση και ψυχολογική αναστάτωση και τις περισσότερες φορές αποφασίζουν να κρατήσουν το βιασμό τους μυστικό, τόσο από την αστυνομία, όσο και από τους δικούς τους ανθρώπους (π.χ. γονείς, σύζυγο, εραστή, φίλους, κ.λπ.). Στο στάδιο αυτό το θύμα αισθάνεται έντονη θλίψη και αγωνία. Έχει ανάγκη από κοινωνική υποστήριξη, η οποία όμως του λείπει γιατί χειρίζεται μόνο του τη δυσάρεστη κατάσταση που έχει προκύψει. Στη δεύτερη φάση το θύμα προσπαθεί να ξεπεράσει την τραυματική εμπειρία του βιασμού, απωθώντας την εμπειρία αυτή στο υποσυνείδητό του και δικαιολογώντας την πράξη του βιαστή, ενοχοποιώντας τον εαυτό του και προσπαθώντας να επιστρέψει στη φυσιολογική καθημερινή του ζωή. Στην τρίτη φάση, το θύμα αρχίζει να βιώνει συναισθήματα κατάθλιψης και αισθάνεται έντονα την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον για το περιστατικό. Στο στάδιο αυτό, το θύμα παύει να δικαιολογεί την πράξη του βιαστή και αρχίζει να αισθάνεται έντονο θυμό, τόσο για το βιαστή που την έφερε σ' αυτή τη θέση, όσο και για τον εαυτό του που το επέτρεψε ή το ανέχτηκε.

2. Οι βραχυπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού

Όπως έχουν υποστηρίξει οι Greenberg και Ruback[7], μολονότι η ένταση που βιώνουν τα θύματα μετά το έγκλημα μπορεί να διαφέρει, συνήθως, αναφέρουν ότι βιώνουν συναισθήματα θυμού, φόβου, ξαφνιάσματος, σύγχυσης, και κατάθλιψης. Επίσης, σε μερικές περιπτώσεις - κυρίως τα θύματα βιασμού - αυτο-ενοχοποιούνται για το έγκλημα. Ένας κόσμος που, πριν από το έγκλημα, τα θύματα τον θεωρούσαν ως προβλέψιμο και ασφαλή, ξαφνικά εμφανίζεται απρόβλεπτος και επικίνδυνος. Προσπαθώντας να δώσουν νόημα στην θυματοποίησή τους, τα θύματα συνήθως αναρωτιούνται: «Γιατί εγώ;».

Από την έρευνα των Burgess και Holmstrom[8] βρέθηκε ότι ένας σημαντικός αριθμός θυμάτων βιασμού δεν αναφέρουν το έγκλημα στην αστυνομία. Οι παραπάνω συγγραφείς ονόμασαν το σύνδρομο αυτό ως «αντίδραση σιωπής στο βιασμό». Η έρευνά τους απέδειξε ότι τα θύματα αυτής της κατηγορίας, αμέσως μετά το βιασμό τους, βιώνουν καταστάσεις μεγάλης συναισθηματικής αστάθειας, έντονου άγχους, παρατεταμένων φοβιών, αρνητικών στάσεων απέναντι σε όλους τους άνδρες και αδύνατης, έως ανύπαρκτης αυτοπεποίθησης και αυτο-εκτίμησης.

Μολονότι μπορεί να υπάρχουν επιμέρους διαφορές ανάμεσα στα διαφορετικά είδη εγκλημάτων, οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι οι αντιδράσεις των θυμάτων στη θυματοποίησή τους ακολουθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία είναι δυνατό να προβλεφθεί. Αρκετοί απ' αυτούς έχουν προσπαθήσει να συστηματοποιήσουν αυτές τις αντιδράσεις σε συγκεκριμένα στάδια.

Έτσι, έχει υποστηριχθεί ότι πρώτα απ' όλα υπάρχει η άμεση αντίδραση στο έγκλημα, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως φάση "σύγκρουσης-αποδιοργάνωσης"[9]. Το στάδιο αυτό περιλαμβάνει μούδιασμα ή αποπροσανατολισμό, μαζί με άρνηση, δυσπιστία και αισθήματα μοναξιάς, κατάθλιψης, ανικανότητας και ευπάθειας. Ο Symonds[10], μελετώντας τα θύματα βιασμού, έκανε μια επιμέρους υποδιαίρεση αυτού του σταδίου, σε μια αρχική αντίδραση που χαρακτηρίζεται από ένα έντονο σοκ, δυσπιστία, παροδική παράλυση και άρνηση, η οποία ακολουθείται από μια δεύτερη αντίδραση όπου το θύμα χαρακτηρίζεται από έναν παγωμένο φόβο, μια ψεύτικη αδιαφορία για τους άλλους και παρουσιάζει αστάθεια στη συμπεριφορά του. Το στάδιο αυτό μπορεί να διαρκέσει από μερικές ώρες, έως και ημέρες.

Τα παραπάνω συμπεράσματα έχουν επιβεβαιωθεί από πλήθος ερευνών και όχι μόνο για το έγκλημα του βιασμού. Για παράδειγμα, έχει αποδειχθεί ότι η πιο συνηθισμένη αντίδραση των θυμάτων διάρρηξης είναι η έκπληξη και το σοκ[11]. Ο θυμός, το σοκ, η δυσπιστία, η σύγχυση, ο φόβος και το άγχος, βρέθηκαν να είναι μερικές από τις άμεσες αντιδράσεις των θυμάτων βιασμού[12]. Επίσης, έχει βρεθεί ότι τα θύματα βιασμού, ληστείας και επίθεσης, προσλαμβάνουν τον εαυτό τους ως αδύναμο, φοβισμένο, ανίκανο και εκτός ελέγχου, αμέσως μετά τη θυματοποίησή τους[13]. Άλλες ψυχοσωματικές αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν ερευνητικά είναι η διάρροια, ο πονοκέφαλος, η αύξηση των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και η επιδείνωση κάθε προηγούμενου προβλήματος υγείας[14]. Οι παραπάνω άμεσες αντιδράσεις του θύματος στο έγκλημα, συνήθως, ελαττώνονται με την πάροδο του χρόνου. Αν, όμως, η αντιμετώπιση του θύματος είναι εχθρική, τότε οι παραπάνω άμεσες αντιδράσεις τους μπορεί να γίνουν μακροπρόθεσμες και διαρκείς.

Έπειτα από τη φάση των έντονων αντιδράσεων στη θυματοποίηση, η αντίδραση του θύματος αλλάζει. Η επόμενη φάση έχει χαρακτηριστεί ως στάδιο «οπισθοχώρησης»[15]. Στο στάδιο αυτό, το οποίο διαρκεί από τρεις έως οκτώ μήνες, το θύμα βιώνει ποικίλα συναισθήματα που κυμαίνονται από φόβο, έως και θυμό. Τα συναισθήματά του, επίσης, μπορεί να κυμαίνονται από τη θλίψη, έως τη χαρά και από τη λύπηση του εαυτού, έως την ενοχή[16]. Τα θύματα βιασμού, στο στάδιο αυτό, παρουσιάζουν μετακινήσεις και μεταλλάξεις στη συναισθηματική τους κατάσταση, που μπορεί να ποικίλει από μια αίσθηση σιγουριάς ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα, έως μια αίσθηση ανικανότητας προσαρμογής[17]. Επίσης, τα θύματα σ' αυτό το στάδιο μπορεί να παρουσιάσουν μια μετακίνηση των φόβων τους, από τον ίδιο το βιασμό, σε μια ενδεχόμενη μελλοντική σεξουαλική επίθεση[18].

Στο στάδιο αυτό, ως αποτέλεσμα της θυματοποίησης, το θύμα μπορεί να οδηγηθεί σε απώλεια της ταυτότητας και του αυτοσεβασμού του και να βιώσει συναισθήματα ταπείνωσης και απόρριψης από τους άλλους[19]. Επιπλέον, όταν τα θύματα βιασμού έχουν υποστεί σωματικό τραυματισμό, μπορεί να βιώσουν έντονα συναισθήματα στεναχώριας και μελαγχολίας, που προέρχονται από το γεγονός της απώλειας κάποιας σωματικής λειτουργίας[20]. Άλλες αντιδράσεις των θυμάτων βιασμού σ' αυτό το στάδιο, παρατηρήθηκαν να είναι η αϋπνία, τα ανεξέλεγχτα κλάματα, η ταραχή, η ανησυχία, η αύξηση ή η απαρχή χρήσης ναρκωτικών ουσιών και η επιδείνωση των προσωπικών τους σχέσεων. Επιπρόσθετα, το θύμα μπορεί να ξαναζεί το τραυματικό συμβάν, είτε με τη μορφή έμμονων ιδεών, είτε με τη μορφή ονείρου ή εφιάλτη. Τέλος, το θύμα μπορεί να παρουσιάσει μια μείωση του ενδιαφέροντός του για ερωτικές και κοινωνικές σχέσεις[21].

Η ζωή του θύματος βιασμού αλλάζει ριζικά μετά το έγκλημα (π.χ. αλλαγή κατοικίας, εργασίας, φίλων, κ.λπ.). Ο βιασμός σηματοδοτεί μια ρήξη με την προηγούμενη ζωή και το θύμα βλέπει τη ζωή του σε δύο φάσεις: πριν και μετά το βιασμό[23]. Τα θύματα, αμέσως μετά το έγκλημα, βιώνουν μια έντονη σύγχυση συναισθημάτων, σε συνδυασμό με μια έντονη αβεβαιότητα που δείχνει την ψυχική τους αναστάτωση και την ανάγκη τους για βοήθεια, συμπαράσταση και κοινωνική υποστήριξη.

Η ψυχολογική κατάσταση που βιώνεται από τα θύματα αμέσως μετά το έγκλημα, μελετήθηκε από τους Veronen et. al.[24] σ' ένα δείγμα εικοσιπέντε θυμάτων τα οποία έλαβαν μέρος στην έρευνα δύο έως τρεις ώρες μετά το βιασμό τους. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προέκυψε ότι τα θύματα ανέφεραν: έντονα ρίγη (96%), πόνο (68%), σφίξιμο την μυών (68%), πονοκέφαλο (60%), καθώς και άλλες ψυχοσωματικές αντιδράσεις που προέρχονταν από την υπερβολική ψυχολογική ένταση που βίωσαν κατά τη διάρκεια της διάπραξης του εγκλήματος. Επίσης, βρέθηκε ότι τα κυριότερα συναισθήματα των θυμάτων ήταν: η στεναχώρια (96%), η εξάντληση (96%), η ταραχή (88%), ο φόβος (88%) και ο τρόμος (80%). Τέλος, σύμφωνα με τους ερευνητές οι φοβίες του θύματος αρχίζουν αμέσως μετά το βιασμό και μπορεί να παραταθούν για μήνες ή ακόμη και για χρόνια.

Από την έρευνα των Sutherland και Scherl[25], σ' ένα δείγμα δεκατριών θυμάτων βιασμού, βρέθηκε ότι οι άμεσες συνέπειες του βιασμού στο θύμα ήταν η έντονη θλίψη, η δυσπιστία, η αγωνία και η συναισθηματική κατάρρευση. Επίσης, βρέθηκε ότι τα θύματα ήταν απρόθυμα να μιλήσουν σχετικά με το τι τους είχε συμβεί. Από την άλλη μεριά, τα θύματα αρνούνταν να αναφέρουν το περιστατικό στην αστυνομία ή να επισκεφθούν κάποιο νοσοκομείο για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Όμως, φαίνονταν περισσότερο πρόθυμα να αναφέρουν το περιστατικό στη σπιτονοικοκυρά, τη συγκάτοικο ή τον εργοδότη τους. Τέλος, τα θύματα βρέθηκαν να βιώνουν μια έντονη αβεβαιότητα σχετικά με το πως θα αισθάνονταν αν έβλεπαν για δεύτερη φορά το βιαστή ή αν μιλούσαν στους γονείς τους ή στον ερωτικό τους σύντροφο.

Σύμφωνα με την Greer[27], έχει παρατηρηθεί ότι τα θύματα βιασμού μετά το έγκλημα, κάνουν εμετό, πλένονται μανιωδώς, καίνε τα ρούχα τους, κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας, έχουν εφιάλτες, αισθάνονται έντονη ντροπή, πέφτουν σε κατάθλιψη, φοβούνται στο σκοτάδι, κ.λπ.

Από την έρευνα του Frazier[28], σ' ένα δείγμα ενήλικων θυμάτων βιασμού, βρέθηκε ότι τα θύματα, λίγες ημέρες μετά τη θυματοπόιησή τους, αυτο-ενοχοποιούνται για το βιασμός τους και αποδίδουν την ευθύνη της διάπραξης του εγκλήματος, τόσο στον εαυτό τους, όσο και σε ορισμένους άλλους εξωγενείς παράγοντες. Η τάση αυτο-ενοχοποίησης του θύματος, συνδέεται με την αυξανόμενη ψυχολογική πίεση που βιώνει το θύμα μετά το βιασμό του και αποτελεί μια διαδικασία δικαιολόγησης και ερμηνείας του εγκληματικού περιστατικού.

Σύμφωνα με τους Burgess και Holmstrom[29], οι αντιδράσεις των θυμάτων στο βιασμό τυπικά μπορούν να χωριστούν σε δύο φάσεις: μια βραχυπρόθεσμη φάση έντονης αποδιοργάνωσης και μια μακροπρόθεσμη διαδικασία επαναδιοργάνωσης.

Αμέσως μετά το βιασμό, το θύμα μπορεί να δοκιμάσει μια μεγάλη ποικιλία συναισθημάτων. Η επίδραση του βιασμού μπορεί να είναι τόσο έντονη, έτσι ώστε το θύμα να βιώσει ένα μεγάλο σοκ και συναισθήματα δυσπιστίας. Από τις συνεντεύξεις της έρευνας των Burgess και Holmstrom[30] βρέθηκε ότι τα θύματα βιασμού, συνήθως, παρουσιάζουν δύο συναισθηματικά στυλ: i) το εκφραστικό, όπου τα αισθήματα του φόβου, του άγχους και του θυμού εκφράζονται μέσα από συμπεριφορές όπως, το κλάμα και η ομιλία με αναφιλητά και ii) το ελεγχόμενο στυλ, όπου τα συναισθήματα αποκρύπτονται και τα θύματα παρουσιάζουν μια πλασματική ηρεμία και αταραξία.

Σύμφωνα πάντα με τους Burgess και Holmstrom[31], κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, τα θύματα μπορεί να παρουσιάσουν δύο ειδών αντιδράσεις: σωματικές και συναισθηματικές. Κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων μετά το βιασμό, τα θύματα είναι πιθανό να παρουσιάσουν τις παρακάτω σωματικές αντιδράσεις: i) Σωματικό τραυματισμό. Ο ερεθισμός και ο τραυματισμός στο λαιμό είναι συνήθως ένα πρόβλημα των θυμάτων που έχουν υποβληθεί σε πεολειχία. ii) Έντονους πονοκέφαλους, κούραση και διαταραχές στον ύπνο. iii) Μπορεί να παραπονεθούν για στομαχικούς πόνους. Η όρεξή τους μπορεί να επηρεαστεί και μπορεί να δηλώσουν ότι δεν μπορούν να φάνε ή ότι το φαγητό δεν έχει γεύση. iv) Τέλος, διάφορες γυναικολογικές διαταραχές, όπως φαγούρα, αίσθηση καψίματος, συχνοουρία και γενικευμένους πόνους[32].

Από την άλλη μεριά, τα θύματα εκφράζουν μια μεγάλη ποικιλία συναισθημάτων, καθώς αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τα επακόλουθα του βιασμού. Τα κυριότερα από αυτά είναι ο φόβος, η ταπείνωση, ο θυμός, η εκδίκηση, η αμηχανία και η αυτο-ενοχοποίηση. Το εντονότερο, όμως, από τα παραπάνω συναισθήματα είναι ο φόβος του θύματος για το σωματικό τραυματισμό και το θάνατο. Ένα άλλο συναίσθημα που εκφράζουν συχνά τα θύματα είναι η ενοχή που, κατά ένα μέρος, οφείλεται στη κοινωνικοποίηση των γυναικών με βάση το πλατιά διαδεδομένο στερεότυπο που επιρρίπτει την ευθύνη του βιασμού στο θύμα[33].

3. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού

Αυτό που χάνει για πάντα (το θύμα βιασμού) είναι τη πίστη στην καλοσύνη των ανθρώπων και την εμπιστοσύνη στους άλλους. Χάνει την πίστη στη δύναμη της λογικής και του ορθολογισμού[34]. Το θύμα βιασμού, μετά το έγκλημα, γίνεται δύσπιστο απέναντι στους ανθρώπους και τις καλές τους προθέσεις. Δεν εμπιστεύεται κανέναν και κυρίως κανέναν άνδρα.

Μια γυναίκα που έχει βιαστεί ζει, περισσότερο ή λιγότερο, μόνιμα με το φόβο του βιασμού βαθιά μέσα στο μυαλό της. Ο βιασμός της αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αισθάνεται τον κόσμο... Δεν πηγαίνει πλέον σε μακρινά μέρη. Δεν περπατάει τη νύχτα μόνη στους δρόμους... Είναι καχύποπτη για όλους τους ξένους, είτε στην εξώπορτά της, είτε στο δρόμο. Ζώντας με το φόβο του βιασμού, τον αποφεύγει[35].

Μια άλλη σημαντική μακροπρόθεσμη συνέπεια του βιασμού στο θύμα, είναι ότι ζει μόνιμα με το φόβο μιας δεύτερης θυματοποίησης, πράγμα που το κρατά σε μια μόνιμη κατάσταση φόβου, επιφυλακτικότητας και απομόνωσης, προκειμένου να την αποφύγει. Ο φόβος του βιασμού είναι διάχυτος σ’ όλο το γυναικείο πληθυσμό, μόνο που στα θύματα είναι εντονότερος και έχει σαφέστερη εικόνα που προέρχεται από προσωπικές εμπειρίες. ...τελικά πληρώνει το τίμημα του να είσαι γυναίκα σ' έναν κόσμο διοικούμενο από άνδρες[36].

Μέσα σ' έναν κόσμο άδικο και άνισο, οι γυναίκες καλούνται να πληρώσουν το τίμημα αυτής της ανισότητας, σε σχέση με το άλλο φύλο. Το τίμημα αυτό είναι πολύ βαρύ και πολλές φορές φτάνει στην ακραία μορφή του να κατηγορείσαι και να πληρώνεις για κάτι για το οποίο, όχι μόνο δεν έχεις ευθύνη, αλλά που το έχεις υποστεί από κάποιον άλλον.

Από συνεντεύξεις, που διεξήγαγαν οι Weis και Borges[37] σε θύματα βιασμού, βρέθηκε ότι ο βιασμός έχει ως συνέπεια τη μείωση της αυτο-εκτίμησης του θύματος, την ανικανότητά του να απολαύσει μια σεξουαλική σχέση και σε ακραίες περιπτώσεις ακόμη και την αυτοκτονία. Από την ίδια έρευνα βρέθηκε να υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην εμπειρία του βιασμού και την αυτοκτονία. Σύμφωνα με την Τσαλίκογλου, πολλά θύματα βιασμού έφτασαν στην τρέλα ή την αυτοκτονία και άλλα δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν το σοκ.

Το τελευταίο στάδιο των αντιδράσεων του θύματος στη θυματοποίησή του, είναι το στάδιο της «επαναδιοργάνωσης»[39]. Μολονότι, στο στάδιο αυτό, ο φόβος και ο θυμός του θύματος βιασμού μειώνονται, οι μακροπρόθεσμες αντιδράσεις του, καθώς και οι συνέπειες του εγκλήματος μπορεί να είναι προβληματικές. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας των Ellis et. al.[40], τα θύματα βιασμού που ρωτήθηκαν ένα χρόνο μετά το έγκλημα, δήλωσαν ότι αισθάνονταν μεγαλύτερη μελαγχολία και λιγότερη ευχαρίστηση στην καθημερινή τους ζωή, σε σχέση με τις γυναίκες της ομάδας ελέγχου.

Από την άλλη μεριά, ένας μεγάλος αριθμός των θυμάτων βιασμού που συμμετείχαν στην έρευνα των Burgess και Holmstrom[41], δήλωσαν ότι δεν αισθανόντουσαν ότι είχαν συνέλθει από το έγκλημα, μετά από την πάροδο χρονικού διαστήματος τεσσάρων έως έξι ετών. Πιο συγκεκριμένα, τα θύματα ανέφεραν ως κυριότερα συμπτώματα, τη μειωμένη σεξουαλική δραστηριότητα, τους σωματικούς πόνους κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής και τη δυσκολία να έρθουν σε οργασμό. Παρόμοιες μακροπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού στο θύμα, παρατηρήθηκαν και από άλλες μελέτες (Ellis et. al.[42], Sales et. al.[43]).

Επιπλέον, σ' αυτό το στάδιο, τα θύματα είναι πιθανό να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για έλλειψη προσοχής και για απερίσκεπτη εμπλοκή σε επικίνδυνες καταστάσεις[44]. Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι η μείωση του φόβου και του άγχους που βιώνουν τα θύματα, πραγματοποιείται κατά τους πρώτους μήνες μετά το βιασμό[45].

Από τις συνεντεύξεις των Burgess και Holmstrom[46] βρέθηκε ότι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού είναι οι εξής: μια έντονη κινητική δραστηριότητα του θύματος, εφιάλτες και τραυματοφοβίες. Πιο συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι τα θύματα, αρκετά συχνά, μετά την επίθεση αλλάζουν τόπο κατοικίας. Αυτή η μετακίνηση γίνεται προκειμένου να επιτύχουν την ασφάλειά τους και να συνεχίσουν μια κανονική ζωή. Μερικές γυναίκες, για τους ίδιους λόγους, κάνουν ταξίδια στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό. Άλλη μια πολύ συχνή αντίδραση βρέθηκε να είναι η αλλαγή στον αριθμό του τηλεφώνου και η αίτηση του θύματος για απόρρητο αριθμό τηλεφώνου. Μια άλλη αρκετά συχνή αντίδραση των θυμάτων βρέθηκε να είναι η επίκληση της οικογένειας ή των φίλων για βοήθεια και υποστήριξη. Τέλος, βρέθηκε ότι τα θύματα βιασμού, συχνά, αναφέρουν ότι είχαν δυσάρεστες εμπειρίες, σχετικές με όνειρα και εφιάλτες.

Ο Rado[47] εισήγαγε τον όρο «τραυματοφοβία» για να ορίσει μια αντίδραση φόβου σε μια τραυματική κατάσταση. Οι Burgess και Holmstrom[48] μετέφεραν αυτήν την ιδέα - που ο Rado τη χρησιμοποίησε στα θύματα πολέμου - στα θύματα βιασμού. Οι πιο συχνές αντιδράσεις φοβίας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας, είναι: i) ο φόβος μέσα στο σπίτι (αναφέρθηκε από θύματα που είχαν βιαστεί μέσα στο σπίτι τους), ii) ο φόβός έξω από το σπίτι (αναφέρθηκε από θύματα που είχαν βιαστεί έξω από το σπίτι τους), iii) ο φόβος του να είσαι μόνος (αναφέρθηκε, σχεδόν, απ' όλα τα θύματα βιασμού), iv) ο φόβος μέσα στο πλήθος, v) ο φόβος που προκαλείται όταν ένας άνθρωπος είναι πίσω μας (αναφέρθηκε από θύματα που δέχτηκαν επίθεση ξαφνικά και από πίσω) και vi) ο φόβος του θύματος ότι έχουν διαταραχτεί κάποιες από τις σεξουαλικές του λειτουργίες.

Από την έρευνα των Murphy et. al.[49], η οποία πραγματοποιήθηκε σ' ένα δείγμα 204 θυμάτων βιασμού και σε μια ομάδα ελέγχου που την αποτελούσαν 173 γυναίκες, βρέθηκε ότι τα θύματα, σε σχέση με τις γυναίκες της ομάδας ελέγχου, παρουσίαζαν ιδιαίτερα αδύνατες σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους (ένα χρόνο μετά την επίθεση), σημαντικά χαμηλότερη αυτο-εκτίμηση (δεκαοκτώ μήνες μετά την επίθεση) και χαμηλότερη ικανοποίηση από τις σχέση τους με τους ερωτικούς τους συντρόφους (δύο χρόνια μετά την επίθεση).

Τα θύματα βιασμού δεν αισθάνονται μόνο την ψυχολογική πίεση της θυματοποίησης, αλλά και μια επιπρόσθετη ένταση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από μόνο το εγκληματικό περιστατικό. Το θύμα με τη θυματοποίησή του κατατάσσεται στην κατηγορία των προσβεβλημένων, αδικημένων, ντροπιασμένων και ηττημένων ατόμων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συναισθηματική κατάσταση των θυμάτων βιασμού, αλλά και όλων των άλλων βίαιων εγκλημάτων, παρομοιάζει μ' αυτήν των γονιών ενός σωματικά ανάπηρου παιδιού, οι οποίοι αν και δεν ευθύνονται άμεσα για την αναπηρία του, βιώνουν συναισθήματα μειονεξίας και φέρουν ένα στίγμα κατωτερότητας. Επίσης, θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε μ' αυτή των απατημένων συζύγων, των γυναικών που εγκαταλείπονται από τους συζύγους τους και των πασχόντων από ανίατη ασθένεια. Αυτό και μόνο το γεγονός της θυματοποίησης κατατάσσει τα θύματα στο στρατόπεδο των κοινωνικά, σωματικά και ψυχολογικά μειωνεκτούντων ατόμων, πράγμα που έχει σοβαρές, όπως είδαμε, μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων.

4. Διαδικασίες υπέρβασης του τραύματος

Πριν επιχειρήσουμε να αναλύσουμε τη διαδικασία υπέρβασης της κρίσης στην οποία έχει περιέλθει το θύμα μετά το βιασμό, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε πρώτα στα αίτια που παρήγαγαν τη συγκεκριμένη κρίση. Όπως είδαμε στις παραπάνω παραγράφους, οι συνέπειες που έχει ο βιασμός στο θύμα είναι σχεδόν καταστροφικές. Γιατί, όμως, είναι τόσο έντονες οι συνέπειες του βιασμού στο θύμα του; Ποιοι είναι οι παράγοντες που προκαλούν αυτές τι σοβαρότατες συνέπειες;

Από την έρευνα των Norris και Feldman-Summers[50] βρέθηκε ότι οι παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για τις ψυχολογικές συνέπειες του βιασμού στο θύμα είναι: i) Ο σκεπτικισμός και η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζονται τα θύματα από την αστυνομία. Αν το θύμα διακρίνει αυτόν το σκεπτικισμό και την καχυποψία, καθώς και τη γενικότερη αρνητική αντιμετώπισή του από τις διωκτικές αρχές (αλλά και από όπου αλλού έχει αναφέρει το συμβάν, π.χ. οικογένεια, σύζυγο, φιλική παρέα, κ.λπ.), οι ψυχολογικές συνέπειες θα πάρουν τη μορφή συναισθημάτων ενοχής και έλλειψης αυτο-εκτίμησης. ii) Το ευπρόσβλητο και το ευάλωτο του θύματος βιασμού στους ισχυρισμούς ότι είναι υπεύθυνο για τη θυματοποίησή του. Όπως έχει αποδειχθεί ερευνητικά, πολλά άτομα - συμπεριλαμβανομένου και του θύματος - μπορεί να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το θύμα φέρει την κύρια ευθύνη του βιασμού του[51]. iii) Η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης, κατανόησης και βοήθειας που ενδεχομένως μπορεί να αντιμετωπίσουν τα θύματα του βιασμού. Έχει ερευνητικά αποδειχθεί ότι η κοινωνική υποστήριξη διευκολύνει την προσαρμογή των γυναικών οι οποίες είχαν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης στην παιδική τους ηλικία[52]. Με βάση το παραπάνω συμπέρασμα, θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι μια αντίστοιχη διαδικασία μπορεί να ισχύει και στην περίπτωση των θυμάτων βιασμού. Τα θύματα που ζουν ή εργάζονται με άτομα που τα αντιμετωπίζουν με κατανόηση και υποστήριξη, ξεπερνούν ευκολότερα τα ψυχολογικά τους προβλήματα και προσαρμόζονται ομαλότερα στην καθημερινή πραγματικότητα. iv) Ο βαθμός σοβαρότητας του εγκλήματος. Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η επίθεση (π.χ. βαρύς σωματικός τραυματισμός του θύματος, χρήση όπλου από το δράστη, κ.λπ.), τόσο μεγαλύτερη είναι η ψυχολογική σύγκρουση που βιώνουν τα θύματα μετά το βιασμό τους.

Τα αποτελέσματα των ερευνών απέδειξαν ότι για ένα σημαντικό αριθμό θυμάτων, ιδιαίτερα σεξουαλικών επιθέσεων, η διαδικασία υπέρβασης της κρίσης είναι χρονοβόρα (Burgess και Holmstrom[53], Ellis et. al.[54], Resick[55]) και ανώμαλα εξελισσόμενη (Sales et. al.[56]). Η αντίδραση του θύματος μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, καθώς και από μια σειρά κοινωνικών παραγόντων που του περιορίζουν ή του επιβάλλουν ορισμένες εναλλακτικές λύσεις.

Το μεγαλύτερο μέρος των θυμάτων βιασμού, προκειμένου να ξεπεράσουν τις σοβαρές σωματικές και ψυχικές συνέπειες του βιασμού τους, αντιδρούν μ' έναν ή και περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους: i) Αναζητούν τους λόγους και τα αίτια του βιασμού τους. ii) Ελαχιστοποιούν το συμβάν, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι δεν ήταν και τόσο σοβαρό. iii) Προσπαθούν να συμπιέσουν τις αντιδράσεις τους και να απωθήσουν τα συναισθήματά τους, αρνούμενα να παραδεχθούν αυτό που έγινε. iv) Προσπαθούν να διώξουν από το μυαλό τους το συμβάν, στρέφοντας την προσοχή τους ολοκληρωτικά σε κάποια απασχόληση. v) Καταφεύγουν σε τεχνικές χαλάρωσης, για να περιορίσουν τα αποτελέσματα του άγχους τους. vi) Απομονώνονται και αποφεύγουν τις κοινωνικές συναναστροφές. vii) Βρίσκουν καταφύγιο στο οινόπνευμα, στα φάρμακα και στα ναρκωτικά. viii) Τέλος, ορισμένα θύματα μπορεί να αναζητήσουν την εκτόνωση της κρίσης μέσω της αναφοράς του περιστατικού στην αστυνομία και με την προσδοκία ότι θα συλληφθεί και θα τιμωρηθεί ο δράστης.

Σύμφωνα με τους Yee et. al.[57], οι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται από τα θύματα για την υπέρβαση της κρίσης της θυματοποίησης είναι οι ακόλουθες: i) Η σκλήρυνση του στόχου (π.χ. τοποθέτηση κλειδαριών ασφαλείας και συναγερμού, εγγραφή σε σχολή αυτο-άμυνας, κ.λπ.). ii) Η κοινωνική αποχώρηση (π.χ. η μη-δημοσιοποίηση των συναισθημάτων του). iii) Οι συγκρίσεις προς τα κάτω (π.χ. το έγκλημα θα μπορούσε να είναι σοβαρότερο, άλλα θύματα έχουν υποστεί σοβαρότερες συνέπειες). iv) Η ενεργητική αντιμετώπιση (π.χ. αναφορά του περιστατικού στην αστυνομία). v) Η αυτο-ενοχοποίηση (π.χ. το θύμα αισθάνεται υπεύθυνο για τη θυματοποίησή του). vi) Τέλος, η άρνηση και η απώθηση του εγκλήματος (π.χ. το θύμα αρνείται να σκέφτεται το έγκλημα).

Αρκετά θύματα, προκειμένου να ξεπεράσουν την κρίση της θυματοποίησης, αναλαμβάνουν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση μόνα τους. Έτσι, για παράδειγμα, έχει αποδειχθεί ότι, συχνά, μετακινούνται σε νέα κατοικία και αλλάζουν αριθμό τηλεφώνου[58], αποφεύγουν τις κοινωνικές επαφές, μένουν κλεισμένα στα σπίτια τους και γίνονται περισσότερο προσεκτικά στην καθημερινή τους ζωή[59].

Άλλες φορές, στρέφονται προς τους άλλους, προκειμένου να ξεπεράσουν το τραύμα τους. Η βοήθεια που μπορεί να ζητήσουν από τους άλλους μπορεί να είναι ιατρική, συναισθηματική, ψυχολογική, αλλά μπορεί να ζητήσουν και απλή πληροφόρηση. Ανεξάρτητα από τη μορφή που θα πάρει αυτή η βοήθεια, έχει αποδειχθεί ότι η στροφή του θύματος προς τους άλλους αποτελεί σημαντικό παράγοντα υπέρβασης της κρίσης της θυματοποίησης[60]. Τα άτομα που προσφέρουν βοήθεια στο θύμα μπορεί να είναι συγγενείς, φίλοι, γείτονες, παριστάμενα στο έγκλημα άτομα, καθώς και επαγγελματίες, όπως, δικηγόροι, γιατροί, αστυνομικοί, κ.λπ.[61]. Από τα αποτελέσματα της έρευνας των Sutherland και Scherl[62] βρέθηκε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις που το θύμα ήταν έτοιμο να αναφέρει το περιστατικό στους γονείς του, παρουσιάστηκε μια μείωση του άγχους και των άλλων αρνητικών συμπτωμάτων, που παρουσίαζε το θύμα ως αποτέλεσμα του βιασμού του.

Μια τρίτη επιλογή του θύματος, προκειμένου να ξεπεράσει το τραύμα της θυματοποίησης, είναι να απευθυνθεί στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Έχει αποδειχθεί ερευνητικά ότι η αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία μπορεί, με διάφορους τρόπους, να αμβλύνει τα συναισθήματα έντασης που βιώνει το θύμα ως συνέπεια της θυματοποίησής του[63]. Τα συναισθήματα αδικίας που βιώνει το θύμα, μπορεί να μειωθούν αν ο δράστης συλληφθεί και καταδικαστεί ή αν αναγκαστεί να αποκαταστήσει τη ζημιά που προξένησε στο θύμα[64]. Μολονότι η αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία μπορεί να συνεισφέρει αποτελεσματικά στη διαδικασία συναισθηματικής αποφόρτισης του θύματος, τα στατιστικά στοιχεία μας οδηγούν στο να διαπιστώσουμε το παράδοξο της μη-αναφοράς των εγκλημάτων στις διωκτικές αρχές. Σύμφωνα με τους Frieze et. al.[65], μόνο το 1/3 του συνολικού όγκου της εγκληματικότητας αναφέρεται στην αστυνομία. Τα παραπάνω ποσοστά για το έγκλημα του βιασμού είναι ακόμη πιο απογοητευτικά. Πιο συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί ότι μόνο το 6% των διαπραττόμενων βιασμών αναφέρονται στην αστυνομία[66].

Μια τέταρτη επιλογή των θυμάτων, προκειμένου να ξεπεράσουν το τραύμα τους, είναι να επαναπροσδιορίσουν και να επαναχαρακτηρίσουν το τραυματικό περιστατικό. Μ' αυτή τη διαδικασία τα θύματα επιτυγχάνουν να ορίσουν το τραυματικό γεγονός ως μη εγκληματική πράξη ή αν την ορίσουν ως τέτοια, μειώνουν τη σοβαρότητά της. Μ' αυτόν τον τρόπο, καταφέρνουν να επανακτήσουν την χαμένη τους αυτοπεποίθηση και αυτο-εκτίμηση και να αποβάλλουν τα συναισθήματα του ευάλωτου και της έντασης που βιώνουν.

Σύμφωνα με τον Taylor[67], υπάρχει μια ποικιλία από διαδικασίες με βάση τις οποίες τα θύματα επαναπροσδιορίζουν τη θυματοποίησή τους. Η κυριότερη απ' αυτές είναι η διαδικασία της καθοδικής κοινωνικής σύγκρισης. Έχει, για παράδειγμα, αποδειχθεί ότι τα θύματα βιασμού, μετά το έγκλημα, συγκρίνουν την κατάστασή τους με άλλα θύματα περισσότερο βίαιων εγκλημάτων, τα οποία βρίσκονται σε χειρότερη μοίρα[68]. Επίσης, από τους Bart και Scheppele[69] έχει βρεθεί ότι τα θύματα βιασμού ακολουθούν την ίδια διαδικασία επαναπροσδιορισμού της κατάστασης, σύμφωνα με την οποία η σεξουαλική επίθεση εναντίον τους δεν ορίζεται ως πραγματικός βιασμός. Τέλος, έχει βρεθεί ότι τα θύματα δηλώνουν ότι θα μπορούσαν ακόμη και να είχαν σκοτωθεί ή να είχαν υποβληθεί σε μεγαλύτερη ταπείνωση[70]. Μέσω των παραπάνω νοητικών διεργασιών τα θύματα βιασμού καταφέρνουν να ορίσουν το περιστατικό με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να κάνουν όσο το δυνατό πιο ανώδυνη τη διαδικασία υπέρβασης της κρίσης της θυματοποίησής τους.

Όμως, υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς[71] οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι καθοδικές κοινωνικές συγκρίσεις μπορεί να επιτείνουν και να διογκώσουν τα συναισθήματα έντασης, φόβου και ευάλωτου που βιώνουν τα θύματα. Όταν το θύμα σκεφτεί ότι η θυματοποίησή του θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει και χειρότερα αποτελέσματα, τότε είναι πιθανότερο να αυξηθούν τα συναισθήματα φόβου, για μια μελλοντική θυματοποίηση, που βιώνει το θύμα.

5. Η ελληνική περίπτωση αναφορικά με τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες του βιασμού στο θύμα

Με το ζήτημα των συναισθημάτων που βιώνουν τα θύματα βιασμού αμέσως μετά το έγκλημα (βραχυπρόθεσμες συνέπειες), ασχολήθηκε και μια δική μας μελέτη που είχε ως στόχο της τη διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν τη λήψη της απόφασης του θύματος βιασμού για αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία[72]. Στα πλαίσια αυτής της μελέτης έλαβε χώρα θυματολογική έρευνα με ερωτηματολόγιο, το οποίο διανεμήθηκε σε 1.000 φοιτήτριες του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τις 996 φοιτήτριες που συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο της έρευνας, οι 116 δήλωσαν ότι είχαν κατά το παρελθόν μια εμπειρία τετελεσμένου βιασμού ή απόπειρας[73].

Από το σύνολο των 116 θυμάτων της θυματολογικής μας έρευνας, βρέθηκε ότι τα 3 (2,6%) δε βίωσαν σε καμία απολύτως ένταση συναισθήματα ταπείνωσης ως αποτέλεσμα του βιασμού τους, τα 5 (4,3%) δήλωσαν ότι βίωσαν σε μικρή ένταση τα παραπάνω συναισθήματα, τα 24 (20,7%) σε μεγάλη ένταση, τα 72 (62,1%) σε πολύ μεγάλη ένταση, τα 4 (3,4%) θύματα δεν είχαν άποψη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ενώ για 8 (6,9%) θύματα δεν υπήρξαν στοιχεία.

Όσον αφορά στα συναισθήματα οργής που βίωσαν τα θύματα, αμέσως αφότου έφυγε ο βιαστής από τον τόπο του εγκλήματος, τα 2 (1,7%) από τα 116 θύματα της έρευνας δήλωσαν ότι δε βίωσαν τέτοιου είδους συναισθήματα, άλλα 2 (1,7%) δήλωσαν ότι βίωσαν συναισθήματα οργής σε μικρό βαθμό, τα 19 (16,4%) θύματα δήλωσαν ότι βίωσαν τα παραπάνω συναισθήματα σε μεγάλο βαθμό, τα 83 (71,6%) δήλωσαν ότι τα βίωσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό, τα 2 (1,7%) θύματα δεν είχαν άποψη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ενώ για 8 (6,9%) θύματα δεν υπήρξαν στοιχεία.

Επίσης, βρέθηκε ότι τα 2 (1,7%) από τα 116 θύματα της θυματολογικής μας έρευνας, δε βίωσαν σε καμία απολύτως ένταση συναισθήματα αηδίας ως αποτέλεσμα του βιασμού τους, τα 3 (2,6%) δήλωσαν ότι βίωσαν σε μικρή ένταση τα παραπάνω συναισθήματα, τα 14 (12,1%) σε μεγάλη ένταση, τα 86 (74,1%) σε πολύ μεγάλη ένταση, τα 3 (2,6%) θύματα δεν είχαν άποψη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ενώ για 8 (6,9%) θύματα δεν υπήρξαν στοιχεία.