ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΔΙΑΣΤΗΡΙΑ .
Του δ/ντου του Ομογενειακού Πρακτορείου Ειδήσεων κ. Ηλία Ηλιόποπουλου – www.Apodimos.com
Πολλές ήσαν οι συζητήσεις των ορθόδοξων χριστιανών που ζουν στην Ελλάδα μετά από τα όσα είχαν συμβεί μετά από διάφορες συζητήσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα . Όμως σ’ αυτά τα θέματα που παρουσιαστήκαν επέτρεπε να ασχοληθούν τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια τα οποία κατά την γνώμη μας λειτουργούν ατελώς . Για την επίλυση αυτού του σοβαρός θέματος υπήρξε η εισήγηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου κατά την τακτική σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος επί του Σχεδίου Νόμου περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων .
Στο πλαίσιο της εισήγησής του αυτής για το σχέδιο νόμου περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, ο Μακαριώτατος το χαρακτήρισε «καρπό μείζονος ανάγκης, η οποία, προϋπάρχουσα της πρόσφατης εκκλησιαστικής κρίσης, προβλήθηκε ως πάγκοινο αίτημα επείγουσας μορφής, τόσο από τον Ιερό Κλήρο, όσο και από τον λαό, κατά τη διάρκειά της και αποτέλεσε αντικείμενο αποσπασματικών διορθωτικών αποφάσεων που ελήφθησαν από την έκτακτη Ι.Σ.Ι. τον Φεβρουάριο του 2005 με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του συστήματος απονομής της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης. Εναντίον του ισχύοντος νόμου 5383/1932, παρατήρησε, είχαν διατυπωθεί επανειλημμένως αιτιάσεις, με κυρίαρχη αυτή της ανάγκης εξάλειψης του απαραδέκτου της σύμπτωσης σε ένα και το αυτό πρόσωπο, δηλαδή στον οικείο Ιεράρχη, των ιδιοτήτων του κινούντος την πειθαρχική δίωξη και του δικάζοντος στη συνέχεια την υπόθεση, σύμπτωσης η οποία, όπως είπε, έρχεται σε αντίθεση προς τον θείας προέλευσης και γενικής αποδοχής θεσμό της δίκαιης δίκης, της οποίας βασικά στοιχεία είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του Δικαστηρίου.»
Σε άλλο σημείο της εισήγησης του ο μακαριώτατος είπε «Το δικαίωμα άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος στην Εκκλησία και κρίσης των υπ’ αυτών κληρικών, σε θέματα πίστεως, ευταξίας, εκκλησιαστικής πειθαρχίας και ηθικής, είπε, το έχουν οι Επίσκοποι από και δια της κανονικής εκλογής και χειροτονίας τους, και ουδείς άλλος, ενώ κάθε παρέμβαση της Πολιτείας στην απονομή της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης από όργανα μη εκκλησιαστικά θα θεωρείτο, σήμερα τουλάχιστον, ως παραβιάζουσα την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας. Δεν είναι ούτε απαραίτητο, αλλά ούτε και εύλογο, επισήμανε, να συμπεριλαμβάνεται στη δικαστική διαδικασία η εμπλοκή του Επισκόπου σε όλα τα στάδια της δικαστικής διερεύνησης κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης, αρκεί να παραμείνει στη μονομελή αρμοδιότητά του η κρίση και η απόφαση. Ο Επίσκοπος, τόνισε, δεν είναι ασύδοτος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αλλά ελέγχεται από την υπεράνω αυτού Ιερά Σύνοδο όταν παρατηρηθεί παραβίαση των Ιερών Κανόνων και των αρχών της χρηστής και εν αγάπη άσκησης των εξουσιών του.» Σε άλλο σημείο της εισηγήσεως του αναφέρθηκε στον Διαχωρισμό του φορέα των αρμοδιοτήτων του Εισαγγελέα και του Δικαστή στην φύση των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και των κυρώσεων που επιβάλλουν και συνέχισε λέγοντας ότι «Ο ισχύων νόμος περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, που εφαρμόζεται επί 74 έτη, αποτελεί, επισήμανε ο Μακαριώτατος, ένα συμπίλημα δικονομικών διατάξεων της περιόδου του μεσοπολέμου και της κατοχικής εποχής, είναι ατελής και διακρίνεται για την κακή εσωτερική του νομοτεχνική διάρθρωση και την έλλειψη καθοδηγητικής συστηματικής ερμηνείας των διατάξεών του. Προς τούτο, είπε, η σύνταξη νέου νόμου, όπως άλλωστε ρητώς επιτάσσει το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν. 590/ 1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα προϋπάρχοντα σχέδια, την κανονική υφή της εκκλησιαστικής δίκης και τα πορίσματα της σύγχρονης δικονομικής επιστήμης, διασφαλίζοντας ακόμη περισσότερο τους κληρικούς από ενδεχόμενες καταχρήσεις άσκησης εξουσίας σε βάρος τους.» Στη συνέχεια ο Μακαριώτατος, αφού αναφέρθηκε στις επανειλημμένες απόπειρες ψήφισης νέου σχετικού νόμου στο παρελθόν είτε με πρωτοβουλία της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας μας υπό ειδικώς συσταθεισών από την Πολιτεία Επιτροπών, είτε από διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς και στα σχέδια που προς τούτο συντάχθηκαν, υπογράμμισε το αίτημα της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, που συνεκλήθη εκτάκτως τον Φεβρουάριο του 2005 λαμβάνοντας τα προσήκοντα μέτρα για την αυτοκάθαρση του Ιερού Κλήρου, προς την Κυβέρνηση για την υιοθέτηση των αποφάσεών της περί της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης δια νομοθετικής ρυθμίσεως. Η Κυβέρνηση, συνέχισε, ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό της Εκκλησίας, αλλά, αντί για την αποσπασματική ρύθμιση διαφόρων σχετικών διαδικαστικών ζητημάτων, πρότεινε την εξ υπαρχής σύνταξη νέου νόμου περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, στον οποίο θα έπρεπε να ενσωματώνονται οι αποφάσεις της ως άνω έκτακτης Ι.Σ.Ι., αλλά και θα αποτελούσε νομοθέτημα πνοής με βαθιές τομές στην απονομή της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης, προσαρμοσμένης στο σύγχρονο δικονομικό καθεστώς. Η Ι. Σύνοδος, τόνισε, έκανε αποδεκτή την πρόταση της Κυβέρνησης και στη συνέχεια, με απόφαση της Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, συγκροτήθηκε επταμελής Επιτροπή Συντάξεως Σχεδίου Νόμου περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου και τη συμμετοχή εκπροσώπων του Υπουργείου και της Ι. Συνόδου (των κ.κ. Αν. Μαρίνου και Σπ. Τρωϊάνου), με σκοπό τη σύνταξη σχεδίου νόμου για την τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας.
Όπως σημείωσε ο Μακαριώτατος, επιδίωξη του σχεδίου νόμου είναι η άρση των νομοτεχνικών ατελειών του Ν. 5383/1932, ο εν μέτρω εκσυγχρονισμός των δικονομικών του διατάξεων και η καθιέρωση και νέων δικαστηριακών θεσμών. Κατά τη σύνταξή του, τόνισε, καταβλήθηκε φροντίδα ώστε η μεν κατάταξη της ύλης να είναι συστηματική και μεθοδική, ακολουθούσα τα διαδοχικά στάδια της δικαστικής διαδικασίας, η δε διατύπωση των άρθρων κατά το δυνατόν σαφής και άρτια, μη καταλείπουσα περιθώρια παρερμηνειών και παρανοήσεων. Το σχέδιο, είπε, απαρτίζεται από 150 άρθρα και διαιρείται σε εννιά τμήματα.
ü το πρώτο αναφέρεται στα αφορώντα στα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια και την αρμοδιότητά τους και στα δικαστικά πρόσωπα,
ü το δεύτερο στις διαδικαστικές πράξεις των επιδόσεων και των προθεσμιών,
ü το τρίτο στα αποδεικτικά μέσα,
ü το τέταρτο στα της κανονικής διώξεως,
ü το πέμπτο στην προδικασία,
ü το έκτο στη διαδικασία στο ακροατήριο,
ü το έβδομο στα ένδικα μέσα και την επανάληψη της διαδικασίας,
ü το όγδοο στις εκκλησιαστικές κυρώσεις και την εκτέλεση των αποφάσεων και το ένατο στη σχέση της εκκλησιαστικής με την ποινική δίκη.
Κατά την κατάστρωση της ύλης, παρατήρησε, ακολουθήθηκε, σε αντίθεση με τη δομή του ισχύοντος νόμου, η σειρά των διαδοχικών της εκκλησιαστικής ποινικής διαδικασίας σταδίων προς διευκόλυνση του εκκλησιαστικού δικαστή και των λοιπών παραγόντων της δίκης στην εφαρμογή του νόμου, ενώ επιλύθηκαν αναφυείσες στην εφαρμογή του Ν. 5383/1932 αμφισβητήσεις και πληρώθηκαν ορισμένα κενά του δια θετικών διατάξεων, ώστε ο υπό έκδοση νόμος να εμφανίζει μείζονα πληρότητα και δικονομική αρτιότητα.
Λόγω του γεγονότος ότι είναι πολυπληθείς οι αναγνώστες του Apodimos.com προερχόμενοι από ορθοδόξους χριστιανούς και ιερείς της Ελλάδας, σας παρουσιάζουμε την Δομή του Σχεδίου Νόμου .
Οι βασικές ρυθμίσεις του Σχεδίου Νόμου και η συμπλήρωση των κειμένων διατάξεων .
Με το σχέδιο νόμου, αφενός μεν συμπληρώνονται οι κείμενες διατάξεις του Ν. 5383/1932, αφετέρου δε εισάγονται νέοι θεσμοί διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε συνδυασμό βέβαια με τον ιδιάζοντα χαρακτήρα της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης. Ιδιαίτερη μέριμνα καταβλήθηκε για την προσφορά στον εγκαλούμενο όλων των νόμιμων μέσων για την υπεράσπισή του, ώστε να εκλείψει κάθε αιτίαση κατά της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης για έλλειψη αμεροληψίας και αντικειμενικότητας.
Σας παρουσιάζουμε τις συμπληρώσεις που έγιναν ή κατά παρέκκλιση του ισχύοντος νόμου εισαχθείσες ρυθμίσεις και αναφέρονται:
v στη ρητή διακήρυξη του πνευματικού σκοπού που επιδιώκει η Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη και στην εισαγωγή του όρου «κύρωση» αντί του όρου «ποινή».
v στη χορήγηση αποφασιστικής ψήφου στα δύο ιερατικά μέλη των Επισκοπικών Δικαστηρίων των Ι. Μητροπόλεων, τα οποία εκλέγονται με τα ισάριθμα αναπληρωματικά τους για μία τριετία από το σύνολο των Πρεσβυτέρων και Διακόνων της Ι. Μητροπόλεως και διορίζονται από την Δ.Ι.Σ.. Με τη διάταξη αυτή, είπε, υλοποιείται η σχετική απόφαση της έκτακτης Ι.Σ.Ι. του Φεβρουαρίου του 2005.
v στην εξαντλητική ρύθμιση του τρόπου επίδοσης των δικαστικών εγγράφων, σύμφωνα με την ισχύουσα πρακτική των λοιπών δικονομικών συστημάτων.
v στο δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στην ανακριτική διαδικασία και στη διαδικασία στο ακροατήριο με δύο συνηγόρους, συμπεριλαμβανομένων και λαϊκών δικηγόρων μελών Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, καθώς η μη αποδοχή παράστασης λαϊκού συνηγόρου στις εκκλησιαστικές δίκες βρίσκεται σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
v στη δυνατότητα ανάθεσης άσκησης των καθηκόντων εκκλησιαστικού ανακριτή και σε κληρικό άλλης Ι. Μητροπόλεως, στην οποία ανήκει ο υπό κατηγορία κληρικός. Με τη διάταξη αυτή, τόνισε, δίδεται η δυνατότητα στις Ι. Μητροπόλεις, που δεν διαθέτουν κληρικούς πεπειραμένους για την άσκηση ανακριτικού έργου, να χρησιμοποιούν κληρικούς άλλων Ι. Μητροπόλεων, τους οποίους θα παραχωρεί ο οικείος αυτών Αρχιερέας κατόπιν εγγράφου αιτήματος του Εκδίκου.
v στη δυνατότητα διεξαγωγής ανακριτικών έργων από τον ανακριτή και εκτός της έδρας του, σε άλλη Μητροπολιτική περιφέρεια πλην της του κατηγορουμένου κληρικού, μετά την έγγραφη ενημέρωση του επιχώριου Μητροπολίτη από τον Έκδικο ή από τον Πρωτέκδικο, με στόχο τη σύντμηση της όλης χρονικής εκκρεμότητας περί την ανάκριση, αλλά και την ενότητα της ανακριτικής διαδικασίας που δεν πρέπει να υπερβαίνει χρονικώς τους τρεις μήνες.
v στη δυνατότητα του Εκδίκου να θέτει, μετά την υποβολή σε αυτόν της δικογραφίας, την υπόθεση στο αρχείο, εφόσον αποφανθεί αιτιολογημένα ότι δεν υπάρχει αιτία για τη διατύπωση κατηγορίας και παύσει τη δίωξη.
v στη δυνατότητα παράστασης του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμόδιου Συνοδικού Δικαστηρίου αυτοπροσώπως ή και δια πληρεξουσίου συνηγόρου, σε εναρμόνιση προς τα διεθνώς κρατούντα περί των δικαιωμάτων του.
v στην ελεύθερη διατύπωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη διάρκεια της απολογίας του στο Δικαστήριο, των στοιχείων της υπεράσπισής του, χωρίς διακοπές και άλλες παρακωλύσεις.
v στην καταχώρηση της οριστικής απόφασης του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου μετά τη δημοσίευσή της σε ενιαίο κείμενο με τα Πρακτικά της Εκκλησιαστικής Δίκης, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα των γενομένων σε αυτή.
v στη μη ανασταλτική δύναμη της άσκησης των ένδικων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης σε περιπτώσεις επιβολής της ποινής της καθαίρεσης, με την έννοια ότι ο καταδικασθείς σε καθαίρεση και ασκήσας τα ως άνω ένδικα μέσα δεν θα μπορεί να ιερουργεί μέχρι την εκδίκαση αυτών, ώστε να προληφθεί ο δημόσιος σκανδαλισμός.
v στην υπαγωγή όλων των καταδικαστικών αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου στο ένδικο μέσο της έφεσης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου.
v στην αναστολή της προθεσμίας της άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης από την προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και από την άσκησή της μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης.
v στη ριζική αναδιάρθρωση των επιβαλλομένων κυρώσεων, που κατατάσσονται σε κυρώσεις σε βάρος:
o α) εγγάμων εν ενεργεία κληρικών και αγάμων κληρικών που υπηρετούν ως προσωρινοί εφημέριοι ή διάκονοι,
o β) ιερομονάχων και ιεροδιακόνων χωρίς εφημεριακή θέση, καθώς και συνταξιούχων κληρικών
o και γ) απλών μοναχών.
Με τις σχετικές διατάξεις, είπε, περιορίζονται ουσιαστικά οι χρηματικές κυρώσεις, διότι δεν έχουν πλέον τη μορφή στέρησης του συνόλου των αποδοχών, αλλά μόνον μέχρι του ενός τρίτου αυτών, δεν προβλέπεται καταδίκη στα έξοδα της δίκης, καταργείται ο σωματικός περιορισμός και λαμβάνεται πρόβλεψη για νέες κυρώσεις (λ.χ. αυστηρή γραπτή επίπληξη, ακοινωνησία κ.λπ.).
v στη ρύθμιση των της συγχώνευσης καταγνωσθείσης αργίας σε καταδικασθέντα κληρικό σε μία συνολική κύρωση.
v στη δυνατότητα άφεσης, ελάττωσης ή μεταβολής κυρώσεως δι’ απονομής χάριτος σε καταδικασθέντα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κληρικό μετά την έναρξη της εκτέλεσής της. Για την απονομή χάριτος, υπογράμμισε, απαιτείται πλέον μόνον απόφαση της Δ.Ι.Σ., χωρίς την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, που απαιτείται μόνον για την απονομή χάριτος σε καταδικασθέντα Αρχιερέα.
v στη δυνατότητα επιβολής κύρωσης με αναστολή προς παιδευτική αγωγή του αμαρτήσαντος.
Οι νέες διατάξεις στο χώρο της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης
Επιπρόσθετα, το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει και διατάξεις, που για πρώτη φορά εμφανίζονται στο χώρο της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης, για:
τη δυνατότητα κίνησης κανονικής δίωξης και κατά κληρικών κάθε βαθμού άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, που υπέπεσαν σε κανονικά παραπτώματα εντός της περιφέρειας της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
την άσκηση της κανονικής δίωξης κατά μεν Αρχιερέων μόνον από τον Πρωτέκδικο, που επιλέγει η Δ.Ι.Σ. (και ενώπιον της οποίας λογοδοτεί) επί τριετεί θητεία με τον αναπληρωτή του μεταξύ των εν ενεργεία ή των Σχολαζόντων ή των Τιτουλάριων Μητροπολιτών, που διαθέτουν ειδικές γνώσεις και σχετική εμπειρία, κατά δε Πρεσβυτέρων, Διακόνων και Μοναχών, μόνον από τους Εκδίκους, που ανέρχονται στον αριθμό των 81 (ένας ανά Ι. Μητρόπολη) και τους οποίους διορίζει η Δ.Ι.Σ. επί τριετεί θητεία με τους αναπληρωτές τους προτάσει των οικείων Μητροπολιτών και οι οποίοι λογοδοτούν ενώπιον του Πρωτεκδίκου. Η, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, συγκέντρωση όλων των αρμοδιοτήτων κατά τη διάρκεια της προδικασίας σε ένα και το αυτό πρόσωπο, δηλαδή στον Μητροπολίτη, είπε, όσο δικαιολογημένη και εάν τυγχάνει από εκκλησιαστική άποψη, εξεταζόμενη υπό το φως των σύγχρονων δικονομικών επιταγών που διασφαλίζουν τα διεθνώς κατοχυρωμένα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα του κατηγορουμένου για μία δίκαιη δίκη, δημιουργεί αντιδράσεις και αρνητικά σχόλια τόσο στο νομικό κόσμο, όσο και στον ίδιο τον πιστό λαό. Άλλωστε οι ίδιοι Ιεροί Κανόνες, τόνισε, όπως παρέχουν στον Επίσκοπο την εξουσία να κρίνει τα εκκλησιαστικά παραπτώματα των υπ’ αυτόν κληρικών, έτσι και διασφαλίζουν τα δικαιώματά τους από καταχρήσεις. Με το νέο θεσμό, υπογράμμισε, επιδιώκεται η εξασφάλιση μείζονος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας στη διαδικασία άσκησης της κανονικής δίωξης και η, δια της πληρότητας των δικαστικών φακέλων που άγονται προ του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, ορθή εκάστοτε εκτίμηση της υπό κρίση περίπτωσης.
την ανάκριση και εκδίκαση συναφών παραπτωμάτων από το ίδιο όργανο και την περιέλευση της αρμοδιότητας εκδίκασης των λοιπών συναφών παραπτωμάτων στο Δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο, με σκοπό την ανάγκη αποφυγής του κατακερματισμού της δίκης σε διάφορες διαδικασίες, όσες και τα κατ’ ιδίαν συγγενή παραπτώματα, και την προτίμηση μίας συνθετικής κρίσης.
την εκδίκαση από ένα και το αυτό Δικαστήριο κανονικών παραπτωμάτων πολλών κληρικών, συμμετασχόντων στη διάπραξη αυτών, με στόχο την εξασφάλιση της ενότητας της ενέργειας της εκκλησιαστικής δικαστικής εξουσίας και τον πληρέστερο φωτισμό της υπόθεσης. Αρμόδιο στην περίπτωση αυτή για όλους, είπε, είναι το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τον εκ των συνενόχων επισύροντα την βαρύτερη ποινή, εφόσον μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται και Αρχιερέας, αλλιώς το Συνοδικό Δικαστήριο δι’ Αρχιερείς.
την εκδίκαση των υποθέσεων ενώπιον περιορισμένου ακροατηρίου (αρχή της δημοσιότητας) και τη δυνατότητα κλήτευσης και νέων μαρτύρων για να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης του κατηγορουμένου, του οποίου το δικαίωμα υπεράσπισης έναντι των αποδιδόμενων σε αυτόν κατηγοριών, με νέες μαρτυρικές καταθέσεις προσώπων της επιλογής του πέραν όσων ελήφθησαν κατά την ανακριτική διαδικασία, ενισχύεται ακόμη περισσότερο.
τη δυνατότητα της εκκλησιαστικής αρχής (Πρωτεκδίκου και Εκδίκου) να θέσει στο αρχείο καταγγελία κατά κληρικού, εφόσον αυτή κρίνεται, με αιτιολογημένη απόφασή της, ως αντικείμενη στους Ιερούς Κανόνες, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.
την επιβολή, κατά τις επιταγές των Ιερών Κανόνων, των συνεπειών της ταυτοπαθείας σε βάρος του μηνυτή, του οποίου οι κατηγορίες κατά κληρικού ή μοναχού κρίθηκαν από το αρμόδιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο ανυπόστατες ή συκοφαντικές. Με τη διάταξη αυτή, είπε, επιδιώκεται να τεθεί φραγμός στις φιλοκατηγόρους διαθέσεις ορισμένων κληρικών, που, ελαφρά τη συνειδήσει, καταγγέλλουν αδελφούς τους χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία με την πρόθεση δημιουργίας θορύβου προς μείωσή τους και σκανδαλισμού των πιστών.
τη δυνατότητα διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης – που διατάσσεται από τον Πρωτέκδικο εάν πρόκειται περί Αρχιερέως και από τους Εκδίκους εάν πρόκειται περί κληρικών και μοναχών – προς διαπίστωση της συνδρομής περίπτωσης κανονικής δίωξης, ώστε σε περίπτωση αβάσιμης καταγγελίας να αποφεύγεται η ενασχόληση των εκκλησιαστικών δικαστικών αρχών με τυχόν αβάσιμες κατηγορίες.
τη δυνατότητα παράλειψης της χρονίζουσας διαδικασίας της ανάκρισης και εισαγωγής της υπόθεσης προς εκδίκαση σε περιπτώσεις διαπραχθέντων αυτόφωρων βαρέων αδικημάτων, που διεγείρουν το δημόσιο αίσθημα και διασύρουν το κύρος της Εκκλησίας και συνεπάγονται, ως κανονικά παραπτώματα, την κύρωση της καθαίρεσης, αφού ο κινών την κανονική δίωξη επιχειρήσει όλες τις πράξεις προς βεβαίωση του παραπτώματος.
τη δυνατότητα προσωρινής απαγόρευσης τέλεσης ιεροπραξιών, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, άνευ στερήσεως των αποδοχών, σε κληρικούς για τους οποίους η αρμόδια δικαστική αρχή διέταξε την προσωρινή κράτησή τους και οι οποίοι τελούν υπό ανάκριση για την τέλεση εκκλησιαστικού παραπτώματος που κολάζεται με καθαίρεση, εφόσον αυτό προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο, και ομοίως τη δυνατότητα θέσης Αρχιερέα, σε βάρος του οποίου διατάχθηκαν ανακρίσεις, σε προσωρινή διαθεσιμότητα με απόφαση της Δ.Ι.Σ., προς την κατεύθυνση αποφυγής περαιτέρω σκανδαλισμού των πιστών και προστασίας της Εκκλησίας.
τη δυνατότητα επέκτασης της ανάκρισης και σε άλλα πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στη σχετική αρχική εντολή προς την κατεύθυνση της ταχύτερης εξέλιξης της ανακριτικής διαδικασίας και την απεμπλοκή της από καθυστερήσεις.
την υποχρέωση του εκκλησιαστικού ανακριτή να περατώσει την ανάκριση το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες και να υποβάλλει το φάκελο της υπόθεσης στην εκκλησιαστική αρχή που κίνησε την κανονική δίωξη και το πόρισμά του εντός προθεσμίας δέκα ημερών μετά το πέρας της ανάκρισης, ώστε να μην εκτίθενται, λόγω της παρατεινόμενης εκκρεμότητας, η Εκκλησία και ο κατηγορούμενος κληρικός.
τη θέσπιση μερικής δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο της εκκλησιαστικής δίκης. Το Δικαστήριο βέβαια, πρόσθεσε, δικαιούται να διατάξει την κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγή της δίκης.
τη δυνατότητα διακοπής ή αναβολής της ενώπιον των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων συζήτησης σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της υγείας του κατηγορουμένου ή λόγω άλλων σημαντικών αιτίων.
τη δυνατότητα απομάκρυνσης του κατηγορουμένου από την αίθουσα, με αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, εφόσον κριθεί ότι η παρουσία του εμποδίζει την ειλικρινή κατάθεση κάποιου μάρτυρα.
τη θέσπιση αίτησης αναίρεσης σε περιορισμένη κλίμακα με την παροχή της αρμοδιότητας άσκησής της μόνον στον Πρωτέκδικο στις περιπτώσεις στις οποίες πιθανολογείται πλημμελής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή Ιερών Κανόνων ή δικονομικών διατάξεων του Νόμου περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων για τελεσίδικες αποφάσεις τόσο κατά Πρεσβυτέρων, Διακόνων και Μοναχών, όσο και κατά Αρχιερέων, αλλά όχι για αποφάσεις κατά των οποίων ασκήθηκε έκκλητο ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη. Τις αιτήσεις αναίρεσης, εκδικάζει η Ι.Σ.Ι..
τη θέσπιση της έκτακτης διαδικασίας της επανάληψης της διαδικασίας υπέρ του αδίκως καταδικασθέντος ή κατά του κακώς αθωωθέντος.
Η γνώμη της Ι.Σ.Ι. για το σχέδιο νόμου, υπογράμμισε ο Μακαριώτατος, θα διαβιβασθεί αρμοδίως στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο και θα το προωθήσει στη Βουλή για να αντικαταστήσει τον ισχύοντα νόμο. Είναι αυτονόητο, κατέληξε, ότι, ενόψει της ψήφισης και εφαρμογής του νέου νόμου, απαιτείται η ειδική επιμόρφωση των κληρικών που θα ασχοληθούν με αυτήν, καθώς και η εξασφάλιση δικαστών ειδημόνων των σχετικών κανόνων δικαίου, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται σοβαρή, ισχυρή και αξιοσέβαστη νομολογία.