Πλέον οι εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς φθάσανε και το Apodimos.com «Εύχεται τα Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά για το 2008» όμως και οι Έλληνες απόδημοι αδελφοί μας, σε όλα τα κράτη που ζουν στα διάφορα κράτη όλου, γιορτάζουν αυτές τις δυο ειδικές μέρες . Για αυτό τον λόγο σκεφθήκαμε να παρουσιάσουμε σε όλους  Έλληνες και οι Απόδημους αδελφούς μας Δυο Ιστορίες με σκοπό να διαβαστούν στα παιδιά των ομογενών μας που ίσως δεν μπορούν να διαβάσουν την ελληνική γλώσσα  από τους απόδημους Έλληνες πρώτης ή δεύτερης και τρίτης γενιάς, από τους δασκάλους και να προωθηθούν για τον ίδιο σκοπό από ιερείς σε ειδικές συνάξεις , ή να τα διαβάσουν οι νέοι και τα παιδιά που γνωρίζουν την ελληνική. Επιλέξαμε αυτές τις Δυο Ιστορίες για να είναι στο ίδιο πνεύμα των ενημερώσεων του μηνός και προέρχονται από το www.kappadokes.gr/greek. Με αυτό τον τρόπο νομίζουμε ότι κάναμε ένα πνευματικό Δώρο στα παιδιά των Αποδήμων αδελφών μας.

 

Ιστοσελιδες  
HellenicEagle
EuropeanEagle
ApodimosStudents
HellenicGlossary
HellenicArtAlmanac
HellenicOpinionCounter
Theodromion
Apodimos-RealEstate
ApodimosEllas
DimotikesEkloges

Apodimos.Gr
Apodimos Radio Station OnLine
ApodimosHellas
Apodimos TV

 

 

 

 

ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ. 

www.Apodimos.com 

Πλέον οι εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς φθάσανε και το Apodimos.com «Εύχεται τα Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά για το 2008» όμως και οι Έλληνες απόδημοι αδελφοί μας, σε όλα τα κράτη που ζουν στα διάφορα κράτη όλου, γιορτάζουν αυτές τις δυο ειδικές μέρες . Για αυτό τον λόγο σκεφθήκαμε να παρουσιάσουμε σε όλους  Έλληνες και οι Απόδημους αδελφούς μας Δυο Ιστορίες με σκοπό να διαβαστούν στα παιδιά των ομογενών μας που ίσως δεν μπορούν να διαβάσουν την ελληνική γλώσσα  από τους απόδημους Έλληνες πρώτης ή δεύτερης και τρίτης γενιάς, από τους δασκάλους και να προωθηθούν για τον ίδιο σκοπό από ιερείς σε ειδικές συνάξεις , ή να τα διαβάσουν οι νέοι και τα παιδιά που γνωρίζουν την ελληνική. Επιλέξαμε αυτές τις Δυο Ιστορίες για να είναι στο ίδιο πνεύμα των ενημερώσεων του μηνός και προέρχονται από το www.kappadokes.gr/greek. Με αυτό τον τρόπο νομίζουμε ότι κάναμε ένα πνευματικό Δώρο στα παιδιά των Αποδήμων αδελφών μας.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΕΙΩΜΟ

Του Βασίλειου Γαβριήλ Φαρασόπουλου Παραμύθια από την Καππαδοκία

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε ένα μεγάλο βασίλειο. Βρήκε γυναίκα, παντρεύτηκε και απόκτησε ένα παιδί. Το παιδί μεγάλωνε με όλα τα καλά, και οι γονείς ήτανε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.

Το παλάτι ήτανε χτισμένο μέσα σε δάσος και είχε αμέτρητα παράθυρα που φώτιζαν τα δωμάτια και τις επίσημες αίθουσες.

Αρκετά μακριά ήταν ένας λάκκος όπου κάθε πρωί οι σκουπιδιάρη-δες πετούσαν τα αποφάγια και τα σκουπίδια του παλατιού.

Σ' αυτόν τον σκουπιδότοπο έρχονταν ένας γέροντας κουρελής και πειναλέος και έψαχνε να βρει κάτι για να χορτάσει την πείνα του.

Κάποια μέρα βγαίνει το μικρό βασιλόπουλο περίπατο με την παιδονόμο του και βλέπει τον γέροντα. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο άνθρωπο και τον παρατηρούσε με απορία. Ο γέροντας πρόσεξε την απορία του παιδιού και άρχισε να λέει τραγουδιστά:

«Στης ζωής τα μονοπάτια, είδα σπίτια και παλάτια. Τώρα είμαι ένας γέρος δίχως τόπο δίχως μέρος. Σε καλύβι δε χωράω ψάχνω στ' άχρηστα να φάω. Πέρασ' η ζωή ποτάμι και με άφησε καλάμι».

Όταν τέλειωσε το τραγούδισμα άρχισε να λέει ένα παραμύθι.

«Μία φορά κι έναν καιρό ήτανε να σε χαρώ αρχοντόπουλο με γνώση ξύπναγε πριν ξημερώσει...

Το βασιλόπουλο έμεινε καρφωμένο στο ίδιο μέρος. Έβλεπε και άκουγε συνεπαρμένο, ένα παραμύθι για τον νερόμυλο, το μυλωνά και τη νεράιδα. Κάποια στιγμή όμως η παιδονόμος τράβηξε με το ζόρι το παιδί από το χέρι και το πήγε στο παλάτι.

Το πρώτο πράμα που ζήτησε το παιδί την άλλη μέρα από την παιδονόμο ήτανε να πάνε εκεί που είχανε βρει το γέρο παραμυθά.

Το παραμύθι συνεχίστηκε και το παιδί αρέστηκε τόσο πολύ που δεν ήθελε να φύγει κοντά από το γέρο.

Κάποια στιγμή όμως έπρεπε το παιδί να φύγει. Αντί για χαιρετισμό ο γέρος λέει:

      «Μπάλ σεντέν, μασάλ μπεντέν».

      Τι θα πει αυτό; Ρωτάει το παιδί την συνοδό του.

      Αυτό θα πει: «Το μέλι από σένα, το παραμύθι από μένα». Δηλαδή, για να συνεχίσει ο γέρος το παραμύθι πρέπει να του δώσουμε μέλι να φάει!

Πηγαίνει το παιδί στον πατέρα του:

      Πατέρα θέλω να τρώω μέλι για να δυναμώσω, θέλω πολύ μέλι να έχω για πολλές μέρες.

Ο βασιλιάς παραγγέλνει και του φέρνουν τρία βαρέλια μέλι για το αγαπημένο παιδί του.

Την τρίτη μέρα φορτώνεται μία κερήθρα μέλι ο μικρός και πηγαίνει στον παραμυθά για τη συνέχεια του παραμυθιού.

Την τέταρτη, την πέμπτη και τις άλλες μέρες έκανε το ίδιο, ώσπου κάποτε άδειασαν τα βαρέλια.

Πάει στον πατέρα του ο μικρός.

— Πατέρα θέλω μέλι. Αυτό που αγόρασες τελείωσε.

Ο βασιλιάς απόρησε με το πράμα. Τόσο μέλι, να τελειώσει τόσο γρήγορα! Παραγγέλνει και του φέρνουν άλλα τρία βαρέλια μέλι, και διατάζει τους ανθρώπους να παρακολουθήσουν την υπόθεση και να πιάσουν τον κλέφτη.

Φανερώθηκε η αλήθεια. Το μέλι πήγαινε στον παραμυθά.

Φωνάζει ο βασιλιάς το παιδί του και λέει:

      Το μέλι είναι τροφή γλυκιά και δυναμωτική. Γιατί το κουβάλησες και το έδωσες στον γέρο;

Το παραμύθι είναι πιο γλυκό. Εγώ μέλι δεν θέλω. θέλω να ακούω το παραμύθι. Ο βασιλιάς προσπάθησε αλλά με κανένα τρόπο δεν κατάφερε να αλλάξει την γνώμη του παιδιού του. Διατάζει και φέρνουν τον παραμυθά μπροστά του.

— Εσύ είσαι που αδειάζεις το μέλι από τα βαρέλια μου;

      Μου αρέσει πολύ βασιλιά μου. Δεν το κλέβω, το αγοράζω!

      Πως γίνεται και το αγοράζεις; Ξεγέλασες ένα μικρό παιδί και το ανάγκασες να γίνει κλέφτης της περιουσίας μου.

      Εγώ βασιλιά μου έκανα μία συμφωνία. Είχα την εντύπωση πως ξέρεις κι εσύ την υπόθεση! Τώρα που έμαθα τι έχει συμβεί ζητάω συγνώμη. Δεν θα συνεχίσω.

Το παιδί που ήταν κοντά άκουγε τη συζήτηση. Βάζει τα κλάματα. Στεναχωρήθηκε τόσο που δεν μπόρεσαν να τον σταματήσουν με τίποτα. Ο βασιλιάς βλέπει το παιδί του πικραμένο και απαρηγόρητο. Σκέφτεται, ξανασκέφτεται και λέει στον γέρο παραμυθά:

Γέροντα! Αφού το παιδί μου μαγεύτηκε τόσο με το παραμύθι σου, συνέχισε το να ακούσω κι εγώ και να βγάλω συμπέρασμα.

Ο φτωχογέροντας άρχισε τη συνέχεια του παραμυθιού.

Ο βασιλιάς άκουγε με προσοχή. Μετά ήρθε και η βασίλισσα, μετά ήρθε το μεγάλο συμβούλιο. Όλοι κάθισαν και άκουγαν. Αρέστηκαν τόσο πολύ που ξέχασαν τις δουλειές τους.

Κάποια στιγμή λέει το παιδί.

      Παππού ήρθε η ώρα να φας το μέλι σου. Μετά συνεχίζεις!

Ο βασιλιάς όμως λέει στο παιδί του:

      Ασε παιδάκι μου τον παππού. Να τελειώσει το παραμύθι του και μετά μπορεί να φάει το μέλι του.

Ο παραμυθάς όμως σταμάτησε υπακούοντας στη θέληση του παιδιού. Τότε ο βασιλιάς δίνει διαταγή.

— Να κρατήσετε το γέρο στο παλάτι. Να του δώσετε ένα δωμάτιο να κοιμάται, Να τον πλύνετε, να τον ντύσετε και να του δίνετε ότι φαγητό θέλει, θα τον έχουμε εδώ όσο να τελειώσει το παραμύθι του. Ο γέροντας όμως για να δεχτεί όλο αυτά ζήτησε από το βασιλιά να κάνουν μία συμφωνία.

      Τι συμφωνία θέλεις να κάνουμε; Ρωτάει ο βασιλιάς.

       «Μπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν», απαντάει ο γέρος, και έκλεισαν τη συμφωνία.

Το παραμύθι όμως του γέροντα δεν τελείωνε ποτέ. Κράτησε μέχρι την ώρα που παρέδωσε την τελευταία πνοή του και συνεχίστηκε στα κατοπινά, για πολλά πολλά ακόμα χρόνια.

«Ένα μήλο έπεσε από τον ουρανό!

Το ένα είναι για τον παραμυθά.

Το ένα είναι για εκείνον που κάνει τους άλλους να τον ακούνε.

Το ένα είναι για εκείνον που κουράζει το νου και το πνεύμα του.

Αυτοί που το άκουσαν να κάνουν τη μοιρασιά».

*

Ο ΚΟΥΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΟΜΠΕΤΑ

Της Καλλιόπης Αλιβάνογλου- Παπαγγέλου Παραμύθια από την Καππαδοκία της

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο αδέρφια. Ο ένας ήταν κουτός κι ο άλλος έξυπνος. Είχαν ένα στάβλο παλιό γεμάτο άλογα και αγελάδες. Επειδή ο στάβλος δεν καλοχωρούσε τα ζώα, είπαν να φτιάξουν κι έναν καινούργιο. Όταν τον φτιάξανε είπε ο έξυπνος αδερφός να μοιράσουν τα ζώα.

      Όχι, λέει ο κουτός, θ' αφήσουμε τα ζώα να διαλέξουν σε πιο στάβλο θέλουν να πάνε. Εγώ θα πάρω τον καινούργιο στάβλο κι εσύ τον παλιό

      Εντάξει, είπε ο έξυπνος.

Αφήσανε τα ζώα ελεύθερα το βράδυ που γυρίσανε από τη βοσκή και περιμένανε να δούνε σε πιο στάβλο θα πάνε. Αυτά επειδή ήταν μαθημένα να πηγαίνουν στον παλιό, πήγαν πάλι όλα εκεί, εκτός από ένα ψωριάρικο μοσχαράκι που πήγε στον καινούργιο. Έτσι έμεινε ο κουτός με τον καινούργιο στάβλο και το ψωριάρικο μοσχαράκι, ώσπου το ξέχασε κι αυτό ένα βράδυ έξω και το' φαγε ο λύκος.

Σηκώθηκε τότε ο κουτός, πέρασε ένα παράθυρο από τον καινούργιο στάβλο στο λαιμό του και ξεκίνησε να βρει την τύχη του.

Αφού περπάτησε αρκετά, κουράστηκε και κάθισε να ξεκουραστεί πάνω σ' ένα δέντρο. Το παράθυρο το κρέμασε πάνω στα κλαδιά του δέντρου.

Σε λίγο ήρθαν δέκα καμηλιέρηδες με τις καμήλες τους φορτωμένες θυμίαμα και καθίσανε να ξεκουραστούνε κάτω από το δέντρο. Εκεί που ξεκουράζονταν οι καμήλες, φύσηξε ο αέρας και έπεσε το παράθυρο από το δέντρο. Οι καμήλες πρόγκιξαν, πέταξαν το φορτίο τους κάτω κι έφυγαν.

Τότε ο κουτός αδερφός κατέβηκε από το δέντρο και σκέφτηκε να βάλει φωτιά σ' όλο το θυμίαμα. Αναψε τη φωτιά και το θυμίαμα ήταν τόσο πολύ που η μυρωδιά του έφτασε μέχρι τον ουρανό. Ανοιξε τότε ο ουρανός και κατέβηκε ένας άγγελος με την τρομπέτα και του λέει:

      Παιδί μου, τι θέλεις να σου χαρίσω;

      Αυτή την τρομπέτα που κρατάς στο χέρι σου, είπε ο κουτός αδερφός.

Του την έδωσε ο άγγελος και ο κουτός συνέχισε το δρόμο του. Κάποτε έφτασε σ' ένα χωριό και πιάστηκε τσοπάνος στα πρόβατα του παπά.

Κάθε μέρα πήγαινε να βοσκήσει τα πρόβατα του παπά κι έπαιζε την τρομπέτα του. Το βράδυ τα πρόβατα γυρίζανε νηστικά και χωρίς μαλλιά. Μια και δυο ο παπάς αποφάσισε να παρακολουθήσει τον τσοπάνο να δει τι συμβαίνει. Κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο και περίμενε. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άρχισε ο τσοπάνος να παίζει την τρομπέτα του. Η μουσική ήταν τόσο συναρπαστική που όλα γύρω χορεύανε.

Τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά και ο παπάς ακόμα χόρευε χωρίς να το θέλει. Τα πρόβατα χορεύανε κι αυτά και το μαλλί τους μαδιότανε πάνω στα βάτα.

Το βράδυ που γύρισε ο παπάς στο σπίτι είπε όλα όσα είδε στην παπαδιά.

      Δεν κατάλαβες καλά τι συμβαίνει, παπά μου, είπε η παπαδιά. Αύριο θα πάω εγώ και θα κρυφτώ πίσω από τα βάτα και θα εξακριβώσω τι ακριβώς συμβαίνει.

Πράγματι την άλλη μέρα το πρωί πήγε στο λιβάδι η παπαδιά, κρύφτηκε πίσω από τα βάτα και περίμενε.

Όταν άρχισε ο τσοπάνος να παίζει την τρομπέτα χορεύανε όλα γύρω και χόρευε κι η παπαδιά και καταμαδήθηκε στα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπο από τα βάτα. Το βράδυ που γύρισε καταματωμένη στο σπίτι είπε στον παπά:

      Παπά μου, αυτός ο τσοπάνος, δεν κάνει ούτε για το σπίτι μας, ούτε για το χωριό μας. Διώξτον αύριο να φύγει να πάει στην ευχή του θεού.

Έτσι και έκανε ο παπάς. Τον έδιωξε και βρήκε την ησυχία του αυτός και η παπαδιά και τα πρόβατα κι εμείς.

Διαβάσετε και το πιο κάτω 

ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρία αγόρια. Είχε και μια μηλιά που έκανε τα νοστιμότερα μήλα του κόσμου. Κάθε χρόνο ερχόταν ένας δράκος όταν ωρίμαζαν τα μήλα και τα έπαιρνε. Έτσι αυτοί δεν τρώγανε τίποτα. Μια μέρα λέει ο βασιλιάς στα παιδιά του:

      Τι χάλι είναι αυτό με σας, τρεις λεβέντες ίσαμε κει πάνω να μην μπορείτε να τα βάλετε με το δράκο. Να μην τρώμε κι εμείς ένα μήλο!

Τα παιδιά μπήκαν στο φιλότιμο και μια μέρα που πήγε ο πρώτος να τον σκοτώσει, όταν ήρθε ο δράκος, φοβήθηκε κι έφυγε. Το ίδιο έκανε κι ο δεύτερος. Ο τρίτος πεισμάτωσε, πήρε το σπαθί και όταν ήρθε ο δράκος του έφερε μια δυνατή σπαθιά που τον τραυμάτισε. Ο δράκος φυσώντας και ξεφυσώντας πήγε στη φωλιά του. Το παιδί μάζεψε τα μήλα και τα πήγε στον πατέρα του και τ' αδέλφια του που τον ζηλέψανε.

      Ψέματα μας λέει, είπαν στον πατέρα τους, ότι τραυμάτισε το δράκο. Απλώς θα πρόλαβε να μαζέψει τα μήλα πριν έρθει ο δράκος.

      Ελάτε να δείτε τα αίματα που σταματούν έξω από τη φωλιά του, είπε ο τρίτος αδελφός.

Πήγανε μέχρι τη φωλιά του δράκου κι είδανε τα αίματα από την πληγή του. Έσκυψε μέσα να δει ο πρώτος αδελφός και φώναξε:

      Κρυώνω, κρυώνω, τραβήξτε με επάνω γρήγορα.

Τον τραβήξανε επάνω και μετά προσπάθησε να δοκιμάσει κι ο δεύτερος που έκανε κι αυτός τα ίδια.

Ο μικρότερος τους λέει θα με κατεβάσετε κι εμένα και όσο θα σας λέω κρυώνω, θα με κατεβάζετε πιο κάτω. Αφού πάτησε κάτω, ανοίγει ένα δωμάτιο και βλέπει το δράκο να είναι ετοιμοθάνατος.

      Ξαναχτυπάμε μια ακόμα φορά, παλικάρι μου, παρακάλεσε ο δράκος. Ήξερε ότι αν τον χτυπούσε δυο φορές θα γινόταν καλά.

      Εμένα η μάνα μου με γέννησε μια φορά, είπε το παιδί.

Σε λίγο ψόφησε ο δράκος. Ανοίγει ένα δεύτερο δωμάτιο και βλέπει τρεις πεντάμορφες κοπέλες. Αυτές ήταν βασιλοπούλες και τις είχε κλέψει ο δράκος από τα σπίτια τους.

      Κορίτσια, τους λέει, ήρθα να σας ελευθερώσω. Είμαστε τρία βασιλόπουλα, αδέλφια, και θα σας παντρευτούμε.

Έδεσε στην τριχιά τη μία κοπέλα και φώναζε στ' αδέλφια του. Αυτή είναι η γυναίκα του πρώτου αδελφού, τραβήξτε την επάνω. Μετά ανέβασε και τη δεύτερη και είπε ότι αυτή είναι η γυναίκα του δεύτερου αδελφού. Πριν ανεβάσει και την τρίτη που ήταν η πιο όμορφη από τις άλλες, αυτή του είπε :

      Παλικάρι μου, πολύ φοβάμαι ότι όταν με ανεβάσεις επάνω και με δουν τ' αδέλφια σου, θα θέλουν να με κρατήσουν αυτοί και σένα θα σε αφήσουν εδώ κάτω.

Τ' αδέλφια σου σε ζηλεύουν και κακοσκέφτονται για σένα. Γ' αυτό σου δίνω τρεις μαγικές τρίχες να τις κάψεις μία μία όταν βρεθείς σε δύσκολη θέση. Αν μείνεις κάτω θα περάσουν δίπλα σου δυο πρόβατα. Ένα άσπρο κι ένα μαύρο. Αν κατορθώσεις και ανεβείς στο άσπρο θα ανεβείς στον πάνω κόσμο, αν ανεβείς στο μαύρο θα πας 7 χιλιόμετρα ακόμα πιο κάτω.

Δένει με την τριχιά και την τρίτη την κοπέλα και φωνάζει στ' αδέλφια του να την τραβήξουν επάνω. Μόλις την είδαν τ' αδέλφια του ελωλάθηκαν από την ομορφιά της.

      Πάλι μας την έφερε, είπαν, θα πάρει την πιο όμορφη. Ας τον αφήσουμε εκεί κάτω και θα πούμε στον πατέρα μας ότι χάθηκε.

Κόψανε την τριχιά κι έπεσε κάτω και ζαλίστηκε. Ακόμη δεν πρόλαβε να καλοσυνέλθει, βλέπει τα δυο πρόβατα να περνούν δίπλα του. Έτσι ζαλισμένος που ήταν πήδηξε στη ράχη του μαύρου πρόβατου. Το πρόβατο τον πήγε 7 χιλιόμετρα πιο κάτω. Εκεί βλέπει μπροστά του μια πολιτεία. Χτυπάει την πόρτα σ' ένα μικρό σπιτάκι. Ανοίγει μια γριά γυναίκα.

      Με παίρνεις γιαγιά για μουσαφίρη, της λέει.

      Ευχαρίστως, παιδάκι μου, λέει η γριά κι εγώ μόνη μου είμαι, θα έχω παρέα. Αφού φάγανε, το παιδί που το λέγανε Δημήτρη, ζήτησε νερό.

      Δεν έχουμε νερό, παιδί μου, είπε η γριά. Υπάρχει ένας δράκος στην πηγή του νερού και κάθε μήνα τρώει ένα κορίτσι κι έτσι αφήνει τον κόσμο να πάρει νερό. Σήμερα είναι η σειρά της βασιλοπούλας.

      Όλοι εδώ είναι δειλοί μου φαίνεται. Βρες μου ένα σπαθί να πάω να σκοτώσω το δράκο, είπε το βασιλόπουλο. Δώσε μου και τη στάμνα να γεμίσω νερό.

Του βρήκε η γριά ένα σπαθί, πήρε και τη στάμνα και πήγε στην πηγή. Εκεί βρήκε τη βασιλοπούλα λυπημένη να περιμένει να τη φάει ο δράκος.

      Ησύχασε, της λέει, ήρθα να σκοτώσω το δράκο.

      Όχι παλικάρι μου, φύγε να σωθείς, θα σε φάει κι εσένα άδικα ο δράκος, είπε η βασιλοπούλα.

      θα μείνω, είπε το παλικάρι και θα τον σκοτώσω. Μόνο νυστάζω και θα κοιμηθώ λίγο. Όταν έρθει ο δράκος να με ξυπνήσεις.

Το βασιλόπουλο κοιμήθηκε βαθιά και μετά από λίγη ώρα φάνηκε να έρχεται από πέρα ο δράκος. Η βασιλοπούλα λυπότανε να ξυπνήσει το παιδί. δάκρυα της, που πέφτανε στο πρόσωπο του παιδιού, το ξύπνησαν. Αρπάζει το σπαθί του και αρχίζει να παλεύει με το δράκο. Με τα πολλά κατόρθωσε να τον σκοτώσει. Η Βασιλοπούλα βούτηξε το χέρι της το αίμα του δράκου και αποτύπωσε την παλάμη της στο πουκάμισο του παιδιού. Γέμισε το παιδί νερό τη στάμνα και είπε τα ευχάριστα νέα στη γριά.

Όταν μαθεύτηκε το νέο, χάρηκε όλος ο κόσμος. Πήγαν όλοι ευχαριστημένοι να πάρουν νερό. Ο βασιλιάς διέταξε όλα τα παλικάρια να περάσουν από το παλάτι να γνωρίσει η βασιλοπούλα το γενναίο νέο που σκότωσε το δράκο. Πήγαν όλα τα παλικάρια της πόλης αλλά δεν ήταν ανάμεσα τους αυτός που τον σκότωσε.

      Είναι κι ένας μουσαφίρης στο σπίτι κάποιας γριάς, είπε ένας αξιωματικός.

      Πηγαίνετε να τον φωνάξετε, είπε ο βασιλιάς.

Όταν τον φωνάξανε, τον αναγνώρισε η βασιλοπούλα από την παλάμη της στην πλάτη του με το αίμα του δράκου.

      Πες μου τι χάρη θέλεις να σου κάνω, τον ρώτησε ο βασιλιάς. Είσαι ο σωτήρας μας.

      Θέλω να με πάτε στον πάνω κόσμο, είπε το παιδί.

      Εμείς δε γνωρίζουμε τον πάνω κόσμο, είπε ο βασιλιάς. Εμάς αυτός είναι ο κόσμος μας.

      Το παλάτι μου όμως είναι ανοιχτό για σένα να έρχεσαι να τρως, να πίνεις και να διασκεδάζεις.

Μια μέρα το βασιλόπουλο αποφάσισε να πάει για κυνήγι στο δάσος. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί. Κοίταζε ψηλά κι είδε ένα μεγάλο φίδι να πηγαίνει να φάει κάτι πουλάκια που ήταν σε μια φωλιά. Τραβάει το σπαθί του και το κάνει κομμάτια. Μετά κοιμήθηκε. Τα πουλάκια του κάνανε ίσκιο με τα φτερά τους.

Όταν ήρθαν οι γονείς από τα πουλιά θελαν να σκοτώσουν το βασιλόπουλο γιατί νομίζανε ότι αυτό έτρωγε κάθε χρόνο τα πουλάκια που γεννούσαν.

      Προς θεού μη, φωνάξανε τα πουλάκια, ένα φίδι ερχόταν να μας φάει κι αυτός το σκότωσε. Αυτός μας έσωσε κι εμείς θα τον σκοτώσουμε;

Τότε οι γονείς των πουλιών ρωτήσανε το βασιλόπουλο τι χάρη ήθελε να του κάνουν.

      Τι να ζητήσω από σας, λέει αυτός. Εγώ θέλω να πάω στον πάνω κόσμο.

      Θα σε πάμε εμείς. Είναι κομμάτι δύσκολο αλλά αν μπορείς να βρεις 7 τουλούμια κρέας και 7 τουλούμια νερό, έλα εδώ να σε πάμε.

Το βασιλόπουλο πηγαίνει στο βασιλιά και του ζήτησε τα 7 τουλούμια νερό και κρέας.

      Να σου δώσω 17 τουλούμια του είπε ο βασιλιάς. Εσύ μας έδωσες το νερό μας.

Τα πήρε και τα πήγε στο δάσος που ήταν τα πουλιά. Το αρσενικό πουλί του είπε, όταν κάνω κρα θα μου δίνεις κρέας κι όταν κάνω κρου θα μου δίνεις νερό. Ξεκινήσανε και το βασιλόπουλο τάιζε τα πουλιά. Όταν κοντεύανε να φτάσουνε, το πουλί είπε κρα και επειδή είχε τελειώσει το κρέας πιάνει και κόβει λίγο κρέας από τη γάμπα του και του το δίνει.

Το πουλί κατάλαβε ότι ήταν ανθρώπινο και δεν το έφαγε. Το κράτησε στο ράμφος του. Κάποτε φτάσανε στον επάνω κόσμο. Το βασιλόπουλο, όταν έκανε να περπατήσει, κούτσαινε.

      Γιατί κουτσαίνεις; ρώτησε το πουλί.

      Είναι από το ταξίδι, είπε αυτός.

      Πάρε πίσω το κρέας σου και βάλτο στη γάμπα σου, του είπε. Εμείς σε χαιρετούμε και επιστρέφουμε πίσω.

Το βασιλόπουλο, αφού χόρτασε το φως του ήλιου, πήγε σ' ένα χρυσοχόο και ζήτησε δουλειά. Ήταν στη χώρα του αλλά ντύθηκε κουρελής για να μην τον γνωρίζει κανένας.

Την Κυριακή εκείνη θα γινόταν ο γάμος του μεγάλου του αδελφού. Η βασιλοπούλα είπε, ότι δεν παίρνει το γιο του βασιλιά αν δεν της φέρει για δώρο μέσα στο ταψί ένα χρυσό σκυλί με χρυσό λαγό να κυνηγιούνται.

Ο βασιλιάς δίνει διαταγή στο χρυσοχόο μέχρι το πρωί να τα φτιάξει γιατί αλλιώς θα του πάρει το κεφάλι. Ο χρυσοχόος έπεσε σε βαριά περισυλλογή.

      Τι σεκλετίζεσαι αφεντικό, του λέει το βασιλόπουλο.

      Να, μου παρήγγειλε ο βασιλιάς να του φτιάξω ένα σκυλί να κυνηγάει ένα λαγό, χρυσά μέσα σε χρυσό ταψί.

      Γι' αυτό στενοχωριέσαι. Πάρε μου ένα κιλό καρύδια κι ένα κιλό κρασί και πήγαινε να κοιμηθείς ήσυχος, είπε το βασιλόπουλο.

Μετά από λίγη ώρα ο χρυσοχόος πήγε κρυφά να παρακολουθήσει τι κάνει ο παραγιός του. Τον είδε να τρώει καρύδια και να πίνει κρασί.

      Αμάν, αλίμονο μου, είπε. Το χάνω αύριο το κεφάλι μου.

Λίγο πριν να ξημερώσει, ανάβει το βασιλόπουλο μια τρίχα και ζητάει να παρουσιαστεί μπροστά του ένα ταψί χρυσό με το σκυλί και το λαγό να κυνηγιούνται τόσο αληθινά σαν να ήταν ζωντανά. Πράγματι αυτό έγινε και το πρωί το έδωσε στο αφεντικό του που καταχάρηκε, να το πάει στο βασιλιά.

      Αφεντικό, να έρθω στο γάμο κι εγώ; λέει το βασιλόπουλο.

      Όχι, παιδί μου λέει ο χρυσοχόος. Εδώ έχουμε ένα έθιμο να χορεύουμε πάνω στα άλογα με τα κοντάρια. Μπορεί να βρεθεί κανένας παλαβός να σε χτυπήσει.

      Καλά αφεντικό, είπε το βασιλόπουλο.

Η βασιλοπούλα όταν πήρε το ταψί που ζήτησε, κατάλαβε ότι το βασιλόπουλο κατόρθωσε να ανεβεί στον πάνω κόσμο και ότι αυτό έφτιαξε αυτό το δώρο με τις μαγικές τρίχες που του δώσανε οι τρεις βασιλοπούλες στη φωλιά του δράκου.

Το βασιλόπουλο ανάβει μια τρίχα ακόμη και παρουσιάζεται ένα φτερωτό άλογο μαύρο κι ένα ωραίο μαύρο επίσημο κουστούμι, το φοράει και πάει στο γάμο. Εκεί που χορεύανε με τα άλογα φωνάζει στο γαμπρό.

      Ε, γαμπρέ, γύρνα προς τα δω.

Όταν γύρισε του έδωσε μια με το κοντάρι και τον έριξε κάτω.

      Πιάστε τον φωνάζει ο βασιλιάς, αλλά αυτός εξαφανίστηκε. Όταν γύρισε το αφεντικό του το ρώτησε πώς πέρασε στο γάμο.

      Καλά έκανα που σου είπα να μην έρθεις στο γάμο. Ήρθε ένας τρελός και έριξε το γαμπρό κάτω από το άλογο.

      Αφεντικό μήπως τον σκότωσε;

      Όχι, δεν τον σκότωσε.

      Τότε δεν πειράζει, είπε το βασιλόπουλο.

Την άλλη Κυριακή παντρευόταν ο δεύτερος γιος του βασιλιά και η βασιλοπούλα έβαλε όρο ότι αν δεν της φέρουν ένα χρυσό ταψί που μέσα κυνηγιούνται ένας κόκορας με μια κότα, δεν παντρεύεται.

Ξαναπηγαίνουν στο χρυσοχόο και δίνουν την παραγγελία. Ο χρυσοχόος απελπίστηκε πάλι.

      Αμάν αυτές οι κοπέλες όλα τα δύσκολα γυρεύουν, είπε. Δεν ξέρω που πήγαν και τις βρήκαν.

      Μη στεναχωριέσαι, αφεντικό, εγώ θα το φτιάξω. Μόνο να μου αγοράσεις δυο κιλά καρύδια και δυο κιλά κρασί..

Το βράδυ που πήγε ο χρυσοχόος να παρακολουθήσει τον υπάλληλο του, τον είδε να τρώει τα καρύδια και να πίνει κρασί.

Πήγε πάλι για ύπνο και το πρωί βρήκε έτοιμο το ταψί με την κότα και τον κόκορα μέσα να κυνηγιούνται. Τα πήρε και τα παρέδωσε στο βασιλιά.

Στο γάμο παρουσιάστηκε πάλι το βασιλόπουλο πάνω σ' ένα φτερωτό άλογο, άσπρο αυτή τη φορά και άσπρο κουστούμι κι έριξε κάτω το γαμπρό. Τρέξανε να τον πιάσουνε αλλά δεν τα καταφέρανε.

Την τρίτη Κυριακή παντρευόταν η τρίτη κοπέλα που κανονικά θα την έπαιρνε το βασιλόπουλο, αν το ανεβάζανε επάνω από τη φωλιά του δράκου. Αυτή έπαιρνε τον πρωθυπουργό.

Κι αυτή ζήτησε να της κάνουν δώρο ένα ταψί χρυσό και μέσα να κυνηγιούνται μια γάτα μ' ένα ποντίκι.

Το βασιλόπουλο το έφτιαξε κι αυτό το ταψί, το παρέδωσε στο αφεντικό του και αυτός το πήγε στο βασιλιά. Παρουσιάστηκε κι αυτός στο γάμο μ' ένα φτερωτό άλογο καφέ και στολή καφέ. Ρίχνει το γαμπρό πάλι κάτω από το άλογο, αλλά δεν εξαφανίστηκε όπως τις δυο προηγούμενες φορές. Κάθισε να τον συλλάβουν.

      Αποκεφαλίστε τον αμέσως, διέταξε ο βασιλιάς. Αυτός δε μας άφησε να κάνουμε ένα γάμο σωστό. Μας δημιουργούσε όλο επεισόδια.

      Συγνώμη, μεγαλειότατε, εσείς εδώ δεν αφήνετε το δράστη να απολογηθεί πρώτα. Τον σκοτώνετε κατευθείαν.

      Λέγε τι θέλεις να πεις. θα σου δώσουμε μια ευκαιρία να απολογηθείς, είπε ο βασιλιάς.

      Εγώ είμαι το τρίτο σου παιδί που το θεωρείς πεθαμένο. Τ' αδέλφια μου με αφήσανε στον κάτω κόσμο αλλά εγώ κατόρθωσα με τη βοήθεια των κοριτσιών από δω και με τις μαγικές τρίχες που μου δώσανε να φτάσω μέχρι εδώ.

      Ο βασιλιάς τότε διέταξε να παντρέψουν τον τρίτο του γιο με την τρίτη κοπέλα και διόρισε αυτόν για διάδοχο του.

Κάνανε τότε ένα τρικούβερτο γλέντι που κράτησε 40 μέρες και 40 νύχτες. Πέρασα κι εγώ από κει και μου δώσανε μια κούπα με κρασί. »

*

Πιστεύουμε ότι τα οι νέοι και τα παιδιά των Απόδημων αδελφών μας που γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα και όσα παιδιά ή νέοι  που άκουσαν αυτές τις Δυο Ιστορίες από τους γονείς ή παππούδες, να έμειναν ευχαριστημένοι. Σε όλους τους πιο πάνω και το Apodimos.com

«Εύχεται τα Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά για το 2008»

για τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Και ευχαριστούμε το www.kappadokes.gr/greek που μας  έδωσε την δυνατότητα να τα παρουσιάσουμε στους σε όλους Έλληνες και Απόδημους αδελφούς μας .

 

 

Στείλτε τήν σελίδα αύτή μέ e-mail

Copyright © 1999-to date by Apodimos. All rights reserved.

Copyright © 1999-to date by Apodimos. All rights reserved.

Hosting and Design Provided by TheGreekNet member of the Rollan.Net Group
Peace; Not A Season ... but ... A Way Of Life.
NFR

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .