Η ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ και η ΠΥΡΙΤΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΥ ΒΟΗΘΗΣΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 21.
www.Apodimos.com - arcadia.ceid.upatras.gr
Στην ενότητα των ενοτήτων του Μαρτίου, το Apodimos.com , έχει αρκετά θέματα να παρουσιάσει τα οποία αφορούν τον διαχρονικό ηρωισμό των Ελλήνων, και αυτό αφ’ ενός να τιμήσουμε την έναρξη της Επανάσταση που έγινε τον Μάρτιο του 1821 και αφετέρου οι Απόδημοι αδελφοί μας να μπορούν να προστρέξουν για την ενημέρωση τους σ’ αυτά αρχειακά άρθρα. Δυστυχώς τα άρθρα αυτά είναι μόνο στα ελληνικά και οι δάσκαλοι και οι γονείς των παιδιών αποδήμων μας θα πρέπει να τα μεταφράσουν ή να τα παρουσιάσουν έτσι ώστε να μην χάσουν τα παιδιά αυτά την ελληνική εθνική ταυτότητα και τις ρίζες τους . Αναφερόμαστε λοιπόν στο πιο άρθρο μας για την Δημητσάνα για δυο λόγους :
v διότι ήταν η «μπαρουταποθήκη του αγώνα για την απελευθέρωση» από την οποία διακινείτο η πυρίτιδα της , ένα γεγονός που βοήθησε τον Αγώνα του 1821.
v και διότι είναι μια ωραία περιοχή που ενδείκνυται οι απόδημοι μας να την επισκεφτούν και γιατί αυτή η περιοχή εκατοικείτο από την αρχαιότητα . Επίσης διαθέτει σήμερα άρτια υποδομή για τη φιλοξενία και εξυπηρέτηση των επισκεπτών, ενώ πρόκειται για ένα τόπο εξαιρετικού φυσικού κάλους, διάσπαρτο από ιστορικά, θρησκευτικά και αεχιτεκτονικά μνημεία, για τη διάσχισή του οποίου η Δημητσάνα αποτελεί ιδεώδη αφετηρία για την ανάπτυξη του Τουρισμού των Αποδήμων.
Η Δημητσάνα που πρέπει να επισκεφθείτε.
Η Δημητσάνα (60 χλμ. από Τρίπολη ), τυπικότατο δείγμα Αρκαδικής αρχιτεκτονικής, με ζωντανά τα σημάδια μιας δυναμικής ιστορικής και οικονομικής πορείας, με εκπληκτική θέα προς τον κάμπο της Μεγαλόπολης και τον Ταϋγετο, είναι η μεγάλη έκπληξη της Αρκαδίας. Παραδοσιακός και διατηρητέος οικισμός σήμερα, γοητεύει με τα πανύψηλα παλιά πετρόχτιστα σπίτια, την αρχοντιά της, τις εκκλησίες της, τα λιθόστρωτα δρομάκια και την αμφιθεατρική της δόμηση πάνω από τον ποταμό Λούσιο σε υψόμετρο 1000μ. Είναι έδρα δήμου και έχει 600 κατοίκους. Επίσης είναι διοικητικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, και πρωτεύουσα της επαρχίας Γορτυνίας.

Πλούσια είναι η ιστορία της κωμόπολης. Η Δημητσάνα υπήρξε λίκνο, κέντρο και συγχρόνως τροφοδότης σε έμψυχο και άψυχο υλικό του επαναστατικού αγώνα του 21. Ακόμα είναι γενέτειρα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, των οποίων οι ανδριάντες την κοσμούν σήμερα, καθώς και πολλών αγωνιστών του 21. Μάλιστα το σπίτι του Γρηγορίου Ε' έχει ανακαινισθεί και στεγάζει σήμερα Εκκλησιαστικό Μουσείο. Στη θέση της ονομαστής Σχολής Δημητσάνης, σε κτίριο του 19ου αιώνα στεγάζεται η Βιβλιοθήκη και λαογραφική συλλογή. Η Βιβλιοθήκη της Δημητσάνας περιέχει σπάνιες εκδόσεις (15.000 τόμους), κώδικες και πλούσιο ιστορικό αρχείο. Προεπαναστατικά υπήρχαν πολύ περισσότεροι τόμοι, αλλά κατά την επανάσταση πολλοί καταστράφηκαν για να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες του αγώνα. Στο ίδιο κτήριο στεγάζεται Λαογραφική Συλλογή, στο οποίο, μεταξύ άλλων, εκτίθεται η σέλα του Παπαφλέσσα και η λάρνακα των οστών του Παλαιών Πατρών Γερμανού.
Η Δημητσάνα ήταν από το 18ο αιώνα αξιόλογο εμπορικό κέντρο της περιοχής και γνώρισε μεγάλη ακμή. Κινητήρια δύναμη της τοπικής οικονομίας υπήρξε η υδροκίνηση με πηγή τα άφθονα νερά της περιοχής. Οι κάτοικοί της, εκμεταλλευόμενοι τη δύναμη των νερών που έρεαν από πηγές γύρω από το Φαράγγι του Λούσιου, κατασκεύασαν διάφορες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις όπως αλευρόμυλους, νεροτριβές, βυρσοδεψεία και μπαρουτόμυλους, χρησιμοποιώντας παραδοσιακούς μηχανισμούς. Οι εγκαταστάσεις αυτές συνέβαλαν στην οικονομική άνθηση της Δημητσάνας.
Ειδική μνεία πρέπει να δοθεί στην παραγωγή μπαρούτης με την οποία ασχολούντο κατά παράδοση πολλοί κάτοικοι. Ειδικότερα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 21, η Δημητσάνα αποτέλεσε το σημαντικότερο κέντρο ανεφοδιασμού σε μπαρούτι της Πελοποννήσου και τη μεγαλύτερη μπαρουταποθήκη της, την «μπαρουταποθήκη του αγώνα για την απελευθέρωση», αφού οι μπαρουτόμυλοί της τροφοδοτούσαν ασταμάτητα τους μαχητές της Ρούμελης και του Μοριά.

Οι περίφημοι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας δούλευαν στο κεφαλάρι του Αϊ-Γιάννη και σε άλλα σημεία κατά μήκος του φαραγγιού.Την παραγωγή της μπαρούτης είχαν αναλάβει τότε οι αδελφοί Σπηλιοτόπουλοι, ενώ οι Δημητσανίτες είχαν απαλλαγεί από τη συμμετοχή στις μάχες για να δουλεύουν απερίσπαστοι σ' αυτήν. Το σπίτι των Σπηλιωτόπουλων είναι σήμερα ένα από τα διατηρητέα μνημεία της Δημητσάνας. Ίχνη των μπαρουτόμυλων διασώζονται μέχρι σήμερα, ενώ ένας αποκατεστημένος μπαρουτόμυλος λειτουργεί στον Αϊ-Γιάννη. Η ακμή της πόλης κράτησε μέχρι το 1900 περίπου οπότε και αρχίζει η υποβάθμισή της.
Άλλα αξιοθέατα της Δημητσάνας είναι οι έξι μπαρουτόμυλοι γύρω από την πόλη, τα σπίτια του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' και του Παλαιών Πατρών Γερμανού και η θαυμάσια βρύση του Μουσταφά. Επίσης στο Κεφαλάρι του Αϊ-Γιάννη, 1.5 χιλ. από τη Δημητσάνα, σε μια πανέμορφη τοποθεσία, μπορεί κανείς να επισκεφθεί ένα πρότυπο και μοναδικό μουσείο, το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης Δημητσάνας και να θαυμάσει ένα έξοχο δείγμα της λειτουργίας των παραδοσιακών υδροκίνητων εγκαταστάσεων.
Η Δημητσάνα είναι διάσπαρτη από βυζαντινές εκκλησίες. Επτά εκκλησίες του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα υπάρχουν στην πόλη. Αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και από ιστορική άποψη προσδίδουν στον οικισμό μια ιδιαίτερη γοητεία. Οι πιο αξιόλογες μεταξύ αυτών είναι οι εκκλησίες της Αγίας Κυριακής, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη - μητροπολιτικός ναός της πόλης - του Αγίου Ευθυμίου, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη και των Αγίων Ταξιαρχών. Διάσπαρτα είναι στην κωμόπολη παλιά πέτρινα αρχοντικά και πύργοι, αρκετά αναπαλαιωμένα σήμερα, αληθινά κομψοτεχνήματα. Ξεχωρίζουν ο Πύργος του Ξενιού, πενταόροφο πετρόχτιστο οικοδόμημα (ίσως το μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα) που σήμερα στεγάζει ξενώνα, όπως και το αρχοντικό του Καζάκου που στεγάζει τον κοινοτικό ξενώνα.
Η περιοχή εκατοικείτο από την αρχαιότητα. Στην «Πλάτσα», στο ένα από τα υψώματα που είναι χτισμένη η Δημητσάνα, υπήρχε στην αρχαιότητα η αρχαία κώμη Τεύθις. Ίχνη της σώζονται μέχρι σήμερα. Μεταξύ των σπιτιών διακρίνονται τμήματα οχυρωματικών τοίχων. Ευρήματα από την αρχαία κώμη εκτίθενται στην τοπική αρχαιολογική συλλογή που στεγάζεται στη Βιβλιοθήκη.
Η ιστορική, πολιτιστική και οικονομική πορεία της Δημητσάνας είναι στενά δεμένη με τον ποταμό Λούσιο και το φαράγγι του. Το ποτάμι - πασίγνωστο κατα την αρχαιότητα αλλά και από την αρχαία μυθολογία - περνά χαμηλότερα με κατεύθυνση προς βορρά διαγράφοντας ένα επιβλητικό φαράγγι, για να εκβάλλει τελικά στον ποταμό Αλφειό. Πρόκειται για ένα τόπο εξαιρετικού φυσικού κάλους, διάσπαρτο από ιστορικά, θρησκευτικά και αεχιτεκτονικά μνημεία, για τη διάσχισή του οποίου η Δημητσάνα αποτελεί ιδεώδη αφετηρία.
Στα δυτικά του φαραγγιού, κολλημένη σε απότομο βράχο του φαραγγιού βρίσκεται η βυζαντινή Μονή Φιλοσόφου, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που ιδρύθηκε το 963. Εδώ λειτουργούσε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η περιώνυμη Σχολή της Δημητσάνας, καθώς και το Κρυφό Σχολειό.

Σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό του μοναστηριού. Σε απόσταση 4χλμ. βρίσκεται η Μονή της Παναγίας των Αιμυαλών. Στην απέναντι πλευρά του φαραγγιού και κοντά στην μονή Φιλοσόφου είναι η Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Η πορεία μέσα από το φαράγγι καταλήξει στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Γόρτυνας, όπου βρισκόταν το ιερό του Ασκληπιού. Η πρόσβαση στο Λούσιο, το φαράγγι και τα αποκαταστημένα μονοπάτια του, μπορεί να γίνει από την ίδια την πόλη, από το κοντινό χωριό Παλαιοχώρι, που βρίσκεται χαμηλότερα, από τη Μονή Φιλοσόφου και το χωριό Μάρκος.
Η πόλη διαθέτει σήμερα άρτια υποδομή για τη φιλοξενία και εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Υπάρχουν ξενοδοχεία, ξενώνες και μονάδες με ενοικιαζόμενα δωμάτια, καθώς και εστιατόρια, ταβέρνες και καφετέριες. Iδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στο όμορφο νεόδμητο ανοικτό θέατρο που κοσμεί σήμερα την πόλη (κοντά στο κτήριο του Γυμνασίου στην έξοδο προς την Στεμνίτσα), στο νέο Δημαρχείο που στεγάζεται σε ανακαινισμένο αρχοντικό και στο νέο Κολυμβητήριο χτισμένο λίγο χαμηλότερα. Επίσης σε ένα χαρακτηριστικό παλιό αρχοντικό, τον πύργο Ξενιού που κτίστηκε το 1850 από τον σταφιδέμπορο της Πάτρας Κωνσταντίνο Κουκουζή και ήταν για την εποχή του μια πολυτελής κατασκευή. Οι εσωτερικοί τοίχοι και τα ταβάνια είναι ζωγραφισμένα στο χέρι από ειδικευμένους τεχνίτες της εποχής. Σήμερα το αρχοντικό αυτό είναι ανακαινισμένο και έχει διαμορφωθεί σε ξενώνα. Επίσης, σε εξέλιξη βρίσκεται η αναπαλαίωση άλλου αρχοντικού στην συνοικία Πλάτσα που θα στεγάσει το νέο Αρχαιολογικού Μουσείο. Τα τοπικά προϊόντα, κρέας, μέλι, παραδοσιακά γλυκά και ζυμαρικά, είναι εξαιρετικής ποιότητας και περιζήτητα.
H πυρίτιδα της Δημητσάνας και μια τουριστική αναδρομή στις γύρω περιοχές.
Αφού σας παρουσιάσαμε την Δημητσάνα σαν ένα χώρο που αξίζει να επισκεφθείτε τώρα σας παρουσιάζουμε και την ιστορία της Πυρίτιδας της Δημητσάνας. Η παρουσίαση αυτή, γίνεται μέσα από τις πληροφορίες του των ιστοσελίδων του arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/places/dimitsana/barouti.htm .
Ας γνωρίσουμε την γύρω περιοχή της Δημητσάνας . Από τη Δημητσάνα μπορεί κανείς να κατευθυνθεί οδικά, από τη μια κατεύθυνση προς τη Βυτίνα και τα Λαγκάδια, και από την άλλη, προς τη Στεμνίτσα (8 χιλ.) και από εκεί, μετά από μια συναρπαστική διαδρομή προς την Τρίπολη. Στην είσοδο της πόλης, υπάρχει δεξιά δρόμος που οδηγεί στην Ζάτουνα και τα χωριά της Ηραίας Παλούμπα, Ράφτη και Λουτρά. Ο δρόμος προς το Παλαιοχώρι επιτρέπει απ' ευθείας οδική πρόσβαση στη μονή Φιλοσόφου, τη μονή Προδρόμου, την αρχαία Γόρτυνα και τα χωριά Ελληνικό και Μάρκος. Συγχρόνως αποτελεί μια θαυμάσια διαδρομή μέσα από το φαράγγι.

Η Δημητσάνα υπήρξε ανέκαθεν τόπος επαγγελματικής παραγωγής μπαρούτης. Σε αυτό συνηγορούν πολλές γραπτές πηγές, αλλά και η τοπική παράδοση. Είναι ήδη γνωστό σύμφωνα με πολλές πηγές και μαρτυρίες, ότι τα ύστερα προεπαναστατικά και τα επαναστατικά χρόνια η Δημητσάνα υπήρξε κέντρο ανεφοδιασμού σε πυρίτιδα που παραγόταν στους 14 μύλους που λειτουργούσαν με τα νερά του κεφαλαριού του Αγίου Ιωάννη

στην κατωφέρεια του φαραγγιού του Λούσιου που σχηματίζεται κάτω από αυτόν.
Αν και δεν υπάρχουν επαρκείς λεπτομερείς μαρτυρίες αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της επαγγελματικής αυτής απασχόλησης των Δημητσανιτών, είναι βέβαιο ότι η Δημητσάνα παρήγε μπαρούτι ήδη από την πρώτη Τουρκοκρατία, αν όχι από την υστεροβυζαντινή περίοδο. Η μπαρούτη χρησιμοποιείτο για πολεμική και για εκρηκτική χρήση και συχνά και για λογαριασμό των Τούρκων.
Η κατασκευή μπαρούτης από μπαρουτόμυλους συνέχισε σύμφωνα με μαρτυρίες και κατά την Ενετική περίοδο (τέλη 17ου - αρχές 18ου αι.) μέχρι και τα επαναστατικά χρόνια (βλ. [3]). Σύμφωνα με εξακριβωμένες τοπικές μαρτυρίες, φαίνεται ότι τα πρώτα χρόνια η επαγγελματική παραγωγή μπαρούτης γινόταν σε μικρές ποσότητες από μερικές οικογένειες (με απασχόληση μελών τους) για εξασφάλιση πρόσθετου εισοδήματος και βασιζόταν σε πρωτόγονες τεχνικές επεξεργασίας. Το είδος αυτό παραγωγής ενδεχομένως να χρησιμοποιήθηκε και αργότερα (όπως κατά την επανάσταση του 21), για την κάλυψη αυξημένων αναγκών ζήτησης. Το παραγόμενο μπαρούτι χρησιμοποιείτο για πολεμικούς σκοπούς, για κατασκευή φουρνέλων και για το κυνήγι.
Αλλά αυτό που έχει αναμφίβολα ενδιαφέρον είναι πως και που οι ντόπιοι παραγωγοί μαρούτης - κοινώς μπαρουξήδες (ή μπαρουτάδες) σύμφωνα με τη δημητσανίτικη έκφραση -, επρομηθεύοντο το δισεύρετο νίτρο (νιτρικό κάλιο), το οποίο αποτελεί και τη βασική πρώτη ύλη. Δεδομένου επίσης ότι η παραγωγή μπαρούτης απαιτεί μια ιδιαίτερη πολύπλοκη και λεπτή επεξεργασία, εξ' ίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει φυσικά και ο τρόπος κατεργασίας που χρησιμοποιήθηκε από τους Δημητσανίτες μπαρουξήδες.
Η αναζήτηση των πρώτων υλών για την Πυρίτιδα .
Οι απαιτούμενες πρώτες ύλες για την παραγωγή μπαρουτιού είναι το θειάφι, το κάρβουνο και το νίτρο (νιτρικό κάλιο) - κοινώς βερτζιλές -, σε ποσοστά πρόσμειξης 10%, 15% και 75% αντίστοιχα. Όσον αφορά στην εξεύρεση τους, πρόβλημα υπήρχε ασφαλώς μόνον με το τελευταίο, αφού το κάρβουνο εύκολα μπορούσε να παραχθεί με καύση ξύλων (κληματόβεργες, σφάκες), ενώ το θειάφι μπορούσε να μεταφερθεί από τα ηφαιστειογενή νησιά του Αιγαίου.
Σύμφωνα με μαρτυρίες (Μιχαήλ Οικονόμου κ.ά.) το απαραίτητο νίτρο οι Δημητσανίτες παραγωγοί συνέλεγαν από σπηλιές και από περιοχές των οποίων τα εδάφη είχαν ειδική σύσταση, όπως ήταν η Αττική και η Μονεμβασιά.
Ειδικότερα όμως, τοπικές παραδόσεις και πηγές αναφέρουν ότι ποσότητα νίτρου παραγόταν επίσης μετά από ειδική κατεργασία ξεραμένης κοπριάς που συσσωρευόταν σε σπηλιές του Λούσιου και της Πελοποννήσου, όπου οι τσοπάνηδες συνήθιζαν να χειμαδιάζουν με τα κοπάδια τους. Με τη συλλογή της κοπριάς -βοτάνι του μπαρουτιού κατά τη δημητσανίτικη έκφραση - ασχολούνταν μερικοί Δημητσανίτες, οι βοταναραίοι, οι οποίοι μετακινούνταν ειδικά για το σκοπό αυτό. Μάλιστα για την προέλευση αυτή του νίτρου, συνηγορούν εμμέσως αρκετές μαρτυρίες που επικεντρώνονται κυρίως στην αγορά από τους επιτρόπους του Ναού της Άγιας Κυριακής (1795, Κώδικας Καθεδρικού Ναού Αγίας Κυριακής) καθώς και σε πράξεις ενοικίασης σε βοταναραίους της περιοχής (βλ. [2]), ειδικών εργαλείων (σιδερόφτυαρων με μακριά δυνατή λαβή), απαραίτητων για τη συλλογή της σκληρής μάζας του βοτανιού. Το ενοίκιο καταβαλλόταν συνήθως σε οκάδες νίτρου.
Η κατεργασία του βοτανιού για παραγωγή νίτρου, αν και δεν είναι πλήρως γνωστή, βασιζόταν στο βράσιμο κοπριάς (γιδοφούσκι) σε ειδικά καζάνια, η οποία τελικά έδινε στο πάνω μέρος της την λευκή κρυσταλλική ύλη του νίτρου. Η ύλη αυτή μαζευόταν κατόπιν με ειδικές διάτρητες κουτάλες ("κεψές") για να απλωθεί για ξήρανση στον ήλιο.
Μπαρουτόμυλοι και επεξεργασία το μπαρούτι
Τα προεπαναστατικά χρόνια, όταν η ζήτηση μπαρούτης άρχισε να αυξάνεται, δεδομένου μάλιστα του ότι και οι Τούρκοι εφοδιαζόντουσαν με δημητσανίτικο μπαρούτι, οι Δημητσανίτες μπαρουξήδες οδηγήθηκαν σταδιακά στη χρήση της υδροκίνησης, δηλαδή στη κατασκευή των πρώτων υδρόμυλων-μπαρουτόμυλων, με την εκμετάλλευση της υδατόπτωσης που εξασφάλιζε η κατωφέρεια που εκτείνεται από το κεφαλάρι του Αγίου Ιωάννη προς το Παλαιοχώρι.
Όπως και ο αλευρόμυλος, ο μπαρουτόμυλος βασίζεται στη υδροκίνητη λειτουργία ενός ειδικού μηχανισμού, δηλαδή στην κίνηση που προκαλείται από υδατόπτωση (κρέμαση) νερού το οποίο διοχετεύεται με ορμή μέσα από ειδικά βαγένια. Η κατωφέρεια του Αγίου Ιωάννη επέτρεπε τη διαδοχική δημιουργία και λειτουργία τέτοιων μύλων, με δυνατότητα εκμετάλλευσης και νέας υδατόπτωσης κάτω από την αρχική. Αυτό εξηγεί και τη σταδιακή κατασκευή αρκετών μπαρουτόμυλων.

Ο μπαρουτόμυλος ήταν πετρόκτιστο κτίριο, συνήθως ορθογώνιο, κεραμοσκεπές και εξοπλισμένο, με χωμάτινο δάπεδο, παράθυρα, βαθουλώματα και εξωτερικά πεζούλια. Αν και η τεχνική επεξεργασίας βελτιώθηκε με την πάροδο των χρόνων, τα βασικά μέρη του μηχανισμού

σε συνδυασμό με την περιγραφή λειτουργίας του εν συντομία είναι:
v Φτερωτή, ξύλινος τροχός με φτερά, έξω από το μύλο, που περιστρέφεται με την υδατόπτωση γύρω από οριζόντιο άξονα,
v Οριζόντιος άξονας, στηριγμέος κατά μήκος του μύλου, πάνω στον οποίο στερεώνεται η φτερωτή, η οποία και του μεταδίδει μόνιμη ρυθμική κίνηση. Στο άλλο άκρο του στηρίζεται σε υπερυψωμένη βάση.
v Χουλιάρια, ξύλινα έγκεντρα που φέρει κατά μήκος του ο οριζόντιος άξονας.
v Κοπάνια (κόπανα), κατακόρυφα έμβολα που αντιστοιχούν στα χουλιάρια, τα οποία καταλήγουν χαμηλά σε πιο πλατιά διαμόρφωση μορφής ρόζου ή γροθιάς. Ο οριζόντιος άξονας μέσω των χουλιαριών τους μεταδίδει παλινδρομική κίνηση.
v Χαβάνια, δηλαδή γουδιά που σχηματίζουν αντίστοιχες στα κοπάνια και ίσες στον αριθμό κοιλότητες στο έδαφος, οι οποίες περιέχουν το μείγμα με την πρώτη ύλη σε καθορισμένη ποσότητα και αναλογία. Το μείγμα κτυπιέται και συνθλίβεται με το ρυθμικό κτύπημα των κοπανιών.
Η επεξεργασία της πυρίτιδας, όπως περιγράφεται παραπάνω, από την υδροκίνητη λειτουργία του μπαρουτόμυλου, αποτελεί και την κύρια φάση κατεργασίας της. Όλες οι φάσεις της κατεργασίας της για την κατασκευή του τελικού προϊόντος συνοψίζονται:
ü Ζύμωμα των πρώτων υλών με νερό: προκαταρκτική φάση.
ü Κύρια φάση: Τοποθέτηση του μείγματος των πρώτων υλών στα γουδιά και κύρια κατεργασία για 24 ώρες περίπου. Για καλύτερη ανάμειξη ο μπαρουξής μεταφέρει με μια κουτάλα μικρές ποσότητες από το ένα χαβάνι στο άλλο.
ü Ξεχαβάνιασμα: μεταφορά μείγματος σε σκάφη για νέο ζύμωμα με νερό και διαμόρφωσή του σε εύπλαστες μικρές μάζες (κεφάλια). «Μεταφορά των κεφαλιών στη χαμοκέλα για να ξεραθούν».
ü Τεμαχισμός με μαχαίρι, την επομένη μέρα, των κεφαλιών σε λεπτές λουρίδες και τοποθέτησή τους μέσα σε λιόπανα στην λιάστρα, για πλήρη ξήρανση με τον ήλιο και με τον αέρα.
ü Κοσκίνισμα: μεταφορά στη χαμοκέλα, κοσκίνισμα από μεγάλα ορθογώνια κόσκινα που κρέμονται από την οροφή του μύλου, με τη βοήθεια κομματιών ξύλου μέσα σ' αυτά (για καλύτερο αποτέλεσμα), και συγκέντρωση των παραγόμενων κόκκων σε σκάφες, τοποθετημένες από κάτω.
ü Γυάλισμα: υποβολή των κόκκων του μπαρουτιού σε τριβή για εξασφάλιση στιλπνότητας και αντοχής στην υγρασία, πράγμα που προσέδιδε ποιότητα στην μπαρούτη. Οι κόκκοι τοποθετούνταν σε βαρέλι προσαρμοσμένο στον οριζόντιο άξονα της φτερωτής ο οποίος και του μετέδιδε περιστροφική κίνηση κατά την λειτουργία του μύλου. Επειδή το γυάλισμα καθυστερούσε την παραγωγή, οι μπαρουξήδες το αντικατέστησαν αργότερα με τον γραφίτη.
ü Συσκευασία σε μεταλλικά δοχεία ή σε γκαζοντενεκέδες (το πολύ μέχρι 9 οκάδες για το κυνήγι και 16 οκάδες για φουρνέλα).
Πλήρης αναπαράσταση της λειτουργίας των μπαρουτόμυλων και της παραγωγής μπαρούτης δίνεται στον αποκατεστημένο μπαρουτόμυλο του Υπαίθριου Μουσείου Υδροκίνησης της Δημητσάνας, ενώ μια καλή πηγή είναι η [4].
Υπολογίζεται ότι ένας τέτοιος μύλος με 8 χαβάνια απέδιδε σε 24 ώρες 25 οκάδες καθαρό μπαρούτι. Στα μεταγενέστερα χρόνια η λειτουργία των μπαρουτόμυλων εκσυγχρονίσθηκε με την αντικατάσταση του συστήματος με τα κόπανα και τα γουδιά από σύστημα που βασιζόταν στην περιστροφική κίνηση πάνω σε μικρό κτιστό αλώνι ενός μεγάλου κωνικού λιθαριού. Το λιθάρι αυτό ήταν προσαρμοσμένου στο κέντρο του αλωνιού, περιστρεφόταν γύρω από κάθετο άξονα, και συνέθλιβε το μείγμα των πρώτων υλών που ήταν απλωμένο από κάτω.
Με τον παραπάνω τόπο φαίνεται να λειτούργησαν οι 14 μπαρουτόμυλοι κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγωνα του 21, που πολλά προσέφερα σ' αυτόν. Μετά την απελευθέρωση η Δημητσάνα διατήρησε τιμιτικά το προνόμιο της παραγωγής και εμπορίας πυρίτιδας. Από το 1910 επεβλήθη φορολογία στους βιοτέχνες μπαρούτης.
Από τότε μέχρι και σήμερα, η Δημητσάνα παράγει συνεχώς μπαρούτη διαφόρων μορφών. Οι παλιοί μύλοι φυσικά έχουν εκσυγχρονισθεί. Σήμερα λειτουργεί με ηλεκτρική πλέον ενέργεια ένας μεγάλος μπαρουτόμυλος, σαν οργανωμένη ιδιωτική βιομηχανική μονάδα, η οποία συμβάλει στην οικονομία της Δημητσάνας.
Πηγές:
1. Γορτυνιακά, τόμος Γ' , Αθήναι 1999.
2. Τ. Α. Γριτσόπουλου: «Ιστορία της Τριπολιτσάς», τ. Β', Αθήναι 1976.
3. Γ. Μπιτούνη: «Η Μαρούτη της Δημητσάνας από τον 17ο αι. μέχρι σήμερα», Αθήνα 1989.
4. Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Γεν. Γραμματεία Περιφ. Πελ/σου.
5. Εγκυκλοπαίδεια «Δομή», 2006