ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ
ΗΓΕΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΤΟΥΡΚΙΑΣ.
Μια ιστορική διαδρομή για μελέτη.
www.Apodimos.com
Η
Συνεδρίαση Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής υπό την
προεδρία της Ντόρας Μπακογιάννη είχε επίκεντρο τις
ελληνοτουρκικές σχέσεις - ενόψει της επίσκεψης Καραμανλή- το
θέμα της ονομασίας των Σκοπίων και την κατάσταση στο
Κόσοβο. Έτσι στην συνεδρίαση ανακοινώθηκε και επισήμως
η ημερομηνία του ταξιδιού του Πρωθυπουργού στην Άγκυρα και θα
πραγματοποιηθεί στις 23 με 25 Ιανουαρίου. Ενώ
χρήσιμη και ωφέλιμη χαρακτήρισαν
τη συζήτηση στο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής οι
συμμετέχοντες βουλευτές κκ Θεόδωρος Πάγκαλος, Γιάννης Μπανιάς
και Κώστας Γκιουλέκας.

Ο πρωθυπουργός, απαντώντας στη Βουλή, σε επίκαιρη ερώτηση του
προέδρου του ΛΑΟΣ Γιώργου Καρατζαφέρη, χαρακτήρισε το ταξίδι
του στην Τουρκία ανταποδοτική επίσκεψη στην Άγκυρα και στην
Κωνσταντινούπολη. Εδώ θα πρέπει να σας παρουσιάσουμε για
μελέτη το άρθρο μας του ΜΑΙΟΥ του 2004 με τίτλο
Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΗΡΙΖΕΙ την ΤΟΥΡΚΙΑ και τον
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ της.
Η επίσκεψη αυτή, ανέφερε ο Κώστας Καραμανλής,
στοχεύει στη συνέχεια των προσπαθειών της διμερούς συνεργασίας,
στην ενίσχυση και διεύρυνση των μέτρων εμπιστοσύνης,
αποτελεί κίνητρο για προσαρμογή της γείτονος στις αρχές της
ΕΕ και δίνει ουσία στις διερευνητικές επαφές. Το
ταξίδι του Κώστα Καραμανλή στην Τουρκία, που
οριστικοποιήθηκε για τις 23 έως τις 25 Ιανουαρίου είναι το
πρώτο Έλληνα Πρωθυπουργού μετά από σχεδόν 50 χρόνια.
Εμείς τον μήνα ΙΑΝ του 2008 παρουσιάσαμε τους
προβληματισμούς μας ενημερώντας όλους τους Έλληνες και τους
Απόδημους αδελφούς μας με το άρθρο μας με τίτλο
ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΑΡΑΞΕΙ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΕΣ ΚΑΛΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ ;
με
σκοπό να γνωρίζουν την κατάσταση που επικρατή στην Τουρκία
και τον τρόπο που αντιμετωπίζει την Ελλάδα το τουρκικό
κατεστημένο .
Με
αυτό το άρθρο μας του
Online
Magazine
του
Apodimos.com
θα
ενημερώσουμε τους πολυπληθείς αναγνώστες μας, για τις
απόψεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος μέσα από μια
ιστορική διαδρομή για μελέτη των γεγονότων που
έπαιξαν ρόλο στις σχέσεις των δυο γειτονικών και φίλων κρατών
μέσα από έγκυρες θέσεις καταξιωμένων αναλυτών . Εμείς σαν
Apodimos.com
μπορούμε να έχουμε τον μεγάλο προβληματισμό για το τελικά
ποιος διοικεί το Κράτος της Τουρκίας ; Θέλει να συνδεθεί με την
Ε.Ε. η Τουρκία ; Που θα οδηγήσει την περιοχή η Τουρκία σε
μια μη αποδοχή των μεγάλων της Ε.Ε. για την σύνδεση της με την
Ε.Ε. ; Η Κύπρος που είναι κράτος μέλος της Ε.Ε. είναι
δυνατόν να μην αναγνωρίζεται από κράτος που θέλει να εισέλθει
στο χώρο της Ε.Ε. ; Στις δυο προηγούμενες ερωτήσεις δεν
θα τοποθετηθούμε εμείς, αλλά ο ολόκληρος πολιτικός χώρος
της Ελλάδος και η Ελληνική Κυβέρνηση η οποία χειρίζεται αυτό
το σοβαρό θέμα. Στην τελευταία ερώτηση το μόνο μπορούμε να
σας παρουσιάσουμε είναι, η επισήμανση πριν καιρό του
κυβερνητικού εκπρόσωπου της Κυπριακής Δημοκρατίας που με
μεγάλο προβληματισμό δήλωσε :
«Είναι λυπηρό ότι κράτος υποψήφιο προς ένταξη δηλώνει ότι δεν
αναγνωρίζει ένα από τα κράτη μέλη της ΕΕ της οποίας επιθυμεί να
καταστεί μέλος» .
Επίσης δεν θα κουράσουμε τους αναγνώστες μας παρουσιάζοντας
όλα τα άρθρα που έχουμε γράψει για την περίπτωση της
Τουρκίας και για τις ενέργειες της, εναντίον του ελληνικού
Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κλπ το μόνο που θα κάνουμε είναι
να παρουσιάσουμε τι είχαμε τοποθετηθεί στην αρθρογραφία μας,
μετά την Σύσκεψη των Ευρωπαίων ηγετών στο
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2004 για την
έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, για
την συμμετοχή της Τουρκίας στην ομάδα των Ευρωπαϊκών
Κρατών που συγκροτούν την Ε.Ε. γράφοντας στα πιο άρθρα μας
στα οποία πατώντας ΚΛΙΚ στο κάθε
άρθρο μπορείτε να τα μελετήσετε :
Τον
ΙΟΥΝ. 2003 με το άρθρο μας με τίτλο
Η ΤΟΥΡΚΙΑ με τις ΚΙΝΗΣΕΙΣ της ΕΜΠΟΔΙΖΕΤΑΙ για την ΕΝΤΑΞΗ -
ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ με την ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ.
Τον
ΔΕΚ 2004 με το άρθρο μας με τίτλο
Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ, το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΕΠΡΟΜΕΝΟ ΤΗΣ.
Τον
ΔΕΚ 2004 με το άρθρο μας με τίτλο
17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2004 : ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ, ΟΤΙ
ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΧΩΡΑ.
Ενώ
θα σας παρουσιάσουμε την άποψη που είχαν τα κράτη της Ε.Ε.
για την ένταξη της Τουρκίας την εποχή που
αναφερόμαστε
Η
άποψη που έχουν Κράτη της Ε.Ε. για την ένταξη της Τουρκίας.
Η υποψηφιότητα της Τουρκίας έχει προκαλέσει μεγάλες
αντιπαραθέσεις ενώ η πλειοψηφία των κυβερνήσεων στην
Ευρωπαϊκή Ένωση εγκρίνει την τουρκική υποψηφιότητα, αλλά
την ίδια στιγμή η κοινή γνώμη φαίνεται να δυσανασχετεί για
αυτή την προοπτική. Οι αιτίες που παρουσιάζουν αυτή την διαφορά
απόψεων είναι, ο μεγάλος πληθυσμός της Τουρκίας (70
εκατομμύρια με ανησυχητικές τάσεις αλματώδους αύξησης),
η φτώχεια που υπάρχει στη χώρα και οι αμφιβολίες για την
πολιτισμική συμβατότητά της με την Ευρώπη. Σε γενικές
γραμμές, οι κάτοικοι του ευρωπαϊκού νότου είναι πιο δεκτικοί
από τον ευρωπαϊκό βορρά, με τους Γάλλους, τους
Γερμανούς και τους Αυστριακούς να εκφράζουν τη μεγαλύτερη
δυσφορία. Παρακάτω παρουσιάζονται αναλυτικά οι στάσεις
που επικρατούν για την Τουρκία στα περισσότερα ευρωπαϊκά
κράτη:
Ø
ΓΕΡΜΑΝΙΑ:
Οι δημοσκοπήσεις αποδεικνύουν ότι τα τρία τέταρτα του
πληθυσμού αντιτίθενται στην ένταξη της Τουρκίας. Οι
Σοσιαλδημοκράτες δηλώνουν ότι επιθυμούν την ένταξη μιας
«εκσυγχρονισμένης Τουρκίας», ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες
κάνουν λόγο για μία «προνομιακή σχέση» και όχι για μία
«πλήρη ένωση» με την Άγκυρα. Τώρα που η Άνγκελα Μέρκελ
που είναι στην καγκελαρία θα δούμε τι θα πράξει .
Ø
ΓΑΛΛΙΑ:
Η χώρα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό μουσουλμάνων στην Ευρωπαϊκή
Ένωση (7%). Επισήμως, υποστηρίζει την υποψηφιότητα της
Τουρκίας. Ωστόσο, ο Γάλλος πρωθυπουργός, Ντομινίκ Ντε
Βιλπέν, δηλώνει ότι η Τουρκία οφείλει να αναγνωρίσει
πρώτα την Κύπρο. Μόνο το 20% της κοινής γνώμης
υποστηρίζει την τουρκική υποψηφιότητα. Στη χώρα αναμένεται
να διεξαχθεί δημοψήφισμα μετά την ολοκλήρωση των
διαπραγματεύσεων.
Ø
ΑΥΣΤΡΙΑ:
Οι δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν ότι το 75% των νεαρών από 15
μέχρι 24 χρόνων αντιτίθενται στην τουρκική υποψηφιότητα. Το
ποσοστό αυτό αυξάνεται στην ηλικιακή ομάδα άνω των 55 χρόνων
και φτάνει το 82%. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα ποσοστά
εναντίον της Τουρκίας που παρουσιάζονται στην Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Ø
ΟΛΛΑΝΔΙΑ:
Η δεύτερη μεγαλύτερη σε μουσουλμανικό πληθυσμό (6%) χώρα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τη Γαλλία, αντιμετωπίζει σοβαρές
συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο θρησκείες. Η κατάσταση
ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους έχει γίνει ακόμη πιο
τεταμένη μετά τη δολοφονία του σκηνοθέτη Τεό Βανγκ Γκονγκ από
μουσουλμάνους. Η χώρα είναι διχασμένη όσον αφορά την
τουρκική υποψηφιότητα.
Ø
ΒΡΕΤΑΝΙΑ:
Πρόκειται για έναν ενθουσιώδη υποστηρικτή της τουρκικής
υποψηφιότητας. Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Τζακ Στρο,
έχει τονίσει ότι η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει ένα
παράδειγμα για τις μουσουλμανικές χώρες του αραβικού κόσμου.
Η Βρετανία πιστεύει επίσης ότι εάν ενταχθεί η Τουρκία στην
Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει «σύγκρουση
πολιτισμών».
Ø
ΙΤΑΛΙΑ:
Ένας ακόμη υποστηρικτής της τουρκικής υποψηφιότητας. Η
κυβέρνηση της χώρας υποστηρίζει ότι υπάρχουν παραδοσιακοί
δεσμοί με την Τουρκία και ότι προσφέρονται τεράστιες
εμπορικές προοπτικές με το άνοιγμα της τουρκικής αγοράς. Η
κοινή γνώμη, αν και δεν είναι ιδιαίτερα εχθρική, δεν είναι
εξίσου ενθουσιώδης (λιγότερο από το 40% των
πολιτών υποστηρίζουν την τουρκική υποψηφιότητα).
Ø
ΠΟΛΩΝΙΑ:
Η μεγαλύτερη από τις δέκα νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
παρουσιάζει ένα σημαντικό ποσοστό (54%) που υποστηρίζει την
τουρκική υποψηφιότητα. Αξιωματούχοι της χώρας πιστεύουν
ότι η ένταξη της Τουρκίας θα ενισχύσει τις φιλοαμερικανικές
στάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι θα ενδυναμώσει τη
δυτική επιρροή στη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο.
Ø
ΙΣΠΑΝΙΑ:
Το 40% του πληθυσμού αντιτίθεται στην τουρκική υποψηφιότητα
και το 33% την υποστηρίζει. Η κυβέρνηση της χώρας
υποστηρίζει την τουρκική υποψηφιότητα και το αποδεικνύει διαρκώς
με τις δηλώσεις της.
Ø
ΔΑΝΙΑ:
Στη χώρα υπάρχει μία έντονη αντίσταση από την πλευρά της
κοινής γνώμης εναντίον της τουρκικής υποψηφιότητας. Η
κυβέρνηση της χώρας κάνει επίσης λόγο για μία «προνομιακή
σχέση» και όχι για «πλήρη ένταξη».
Ø
ΣΟΥΗΔΙΑ:
Η κοινή γνώμη τάσσεται εναντίον της τουρκικής υποψηφιότητας,
καθώς φοβάται ένα τεράστιο κύμα μετανάστευσης. Η
κυβέρνηση της χώρας πάντως θεωρεί ότι η τουρκική υποψηφιότητα
μπορεί να αναπτύξει τις σουηδικές επιχειρηματικές προοπτικές.
Ø
ΕΛΛΑΔΑ:
Η στάση της κοινής γνώμης και εκείνη της κυβέρνησης είναι
διχασμένες για πολλούς λόγους, κυρίως ιστορικούς, αλλά και
πολιτικούς, λόγω των εντάσεων στην περιοχή (π.χ. Αιγαίο,
Κυπριακό κ.ά.). Μόνο το 25% των Ελλήνων πιστεύει ότι η
Τουρκία έχει θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ø
ΚΥΠΡΟΣ:
Με το Κυπριακό να παραμένει άλυτο, η κοινή γνώμη στη χώρα
τάσσεται εναντίον της τουρκικής υποψηφιότητας. Η
κυβέρνηση της χώρας ζητά να αναγνωριστεί η Κυπριακή
Δημοκρατία, κάτι με το οποίο δεν φαίνεται να είναι έτοιμη να
πράξει η Άγκυρα.
Ø
Η Θέση ηγετών της Ε.Ε. για την μη αναγνώριση της Κύπρου από την
Τουρκία:
Ο
πρωθυπουργός της Γαλλίας, κ. Ντομινίκ ντε Βιλπέν, έχει
χαρακτηρίσει αδιανότητη την έναρξη διαπραγματεύσεων για την
ένταξη της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς προηγούμενη
αναγνώριση και των 25 κρατών μελών από την Άγκυρα. Ενώ ο
επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο που είναι η μεγαλύτερη ομάδα στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο κ. Χανς-Γκερτ Πέτερινγκ, τόνισε στην
Ελληνική Υπηρεσία του BBC ότι
«Εάν μια χώρα θέλει να γίνει μέλος
είναι λογικό να αναγνωρίζει όλα τα άλλα κράτη-μέλη»
.
Αυτό
που όλοι μας γνωρίζουμε είναι
ότι υπάρχει κοινή στρατηγική της Ελλάδος και της Κύπρου για το
θέμα που αναφερόμαστε πιο πάνω . Αυτά πιστοποιήθηκαν και με
τις θέσεις που διατύπωσαν κατά τη συνάντησή τους στην Αθήνα,
ο Τάσσος Παπαδόπουλος και ο Κώστας Καραμανλής για το Κυπριακό
και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι δύο ηγέτες συζήτησαν τη στάση της Τουρκίας όσον αφορά την
αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας
Αυτά
σαν πρόλογος όσον θα αναφερθούμε για τις απόψεις της
Τουρκίας έναντι της Ελλάδος μέσα από την ιστορική
διαδρομή για μελέτη των γεγονότων που έπαιξαν ρόλο στις
σχέσεις των δυο γειτονικών και φίλων κρατών μέσα από έγκυρες
θέσεις καταξιωμένων αναλυτών.
Αυτή η παρουσίαση όλων των στοιχειών που θα παρουσιάσει το
Apodimos.com
είναι πολλή σοβαρά,
και θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους όλοι Έλληνες , Κύπριοι
και Απόδημοι αδελφοί μας, και αναπτύσσετε σαν μια
«Τηλεοπτική Συζήτησης »,
με θέμα Οδεύοντας προς τις
επίσημες Συζητήσεις μεταξύ Τουρκίας –Ελλάδος
μέσα από
Online
Magazine
και
θα είναι μια ιστορική διαδρομή για μελέτη των γεγονότων
όπου οι προσκεκλημένοι θα μπορούν σε βάθος να αναπτύξουν
τους άξονες στα θέματα που βασίζονται στις χρονολογίες που
αναφέρονται και είναι Οι
απόψεις και οι θέσεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος με το μάτι
ενός ειδικού
όπου ένας πρέσβης ε.τ. αναπτύσσει και περιγράφει τα στοιχεία
με πολλά στοιχεία, Μια θεώρηση
που αφορά την Θράκη , το Αιγαίο και την Κύπρο
όπου μελετητής και αναλυτής περιγράφει σε βάθος τι
συμβαίνει, Πως κ. Σημίτης έθαψε
το Δόγμα του ΕΑΧ σύμφωνα με την άποψη του τέως ΥΕΘΑ κ. Αρσένη
όπου πρώην Υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης
αποκαλύπτει για πρώτη φορά τη θνησιγενή πορεία τού Δόγματος
μέσα από μια αποκαλυπτική συνέντευξή του και ο
άξονας Ιστορική Σύμπραξις
Ελλάδος-Τουρκίας
όπου μια έγκριτη εφημερίδα παρουσιάζει ότι αφορά τις σχέσεις
των δύο κρατών, αρχίζοντας το
Apodimos.com
με ένα
σοβαρό πρόλογο με στοιχεία για μελέτη
Οι
απόψεις και οι θέσεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος με το μάτι
ενός ειδικού.
Μέσα
από όσα έχουν συμβεί στις σχέσεις των δυο γειτονικών κρατών
και φίλων κρατών που είναι Μέλη του ΝΑΤΟ Ελλάδος – Τουρκίας
νοιώθουμε την ανάγκη παρουσιάσουμε τι έχει γράψει ο
πρέσβης ε.τ. κ. Δ. Μακρής που ήταν παρών στη
δημιουργία της ιστορίας των ελληνοτουρκικών διαβουλεύσεων,
αρχικά ως υπεύθυνος του τμήματος των ελληνοτουρκικών σχέσεων και
στη συνέχεια ως πρεσβευτής στην Άγκυρα. Έτσι ενημερώνοντας
όλους τους Έλληνες , Κυπρίους και Απόδημους αδελφούς μας θα
παρουσιάσουμε ένα μέρος από τι έγραψε ο πρέσβης ε.τ.
κ. Δ. Μακρής στην έγκριτο εφημερίδα Το ΒΗΜΑ την
22/02/1998 στην σελίδα
A22,
με σκοπό να έχουν μια άποψη και εάν θελήσουν να την αγοράσουν
για μια πληρέστερη ενημέρωση τους . Η θητεία του πρέσβη
ε.τ. κ. Δ. Μακρή συνέπεσε με την κορύφωση των προσπαθειών για
τη σύναψη ενός συμφώνου ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία,
αρχικά μη Επιθέσεως και στη συνέχεια Φιλίας και Συνεργασίας.
Έτσι «Το Βήμα» ζήτησε από τον πρέσβη κ. Μακρή να
καταγράψει ένα άρθρο βασιζόμενο στην εμπειρία του, κάτι που ο κ.
Μακρής έκανε με ευχαρίστηση παρά τις τεχνικές δυσχέρειες που
υπήρχαν. Η αφήγησή του λειτουργεί ενθαρρυντικά για το
σήμερα καθώς δείχνει ότι η απουσία αποτελεσμάτων στο
παρελθόν δεν ισοδυναμεί με την απουσία κάποιων θετικών ενδείξεων
ότι οι δύο χώρες μπορούν να επιτύχουν έναν δύσκολο και
σύνθετο στόχο, όπως η υπογραφή ενός συμφώνου που να
ομαλοποιεί τις σχέσεις τους...
Η
επανεμφάνιση του προβληματισμού για την υπογραφή ενός
Συμφώνου μη Επιθέσεως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας παρακινεί
σε μια αναδρομή στην εμπειρία που έχει συγκεντρωθεί από τις
συναφείς προσπάθειες των πολιτικών και των διπλωματών κατά
τις προηγούμενες δεκαετίες. Και έγραφε ο πρέσβη ε.τ.
κ. Δ. Μακρής

§
Μετά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου και την αποκατάσταση του
δημοκρατικού πολιτεύματος στην Ελλάδα, την περίοδο 1974-1976
στο υπουργείο Εξωτερικών στρέψαμε την προσοχή μας στη μελέτη
των εγγράφων που ρύθμιζαν ως τότε τις σχέσεις μας με την
Τουρκία. Μελετήσαμε τη «Συνθήκη
Φιλίας, Ουδετερότητας,
Συνδιαλλαγής και Διαιτησίας» και το
«Πρωτόκολλο περί Περιορισμού των
Ναυτικών Εξοπλισμών»
του 1930, μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Κεμάλ
Ατατούρκ. Η Συνθήκη Φιλίας περιελάμβανε διάταξη η οποία
εμπόδιζε τα δύο κράτη να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε πολιτική
ή οικονομική συνεννόηση στρεφομένη εναντίον αλλήλων. Το
ναυτικό Πρωτόκολλο συνόδευε τη Συνθήκη Φιλίας και προέβλεπε
ότι ουδείς των συμβαλλομένων θα προέβαινε σε παραγγελία χωρίς να
ειδοποιήσει τον άλλον έξι μήνες νωρίτερα, ώστε να δοθεί η
ευκαιρία στις δύο κυβερνήσεις να αποτρέψουν ενδεχόμενο
ανταγωνισμό των εξοπλισμών διά φιλικής ανταλλαγής απόψεων. Η
Συνθήκη του 1930 είχε πενταετή διάρκεια και μπορούσε
να παραταθεί σιωπηρώς για την ίδια περίοδο, δηλαδή ανά
πενταετία, αν δεν καταγγελλόταν ένα εξάμηνο προ της λήξεώς
της.
Έχουμε επίσης το «Σύμφωνο
Εγκαρδίας Συνεννοήσεως» που υπεγράφη στην Αγκυρα
μεταξύ των πρωθυπουργών Ελλάδας και Τουρκίας, Παναγή Τσαλδάρη
και Ισμέτ Ινονού, στις 14.9.1933. Αυτό είναι ενδιαφέρον
διότι οι δύο χώρες ανέλαβαν την εγγύηση του κοινού συνόρου
μεταξύ των. Διά του όρου
«κοινό σύνορο» εννοείτο όλη η εντεύθεν και εκείθεν
αυτού ενδοχώρα, δηλαδή ολόκληρη η ελληνική και η τουρκική
Θράκη. Τα ναυτικά σύνορα, δηλαδή εκεί όπου συναντώνται τα
χωρικά ύδατα των δύο κρατών επί τα παράλια της Μικράς Ασίας
εξαιρέθηκαν της εγγυήσεως του κοινού συνόρου κατόπιν ελληνικής
αιτήσεως και τούτο για να αποφευχθεί κάθε παρεξήγηση με
την Ιταλία. Η μελέτη αυτή του υπουργείου Εξωτερικών αποτέλεσε
τη βάση για την απάντηση που έδωσε την 17η Απριλίου 1976 ο
τότε Έλληνας πρωθυπουργός κ. Κ. Καραμανλής στις
αιτιάσεις του Τούρκου πρωθυπουργού κ. Σουλεϊμάν
Ντεμιρέλ ότι η Ελλάδα τρέφει επιθετικές βλέψεις και φέρει
την ευθύνη για τον μεταξύ τους ανταγωνισμό των εξοπλισμών. Ο
κ. Καραμανλής σε απάντηση των επιχειρημάτων Ντεμιρέλ πρότεινε
τη σύναψη Συμφωνίας που θα κατεδίκαζε
τη χρήση βίας και προέβλεπε την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά
την απόκτηση εξοπλισμών. Η πρόταση που παρουσιάστηκε
προφορικά από το βήμα της Βουλής υποβλήθηκε και επίσημα στην
Άγκυρα τις επόμενες ημέρες.
Μετά
ο πρέσβη ε.τ. κ. Δ. Μακρής συνέχιζε για το
ü
Ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών
§
Η
πρόταση αυτή διατυπώθηκε ως εξής: θα γινόταν πρώτα μια
Συμφωνία να θέσουμε τέρμα στον ανταγωνισμό των εξοπλισμών οι
οποίοι υπονόμευαν την ευημερία των δύο λαών· και, δεύτερον,
να συνάψουμε μια Συμφωνία μη Επιθέσεως και να επιδιώξουμε
τη διευθέτηση των διαφορών μας με ειρηνικές διαδικασίες.
Η πρόταση αυτή του κ. Καραμανλή στηρίχθηκε στη θεμελιώδη ιδέα
του άρθρου 1 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου και επαναλαμβάνει
τις αρχές των άρθρων 1 και 2 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζητεί ουσιαστικά από τον Τούρκο
πρωθυπουργό να δηλώσουν αμφότεροι, με μια επίσημη πράξη
τους, την ανάγκη πρόληψης και παραμερισμού των απειλών
για την ειρήνη, να αναστείλουν κάθε ενέργεια επιθετική και να
υιοθετήσουν ειρηνικά μέσα, σύμφωνα με τις αρχές της
δικαιοσύνης, του διεθνούς δικαίου, της καλής πίστεως και
της κυριάρχου ισότητος των δύο κρατών - μελών του Οργανισμού
Ηνωμένων Εθνών. Ο τότε έλληνας πρεσβευτής στην Αγκυρα κ.
Δημήτρης Κοσμαδόπουλος ενημέρωσε για την ελληνική
πρόταση στα στελέχη της τουρκικής διοίκησης και στη συνέχεια
συναντήθηκε με τον τότε πρωθυπουργό κ. Ντεμιρέλ την 1η Μαΐου
1976. Στη συνάντηση αυτή ο Τούρκος πρωθυπουργός προτείνει την
εξεύρεση λύσεων διά διαλόγου πρώτα και στη συνέχεια, σε ένα
δεύτερο στάδιο, την επιστέγαση των αποτελεσμάτων του
διαλόγου αυτού με μια γραπτή Συνθήκη μη Χρήσεως Βίας.
Ουσιαστικά δηλαδή ο κ. Ντεμιρέλ απέρριψε την πρόταση του
Έλληνα πρωθυπουργού.
§
Στις
20 Μαΐου 1976 επιδίδεται επιστολή του κ. Καραμανλή, η
οποία φέρει ημερομηνία 19 Μαΐου, εις απάντησιν επιστολής που
είχε αποστείλει ο κ. Ντεμιρέλ από 14ης Μαΐου. Ο κ.
Καραμανλής υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα είναι
πεπεισμένη πως οι δύο χώρες πρέπει να απόσχουν από τη διατύπωση
απειλών ή τη χρήση βίας προς σκοπόν επιλύσεως των διεθνών
προβλημάτων.
Το
αγγλικό
κείμενο της πρότασης αυτής έχει ως εξής:
«Ι propose to you the conclusion of an
agreement banning the use of force and providing for an exchange
of information on our respective arms purchase. At the same time
Ι stated to you that if this idea should commend itself to your
excellency Ι would be ready to submit
a concrete draft for discussion».
Η
τουρκική κυβέρνηση όμως φάνηκε να διστάζει και ζητούσε
συνεχώς πληροφορίες και διευκρινίσεις επί του προτεινομένου
Συμφώνου. Η συζήτηση συνεχίστηκε επί μήνες, με διάφορες
τουρκικές ερωτήσεις, όπως: γιατί
να ξεκινήσουμε από ένα κείμενο και να μην επιδιώξουμε την
επίλυση κάθε διαφοράς προηγουμένως; Τελικά
τελματώθηκε. Έτσι δεν δόθηκε συνέχεια στην πρόταση για το
Σύμφωνο μη Επιθέσεως.
Και
συνέχιζε ο πρέσβη ε.τ. κ. Δ. Μακρής να αναφέρετε για το
θέμα που καίει
ü
Η υφαλοκρηπίδα και ο εναέριος χώρος
§
Στη
συνέχεια ήλθαν οι κρίσεις του 1976 που είχαν αντικείμενο
την υφαλοκρηπίδα και τον εναέριο χώρο. Τότε μάλιστα
παρουσιάστηκαν οι τουρκικές ιδέες για τη διαίρεση του
εναέριου χώρου και της υφαλοκρηπίδας. Ακολούθησε μια
περίοδος που σηματοδοτήθηκε από την ελληνική προσφυγή στη
Χάγη για τη διαίρεση της υφαλοκρηπίδας και στο Συμβούλιο
Ασφαλείας για την τουρκική επεκτατική επιθετικότητα.
Προοδευτικά έγινε δυνατή η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας, για
την πραγματοποίηση διμερών διπλωματικών συναντήσεων, σε
επίπεδο Γενικών Γραμματέων των δύο υπουργείων Εξωτερικών. Στόχος
ήταν η δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης με την ανταλλαγή
ιδεών πάνω στα διάφορα θέματα.
§
Στον
δεύτερο αυτόν γύρο συζητήσεων, του 1978, διερευνήθηκε
και η ιδέα του Συμφώνου μη Επιθέσεως. Ο τότε γενικός
γραμματέας του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών πρέσβης κ.
Βύρων Θεοδωρόπουλος συναντήθηκε στην Άγκυρα με τον
Τούρκο ομόλογό του πρέσβη κ. Ελέγκταγκ και του ενεχείρισε,
μετά από σχετικές προφορικές εξηγήσεις, ένα κείμενο ελληνικών
ιδεών περί Συμφώνου μη Επιθέσεως. Από τουρκικής πλευράς,
ο κ. Ελέγκταγκ παρουσίασε ένα αντισχέδιο μιας
ευρύτερης Συμφωνίας περί Φιλικών Σχέσεων, στο οποίο μεταξύ
άλλων περιέχεται διακήρυξη ότι τα σύνορα της Συνθήκης της
Λωζάννης του 1923, των Παρισίων του 1947 και των
θαλάσσιων περιοχών είναι αμοιβαίως απαραβίαστα και μόνιμα.
Το ίδιο, αναφέρει το τουρκικό αντισχέδιο, ισχύει και για το
εύρος των χωρικών υδάτων. Από την πλευρά μας, μετά την
πολιτική και νομική επεξεργασία στην οποία υποβάλαμε το
αντισχέδιο εκτιμήσαμε ότι προκαλούσε σύγχυση. Ιδιαίτερα
επισημάνθηκε η τουρκική επιδίωξη για δέσμευση της Ελλάδας να
μην ασκήσει, ουσιαστικά να παραιτηθεί, το νόμιμο δικαίωμά της
για επέκταση των χωρικών υδάτων της στα 12 μίλια, υπό το
πρόσχημα του απαραβιάστου (της σταθερότητας) των
συνόρων. Επίσης καταγράφηκε η απόπειρα της Τουρκίας να γίνει,
«από την πίσω πόρτα», μέρος
της Συνθήκης των Παρισίων, αν και δεν είχε το δικαίωμα αφού
δεν υπήρξε εμπόλεμος χώρα με την Ιταλία κατά τον Β' Παγκόσμιο
Πόλεμο.
§
Το
σημείο αυτό, αν και μοιάζει στενά νομικό, έχει τεράστια
σημασία: το εδαφικό καθεστώς των Δωδεκανήσων στηρίζεται, έναντι
της Τουρκίας, στα άρθρα 15 και 16 της Συνθήκης της
Λωζάννης και στα ιταλο-τουρκικά Πρωτόκολλα του 1932,
δυνάμει των οποίων καθορίζεται η ελληνική κυριαρχία επί των
παρακειμένων νησίδων και βραχονησίδων και χαράχθηκαν τα
θαλάσσια σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας. Διά του άρθρου 15 της
Συνθήκης της Λωζάννης η Τουρκία παραιτήθηκε κάθε κυριαρχικού
δικαιώματος επί των Δωδεκανήσων και διά του άρθρου 16
απεμπόλησε κάθε δικαίωμα λόγου επί της τύχης των εκτός των
συνόρων της εδαφών, νήσων, νησίδων και βραχονησίδων. Αν η
Ελλάδα αποδεχόταν το τουρκικό αντισχέδιο του 1978, θα ήταν
σαν να αναγνώριζε ότι η Συνθήκη του 1947 ισχύει και έναντι της
Τουρκίας και κατά συνέπειαν ότι η Αγκυρα έχει δικαίωμα να
επικαλείται τις περί αφοπλισμού της Δωδεκανήσου διατάξεις του
άρθρου 14. Θα είχαμε επιπλέον την Ιμια από το 1978 αν
είχαμε δεχθεί τις τουρκικές ιδέες. Τέλος, το τουρκικό
αντισχέδιο δεν έκανε καμία αναφορά στην απειλή χρήσης βίας και
στις προκλήσεις.
Για
να καταλήξει ο πρέσβη ε.τ. κ. Δ. Μακρής για αυτό το θέμα που
αφορά και τα δυο διακείμενα φίλα κράτη με το
ü
Το σχέδιο σχέσεων καλής γειτονίας
Δεν μπορούσαμε βεβαίως να αποδεχθούμε
το σχέδιο αυτό, αλλά δεν θεωρήσαμε σκόπιμο και να το
απορρίψουμε. Προτιμήσαμε λοιπόν να το σχολιάσουμε προφορικά.
Σε επόμενη συνάντηση των δύο τότε γενικών γραμματέων, της
19ης Σεπτεμβρίου 1978, στην Αθήνα, ο κ. Ελέγκταγκ επέδωσε στον
κ. Θεοδωρόπουλο νεότερη έκδοση του τουρκικού σχεδίου ιδεών περί
Φιλικών Σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Το σχέδιο αυτό
μελετήθηκε πολύ προσεκτικά από όλες τις απόψεις, διατυπώθηκαν
παρατηρήσεις και προχωρήσαμε στη σύνταξη ενός δεύτερου ελληνικού
κειμένου ιδεών, τιτλοφορούμενου Σχέδιο Συμφωνίας για την
Αποκατάσταση Σχέσεων Καλής Γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και
Τουρκίας, το οποίο επιδόθηκε στον κ. Ελέγκταγκ την 5η
Απριλίου 1979, στη συνάντηση που έγινε στη Γενεύη. Ένα ακόμη
σχέδιο υποβλήθηκε από την τουρκική πλευρά την 9η Ιουλίου 1979
στην Αθήνα, από τον νέο γενικό γραμματέα του τουρκικού
υπουργείου Εξωτερικών κ. Γίγκιτ. Μετά από
επεξεργασία εκ μέρους μας, το σχέδιο αυτό δεν έγινε δεκτό.
§
Την
18η Φεβρουαρίου 1980 πραγματοποιήθηκε η τελευταία συνάντηση
του Έλληνα γενικού γραμματέα κ. Β. Θεοδωρόπουλου με τον τούρκο
ομόλογό του, στην Αγκυρα. Εκεί η ελληνική πλευρά παρουσίασε
μια συγκριτική παράθεση των ελληνικών και των τουρκικών ιδεών
και προτάσεων. Το συγκριτικό αυτό κείμενο θα αποτελούσε
τη βάση μιας περαιτέρω συζητήσεως των δύο πλευρών, η οποία
όμως δεν έγινε λόγω αφενός της αλλαγής των προσώπων (ο κ.
Θεοδωρόπουλος αποχωρεί, εγώ φεύγω για το Βελιγράδι) και
αφετέρου της πολιτικής ρευστότητας που επικράτησε στις δύο
χώρες. Έγιναν δύο ακόμη συναντήσεις γενικών γραμματέων,
οι οποίες ασχολήθηκαν με ειδικά θέματα και όχι με το Σύμφωνο
μη Επιθέσεως. Στη συνέχεια προκηρύχθηκαν οι εκλογές και
σταμάτησαν τα πάντα.
§
Οι
επαφές των γενικών γραμματέων γίνονταν εκείνη την περίοδο σε
ένα πλαίσιο κατανόησης που είχε διαμορφωθεί σε πολιτικό
επίπεδο και σύμφωνα με το οποίο το Σύμφωνο μη Επιθέσεως, η
υφαλοκρηπίδα, ο εναέριος χώρος ήταν τα αντικείμενα των
συζητήσεων. Παράλληλα είχε διαμορφωθεί ένα
modus
vivendi.
Οι γενικοί γραμματείς συναντιόνταν τακτικά, είχαν γνωριστεί, μπορούσαν
να ανταλλάσσουν ιδέες και σκέψεις χωρίς οι διαφωνίες τους να
αποκτούν χαρακτήρα αντιδικίας. Προοδευτικά άρχισε να διαφαίνεται
μια διάθεση να επιτευχθεί σύγκλιση των απόψεων, χωρίς να
σημειώνεται παραίτηση της μιας ή της άλλης πλευράς από τα ζωτικά
της συμφέροντα. Η Τουρκία προσπαθούσε βεβαίως πάντοτε να
στρέψει τη διαδικασία στην κατεύθυνση της πολιτικής διευθέτησης
των διαφορών, κάτι το οποίο η Ελλάδα δεν δεχόταν. Μέσα από
αυτή τη διαδικασία έγινε δυνατή η επεξεργασία Κανονισμού για
τις Πτήσεις των Στρατιωτικών Αεροσκαφών. Οι δύο χώρες
βρέθηκαν πολύ κοντά σε μια συμφωνία για τον Κανονισμό, η
οποία βεβαίως τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. «Ομπρέλα» σε όλα
αυτά ήταν η συζήτηση για το Σύμφωνο μη Επιθέσεως.

§
Το
νήμα ξαναπιάνεται μετά από 11 χρόνια.
Ενδιαμέσως οι συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των τότε
πρωθυπουργών των δύο χωρών, του Ανδρέα Παπανδρέου και του
Τουργκούτ Οζάλ, μετά το 1987, βελτίωσαν κάπως το κλίμα.
Υπήρχαν και δύο επιτροπές, μία πολιτική και μία οικονομική,
οι οποίες συνεδρίαζαν και εξέταζαν συγκεκριμένα θέματα.
Η
ιδέα ενός Συμφώνου γενικότερου επανέρχεται την 13η
Σεπτεμβρίου 1991 στη συνάντηση των κκ. Κ.
Μητσοτάκη και Μεσούτ Γιλμάζ, οι οποίοι ήσαν τότε
πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας, στο περιθώριο της
Διάσκεψης των Λαϊκών Κομμάτων στο Παρίσι. Η συνάντηση αυτή
δεν ανταποκρίθηκε στις ελπίδες μας για την προώθηση επίλυσης του
Κυπριακού, αλλά λειτούργησε ευνοϊκά στις διμερείς
σχέσεις. Τότε έγινε δεκτή από την τουρκική πλευρά η ελληνική
ιδέα για τη σύναψη μιας Συμφωνίας Πλαισίου Αρχών Καλής Γειτονίας
και μη Επιθέσεως. Είναι ενδιαφέρον ότι ο κ. Γιλμάζ
ευρισκόμενος σε προεκλογική περίοδο θεωρούσε ότι ήταν αδύνατη η
οποιαδήποτε πρόοδος στο Κυπριακό, αλλά επεδίωκε την
ομαλοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
§
Το
επόμενο βήμα έγινε στις 14 Δεκεμβρίου 1991, όταν
βολιδοσκόπησα τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών κ. Χικμέτ
Τσετίν (έγραφε ο πρέσβης ε.τ. κ. Δ. Μακρή).
Του απηύθυνα το ερώτημα: Πώς
αντιμετωπίζετε το ενδεχόμενο να επανέλθουμε στο κείμενο ιδεών
του Φεβρουαρίου του 1980 για τη συνομολόγηση ενός
ελληνοτουρκικού Συμφώνου; Η ανταπόκριση του κ. Τσετίν
ήταν κατ' αρχήν θετική. Την 1η Φεβρουαρίου 1992
συναντήθηκαν, στο πλαίσιο του ετήσιου σεμιναρίου στο Νταβός της
Ελβετίας, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κ. Μητσοτάκης και ο νέος
πρωθυπουργός της Τουρκίας κ. Ντεμιρέλ. Κατά τη συνομιλία
τους προέκυψε ένα νέο κλίμα και επιβεβαιώθηκε η πολιτική
βούληση των δύο κρατών να ανταλλάξουν μεταξύ τους ιδέες
για τη σύνταξη ενός Σχεδίου Συμφωνίας Αρχών Καλής Διαγωγής.
Από την ελληνική πλευρά τέθηκε ως προϋπόθεση η εποικοδομητική
προώθηση των προσπαθειών λύσης του Κυπριακού, το οποίο
βρισκόταν ανοικτό στα Ηνωμένα Εθνη, υπό την αιγίδα του
Γενικού Γραμματέα. Κατόπιν αυτών άρχισαν στην Άγκυρα επαφές
σε διπλωματικό επίπεδο ανάμεσα σε εμένα (πρέσβης ε.τ.
κ. Δ. Μακρής) και τον βοηθό υφυπουργό Εξωτερικών
πρέσβη κ. Τουγκάι Ουλούτσεβικ για την προετοιμασία
ενός Σχεδίου Συμφώνου Φιλίας, Καλής Γειτονίας και Συνεργασίας.
Οι επαφές που έγιναν είχαν τεχνοκρατικό, ανεπίσημο και
προπαρασκευαστικό χαρακτήρα. Το θέμα του Συμφώνου
κρατήθηκε από εμάς ανοικτό, ως υποβοηθητικό στοιχείο ενός
ανέμου ύφεσης που άρχισε τότε να πνέει στις σχέσεις των δύο
χωρών. Επιπλέον η μεθόδευση αυτή μάς προσέφερε την έξωθεν
καλή μαρτυρία χωρίς να παραιτηθούμε καμιάς των βασικών αρχών
μας. Η όλη προσπάθεια στηρίχθηκε σε αρχές που μνημονεύονται
σε διεθνή κείμενα τα οποία οι δύο χώρες είχαν υπογράψει
σε διμερή ή πολυμερή βάση. Το κείμενο που επιδιώκαμε να
προκύψει θα έδινε έναν κανόνα διαγωγής για τις δύο χώρες.
§
Ο
υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας κ. Τσετίν σε ομιλία του ενώπιον
της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως την 21η Δεκεμβρίου 1992
ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι
της Ελλάδος απέβλεπε πάντοτε στη δημιουργία καλών σχέσεων
και ότι για την εξασφάλιση της ομαλοποίησης των σχέσεων οι
δύο χώρες συμφώνησαν στην υπογραφή μιας Συμφωνίας Φιλίας, Καλής
Γειτονίας και Συνεργασίας. Ο κ. Τσετίν συνέδεε όλα
αυτά με την κατάσταση στα Βαλκάνια και εξέφραζε την
ελπίδα ότι η ισορροπημένη πολιτική της Τουρκίας θα
αξιολογηθεί σωστά από την Ελλάδα. Τον Απρίλιο του 1993
επιδόθηκε η τελευταία τουρκική πρόταση λίγες ώρες προτού
φθάσει στην Αγκυρα, για επίσκεψη εργασίας, ο τότε υπουργός
Εξωτερικών της Ελλάδας κ. Μ. Παπακωνσταντίνου.
Εκτός από τη συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών, ο κ.
Παπακωνσταντίνου έγινε δεκτός και από τον πρωθυπουργό κ.
Ντεμιρέλ, που του εξέφρασε την επιδοκιμασία και χαρά του για
την απόφαση για προώθηση ορισμένων διμερών συμφωνιών
οικονομικού περιεχομένου.
Ο κ.
Ντεμιρέλ εξέφρασε την ετοιμότητά του να υπογράψει είτε
μια Κοινή Πολιτική Δήλωση είτε Σύμφωνο Φιλίας είτε
άλλο έγγραφο που θα προωθούσε την ομαλοποίηση των διμερών
σχέσεων. Τις θέσεις αυτές επαναβεβαίωσε ο κ. Ντεμιρέλ κατά το
πρόγευμα εργασίας που είχαν με τον τότε πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη
λίγο πριν από την κηδεία του Οζάλ, την 21η Απριλίου 1993,
κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε μια ευρεία ανασκόπηση των
ελληνοτουρκικών σχέσεων. Κατά τη διάρκεια αυτού του
προγεύματος ο κ. Ντεμιρέλ αποκάλυψε την πρόθεσή του να
διεκδικήσει τη θέση του Προέδρου, μετά από οκτώ
πρωθυπουργικές θητείες.
§
Η
αλλαγή αυτή αποτέλεσε πλήγμα για τις προσπάθειες σύναψης του
ελληνοτουρκικού συμφώνου καθώς μετά τον Απρίλιο του 1993 δεν
έγινε καμία άλλη προσπάθεια. Η προεκλογική περίοδος στην
Ελλάδα και η άνοδος της κυρίας Τανσού Τσιλέρ
στην πρωθυπουργία, οι εσωτερικές διαμάχες στο κυβερνών κόμμα
της Τουρκίας αποτέλεσαν παράγοντες που απέτρεψαν τη
συνέχεια του εγχειρήματος. Απολογιστικά μπορούμε να πούμε
ότι δύο φορές εγκαινιάστηκε μια διαδικασία κατά την οποία
ωρίμασαν, σε έναν βαθμό, οι προϋποθέσεις μιας Συμφωνίας μη
Επιθέσεως, αλλά η οποία δεν ολοκληρώθηκε. Το μείζον πρόβλημα
ήταν ότι η αλλαγή προσώπων, σε πολιτικό και διπλωματικό
επίπεδο, δεν άφησε χρόνο για την ολοκλήρωση της προσπάθειας για
σύγκλιση των απόψεων.
Δ.
Μακρής πρέσβης ε.τ.
Μια
θεώρηση που αφορά την Θράκη , το Αιγαίο και την Κύπρο .
Το
θέμα είναι δυνατόν να προσεγγιστεί από δύο οπτικές γωνίες
γράφει ο μελετητής και αναλυτής κ. Κρατερός
Ιωάννου . Η μία από τις οπτικές αυτές γωνίες είναι
απλούστερη. Τα τρία προαναφερόμενα στον τίτλο της εισήγησης
γεωγραφικά στοιχεία συνθέτουν τα ακραία ανατολικά όρια, όχι
μόνο του ελληνισμού, αλλά και του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η
νοητή γραμμή που τα συνδέει αποτελεί μια ιστορική μεθόριο
στην οποία πρέπει να αντιπαρατεθεί ο ελληνοχριστιανικός
πολιτισμός απέναντι στη σταθερή και διαρκή επιθετική
διείσδυση του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Αντιπαράθεση, που
γίνεται, έστω ερήμην της δυτικοευρωπαϊκής εκδοχής του
πολιτισμού αυτού. Η προσέγγιση αυτή είναι μάλλον
παραπλανητική, διότι φορτισμένη με έντονα συγκινησιακά
στοιχεία, διέπεται περισσότερο από το εθνικό θυμικό
και λιγότερο από την εθνική λογική. Η θέση η οποία κατά
την άποψή μου προκρίνεται ως πλέον ορθή είναι αφενός ο
εντοπισμός του φορέα της απειλής έναντι του ελληνισμού και
αφετέρου η ανάλυση του περιεχομένου της απειλής για κάθε
συγκεκριμένο τμήμα της ιστορικής μεθορίου του ελληνισμού και
η καταγραφή των κοινωνικών και πολιτικών μέσων άμυνας.
Είναι κοινός τόπος ότι Θράκη, Αιγαίο και Κύπρος αποτελούν
αντικείμενα διαρκούς απειλής , ενώ ειδικότερα στην
περίπτωση της Κύπρου έχουμε το υπαρκτό γεγονός της
ένοπλης κατοχής εθνικού εδάφους. Για ορισμένους μελετητές
της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ο κίνδυνος προέρχεται από
το Ισλάμ, ως θρησκευτικής, πολιτιστικής και πολιτικής δύναμης,
που διεκδικεί τμήμα της παγκόσμιας ηγεμονίας. Ωστόσο,
πρέπει να τονισθεί ότι οι σχέσεις της Ελλάδας με τα
περισσότερα ισλαμικά κράτη είναι άριστες. Κράτη όπως το
Ιράν, το Ιράκ, η Λιβύη, η Αίγυπτος, ανεξάρτητα από τις
έντονες διαφωνίες, που μπορεί να προκαλεί το πολιτικό και
πολιτιστικό τους καθεστώς, ή η διεθνής τους συμπεριφορά,
όχι μόνο δεν απειλούν την Ελλάδα, αλλά τουναντίον αποτελούν
βασικούς παράγοντες της ελληνικής πολιτικής στη Μέση και
την Εγγύς Ανατολή. Εξάλλου, ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο,
η πρόβλεψη του Χάντιγκτον , ότι τον ψυχρό πόλεμο θα τον
διαδεχθεί η θρησκευτική αντιπαράθεση, δεν φαίνεται να
επαληθεύεται. Άλλωστε, σε ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία, οι
θρησκευτικές αντιπαραθέσεις αποτελούσαν επιφαινόμενα των
πολιτικών συγκρούσεων.
ü
Η απειλητική πίεση στη μεθόριο του Ελληνισμού
Η
άποψη που υποστηρίζω είναι ότι η απειλητική πίεση στη μεθόριο
του Ελληνισμού προέρχεται από το τουρκικό κράτος, ανεξάρτητα
από το βαθμό που η ισλαμική πολιτιστική αντίληψη επικρατεί ή όχι.
Και τούτο, επειδή όλη η τουρκική πολιτική απέναντι στην
Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, δεν φαίνεται να επηρεάζεται από
θρησκευτικές εκτιμήσεις. Ακόμη και στις περιπτώσεις
προπηλακισμού ελληνικών συμβόλων από ισλαμικά εξτρεμιστικά
στοιχεία, - όπως συνέβη με την επίθεση κατά του ελληνικού
προξενείου στην Κωνσταντινούπολη, - και πάλι το τουρκικό
κράτος πρέπει να χρεωθεί την ευθύνη , όχι μόνο νομικά, αλλά
και πολιτικά.
Άλλωστε οι εισηγμένοι στην κατεχόμενη Κύπρο παρακρατικοί, που
ενέχονται στη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ, αυτοαποκαλούνται
«Γκρίζοι Λύκοι» με σαφή
αναφορά στον Κεμάλ Ατατούρκ, θεμελιωτή του λαϊκού, δηλαδή του
μη ισλαμικού κράτους στην Τουρκία. Η αντίληψη ότι ο κίνδυνος
από την Ανατολή για τον ελληνισμό είναι ισλαμικός προκαλεί
ορισμένες αφελείς, ίσως, διπλωματικές κινήσεις. Επιχειρούμε
να πείσουμε τη Δύση - είτε πρόκειται για την ευρωπαϊκή,
είτε για την ατλαντική εκδοχή της - ότι αν δεν ανακοπεί
πολιτικά και, ίσως, και στρατιωτικά η τουρκική απειλή, τότε η
Ευρώπη θα ανοίξει τις πύλες της στο Ισλάμ. Το επιχείρημα
αυτό όχι μόνον δεν πείθει, αλλά εκτρέπει τα πολιτικά πυρά σε
λάθος στόχο. Το πρόβλημα εκεί είναι κυρίως πρόβλημα
μεταναστών που συνεπάγεται αλλοίωση του κοινωνικού ιστού και
ελάχιστα πρόβλημα πολιτικής απειλής.
Πιο
κάτω ο μελετητής και αναλυτής κ. Κρατερός Ιωάννου για την
περίπτωση της τέως Γιουγκοσλαβίας
ü
Η δημιουργία μουσουλμανικού τους στην καρδιά της τέως
Γιουγκοσλαβίας
Η
ατλαντική στρατηγική δεν δίστασε να στηρίξει τη δημιουργία
μουσουλμανικού τους στην καρδιά της τέως Γιουγκοσλαβίας
επειδή τα προβλήματα των Η.Π.Α. με το Ιράν, το Ιράκ και τη
Λιβύη ελάχιστη σχέση έχουν με την θρησκεία. Αλλωστε, ας μην
διαφύγει της προσοχής μας, ότι το μουσουλμανικό Ιράκ εισέβαλε
στο ομόδοξό του Κουβέιτ με βάση το τυπικό πρότυπο των επί
αιώνες ενδοχριστιανικών πολέμων.
Ο
ελληνισμός απειλείται, κατά τη γνώμη μου, από το τουρκικό
κράτος, ανεξάρτητα αν το κράτος αυτό διοικείται από λαϊκούς, από
στρατηγούς ή ισλαμιστές. Η απειλή εξάλλου είναι, επίσης,
ανεξάρτητη από τις πολιτικές υποχρεώσεις των τουρκικών κομμάτων.
Ο σοσιαλιστής Ετσεβίτ ήταν υπεύθυνος της εισβολής στην Κύπρο,
η κεντρώα Τσιλέρ θεωρεί και το Ιόνιο πέλαγος τουρκικό,
ενώ ο δεξιός Γιλμάζ έδωσε πολιτική κάλυψη στη θεωρία των
«γκρίζων περιοχών» στο
Αιγαίο. Η ιμπεριαλιστική τουρκική αντίληψη διέπει έτσι
ολόκληρη την πολιτειακή δομή της Τουρκίας. Με αφετηρία τη
διαπίστωση αυτή, μπορούμε να επισημάνουμε, ότι οι δυτικοί
ισχυρισμοί για την ανάγκη ενίσχυσης ενός ευρωπαϊκού προσώπου
της Τουρκίας, το οποίο θα αποτελούσε καλόπιστο συνομιλητή
για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αποτελούν
πολιτική αφέλεια, αν όχι δόλιο επιχείρημα για τον εφησυχασμό
της Ελλάδας.
Εξίσου αφελές είναι το επιχείρημα ότι η ενδεχόμενη ένταξη της
Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αφαιρέσει την ουσία από τις
τουρκικές διεκδικήσεις έναντι της χώρας μας. Αφελές πρώτα
για το λόγο, ότι η ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία για το
ορατό μέλλον τουλάχιστον, δεν οδηγεί σε εθνικές συγχωνεύσεις και
επομένως άμβλυνση των διαφορών μεταξύ των μελών της Ένωσης.
Ένα από τα οξύτερα εθνικά ζητήματα της Ευρώπης, εκείνο
της Βόρειας Ιρλανδίας, δεν βρήκε οπωσδήποτε λύση στο πλαίσιο
της Ένωσης. Ενώ η Ένωση εξακολουθεί να είναι αμήχανος
θεατής του γιουγκοσλαβικού ζητήματος.
Επιπροσθέτως, το επιχείρημα αυτό παραμένει αφελές για το
λόγο, ότι τα κράτη - μέλη της Ένωσης ελάχιστα κατανοούν την
τουρκική απειλή αφού εξανάγκασαν την Ελλάδα, προκειμένου να
γίνει δεκτή στην Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση, να προσυπογράψει
εξαίρεση που φωτογράφιζε την Τουρκία. Το ίδιο εξάλλου επιχείρημα
χρησιμοποιείται από ορισμένες πλευρές για το κυπριακό ζήτημα,
χωρίς να ανησυχούν ότι προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της
κυπριακής ένταξης, είναι ενδεχόμενο να γίνουν ανεκτές
παραχωρήσεις, που σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν αδιανόητες.
Και
αναφέρετε κ. Κρατερός Ιωάννου για την περίπτωση της διείσδυση
της Τουρκίας στην Ε.Ε.
ü
Η διείσδυση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή 'Ένωση
Ύστερα από την παράθεση αυτών των θέσεων θα μπορούσε κάποιος
να ισχυρισθεί ότι η διείσδυση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή
'Ένωση, όχι μόνο δεν πρόκειται να ενισχύσει το οποιοδήποτε
ευρωπαϊκό πρόσωπο της Τουρκίας, αλλά θα καταλύσει
οποιαδήποτε ανάσχεση στην τουρκική επιθετικότητα, όσο
ασθενής κι αν είναι η ανάσχεση αυτή. Όσον αφορά το
περιεχόμενο και το αντικείμενο της τουρκικής στρατηγικής έναντι
της Ελλάδας - είναι σκόπιμο να επισημανθούν ορισμένα ζητήματα. Η
τουρκική πολιτική θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως αναθεωρητική,
δηλαδή ως αποσκοπούσα στη ριζική αναθεώρηση του υφιστάμενου
νομικού και πολιτικού
status
quo
στην περιοχή.
Την
ίδια στρατηγική προοπτική ακολούθησε και ο Χίτλερ. Μπορεί
βέβαια οι ιστορικές αναλογίες να μην επιτρέπουν να
χαρακτηρίσουμε την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την
Κοινότητα ως μια νέα συνθήκη του Μονάχου, αλλά ας μην
ξεχνάμε ότι οι διαφορές μεταξύ της ναζιστικής στρατηγικής και
της τουρκικής είναι ο αριθμός των στόχων. Η Τουρκία επιζητεί
αναθεώρηση μόνον έναντι της Ελλάδας, καθώς και διαφορά σε
στρατιωτική ισχύ. Όσον αφορά στη δήθεν διαφορά του διεθνούς
περιβάλλοντος, μεταξύ του 1939 και του 1996, θα έπρεπε να
σημειωθεί ότι παρατηρείται η ίδια αδυναμία, η ίδια αδράνεια
και αναποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας. Τότε έναντι
της Γερμανίας για το φόβο της άνισης ισχύος, σήμερα έναντι της
Τουρκίας για τη σταθεροποίηση των επενδύσεων.
Πιο
κάτω ο κ. Κρατερός Ιωάννου θα μας ενημερώσει για την ανύπαρκτη
Κοινωνία των Εθνών, για το Συμβούλιο ασφάλειας και την
αναθεωρητική επιδίωξη της Τουρκίας ας τα μελετήσουμε.
ü
Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας που πήρε ένοπλη μορφή στην
περίπτωση της Κύπρου
Κάποτε η ανύπαρκτη Κοινωνία των Εθνών, σήμερα το υπαρκτό
Συμβούλιο ασφάλειας, βραχύων πλέον της αμερικάνικης πολιτικής,
έτοιμο να επιβάλλει κυρώσεις κατά αλληλοσφαζόμενων Σομαλών
φυλάρχων, αλλά απρόθυμο να ανακόψει, έστω και φραστικά,
την τουρκική απειλή κατά του ελληνισμού. Η αναθεωρητική
πολιτική της Τουρκίας πήρε ένοπλη μορφή στην περίπτωση της
Κύπρου, ενώ έκτοτε στηρίζεται στο διεθνές αδίκημα της
απειλής πολέμου, του γνωστού
casus
belli,
τυπικά μεν για την περίπτωση της επέκτασης της ελληνικής
θάλασσας, αλλά, ουσιαστικά, αμφισβητώντας ολόκληρο το
καθεστώς του Αιγαίου, όπως απέδειξε το επεισόδιο της Ίμια.
Βασική αναθεωρητική επιδίωξη της Τουρκίας αποτελεί η Συνθήκη
Της Λωζάνης. Μία διεθνής πράξη που διέπει το σημερινό
εδαφικό
status
quo
στη σχέση Ελλάδας και Τουρκίας στη Θράκη
και
στο μεγαλύτερο τμήμα του Αιγαίου. Μία διεθνής πράξη
που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή για τον
ελληνισμό, αφού άλλωστε συνομολογήθηκε έπειτα από μια
ελληνική στρατιωτική ήττα.
Η
αναθεωρητική επιδίωξη της Τουρκίας ως προς την συνθήκη της
Λωζάνης ασφυκτιά ωστόσο μπροστά στη νομική αδυναμία
τροποποίησης μια πολυμερούς συνθήκης, που καθιερώνει εδαφικά
καθεστώτα.. Η Τουρκία δεν μπορεί να μεταβάλλει το καθεστώς
της Λωζάνης, παρά μόνο με ένοπλη σύρραξη με την Ελλάδα,
αβέβαιης πάντως πολιτικής και στρατιωτικής έκβασης. Και τούτο
επειδή η Ελλάδα δεν διοικείται σήμερα, όπως το 1974 από
άφρονες δικτάτορες, που ήθελαν τους λοχαγούς βουλευτές,
τους συνταγματάρχες υπουργούς και τους στρατηγούς
αντιβασιλείς.
Η
τουρκική αναθεωρητική πολιτική δεν περιορίζεται μόνο στη
Συνθήκη της Λωζάνης. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε η συμβατική
ρύθμιση που διέπει το καθεστώς των Δωδεκανήσων. Απέναντι σε
ένα κρυστάλλινης σαφήνειας πλέγμα νομικών ρυθμίσεων, η
Τουρκία αντιπαραθέτει την αναθεωρητική λογική, το ότι
όταν σύνηψε τη συνθήκη με την Ιταλία το 1932, οι
πολιτικές συνθήκες ήταν διαφορετικές από τις σημερινές. Ανάλογες
απόπειρες έγιναν και με το υποτιθέμενο λάθος, όσον αφορά τη νήσο
Γαύδο, αλλά και με την έντεχνη δημοσιοποίηση ενός
εκπαιδευτικού υποτίθεται κειμένου, που καταγράφει με
λεπτομέρειες τις τουρκικές διεκδικήσεις. Υποστηρίζω τον όρο
«έντεχνη δημοσιοποίηση»
γιατί δεν πείθει ιδιαίτερα το γεγονός - εξαιτίας της
κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο τουρκικός τύπος - ότι
οι δημοσιογράφοι της «Χουριέτ»
ανακάλυψαν και δημοσίευσαν στρατιωτικό κείμενο χωρίς την
έγκριση του Γενικού Επιτελείου των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.
Άλλα είναι τα δεδομένα του τύπου στην Τουρκία και άλλα,
για παράδειγμα, στις Η.Π.Α. Όπου η εφημερίδα
«Oυάσιγκτον
Ποστ»
ανακάλυψε το σκάνδαλο Γουωτεργκέητ.
Αλλά
η αναθεωρητική όρεξη της Τουρκίας εκδηλώνεται και στην Κύπρο,
ανεξάρτητα αν η εισβολή και η κατοχή της επιτρέπουν έλεγχο
περισσότερο από το ένα τρίτο του εδάφους της Κυπριακής
Δημοκρατίας. Είναι προφανής και σαφής ο στόχος της τουρκικής
πολιτικής, όχι βέβαια η διχοτόμηση, αλλά η ρύθμιση εκείνη
που θα της επιτρέψει πολιτική, αν όχι στρατιωτική διείσδυση,
σε ολόκληρο τον κυπριακό χώρο. Προς αυτήν την κατεύθυνση
κινούνται άλλωστε όλα τα σχέδια και οι ιδέες των τελευταίων ετών,
όπως κατέδειξαν έγκυροι μελετητές τους .
Ο
μελετητής και αναλυτής κ. Κρατερός Ιωάννου πιο κάτω τη
διαρκώς ογκούμενη τουρκική αναθεωρητική απειλή και την θέση
της Ελλάδος
ü
Η θέση της Ελλάδας μπροστά στην ογκούμενη τουρκική αναθεωρητική
απειλή
Εγείρονται επομένως σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον
οποίο η Ελλάδα θα αντιδράσει σ' αυτήν τη διαρκώς ογκούμενη
τουρκική αναθεωρητική απειλή. Ένα από τα σημαντικότερα
ελληνικά όπλα απέναντι στην τουρκική απειλή είναι η
ισχυρή νομική θεμελίωση του εδαφικού μας καθεστώτος,
ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την εδαφική μας κυριαρχία στα νησιά,
τις νησίδες και τις βραχονησίδες στο Αιγαίο. Άλλωστε για το
λόγο αυτό η Τουρκία αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε
δικαστική δοκιμασία των αβάσιμων ισχυρισμών της. Η νομική
θωράκιση, ωστόσο, από μόνη της δεν έχει σημαντική αποτρεπτική
δύναμη απέναντι στη μορφή προκλητικότητας που υιοθετεί η Τουρκία.
Είναι απαραίτητη η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των νομικών
ισχυρισμών, μέσα από κατάλληλους διπλωματικούς μηχανισμούς.
Δυστυχώς επί δεκαετίες τώρα η Ελλάδα ακολουθεί μία αμυντική
πολιτική, αντιδρώντας αντανακλαστικά σε κάθε συγκεκριμένη
τουρκική πρόκληση, τη στιγμή που είναι απαραίτητη η
συντονισμένη προληπτική διπλωματική επίθεση. Παραδείγματος
χάριν, από το 1974 μέχρι σήμερα, η Ελλάδα έχει προσφύγει μόνο
μία φορά στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. κατά της Τουρκίας
για το θέμα των ερευνών του Σισμίκ, ενώ θα μπορούσε έστω και
μόνο για λόγους εντυπώσεων να έχει προσφύγει και το 1977,
όπως άλλωστε και για τα επεισόδια στα Ίμια. Εξάλλου,
δεν έχει ασκηθεί η διακρατική προσφυγή της Ελλάδας κατά της
Τουρκίας, ενώπιον των οργάνων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για σειρά τούρκικων παραβιάσεων,
όπως οι περιουσίες των ομογενών στην Κωνσταντινούπολη και
η κατάσταση των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου. Ας
σημειωθεί επιπλέον ότι ο διωγμός των Ελλήνων της
Κωνσταντινούπολης το 1955 δεν προκάλεσε προσφυγή της Ελλάδας στο
Διεθνές Δικαστήριο, παρά τη ρητή πρόβλεψη της Συνθήκης της
Λωζάνης. Η ειρωνεία είναι ότι η Ελλάδα προσέφυγε στο Διεθνές
Δικαστήριο το 1975 κατά της Τουρκίας για το πρόβλημα της
υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, αφού πείσθηκε από αλλοδαπούς
συμβούλους, ενώ ήταν σχεδόν βέβαιο ότι δύσκολα θα
ξεπερνούσαμε το σκόπελο της αρμοδιότητας του δικαστηρίου.
Πιο
κάτω ο μελετητής και αναλυτής κ. Κρατερός Ιωάννου, θα μας
ενημερώσει για την νομική στρατηγική της Ελλάδας έναντι
της Τουρκίας
ü
Η νομική στρατηγική της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας
Συμπερασματικά:
η νομική στρατηγική της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας με τις
στέρεες βάσεις των δικαίων μας είναι απαραίτητο να
προσανατολιστεί προς την επιθετική διάσταση. Σημαντικός
σκόπελος για την κατεύθυνση αυτή αποτελούν οι
επιφυλάξεις, αν όχι οι αγκυλώσεις της ελληνικής διπλωματικής
υπηρεσίας με τη χρόνια δυσπιστία της απέναντι στη
διπλωματικότητα της νομικής στρατηγικής.
Πρόσφατα όμως η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών
υιοθέτησε ένα πρώτο μέτρο για τη δημιουργία ενός νομικού
γραφείου, σε σχέση με την εξωτερική πολιτική. Πρόκειται
για τη σύσταση του επιστημονικού συμβουλίου με κύριο σκοπό το
σχεδιασμό της νομικής επιχειρηματολογίας της χώρας στα διεθνή
fora.
Η
αντιμετώπιση ενός επιθετικού γείτονα, ο οποίος απειλεί
διαρκώς με πόλεμο δεν είναι βέβαια δυνατή μόνο με νομικά
μέσα. Προϋποθέτει σοβαρή κινητοποίηση και επιστράτευση στο
κοινωνικό επίπεδο. Δυστυχώς η ελληνική κοινωνία δεν έχει
συνειδητοποιήσει την ανάγκη ενός αναπροσανατολισμού των
κοινωνικών προτεραιοτήτων. Εφόσον η Ελλάδα ζει με την
καθημερινή απειλή πολέμου, οφείλει, αν θέλει να επιβιώσει να
είναι καθημερινά σε κατάσταση αμυντικής ετοιμότητας, έτσι
ώστε ο αντίπαλος να είναι προκαταβολικά βέβαιος, ότι το
κόστος μιας επιθετικής ενέργειας θα είναι κολοσσιαίο.
Δυστυχώς όμως δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιηθεί η
κρισιμότητα της κατάστασης.
Μία
αναδιάταξη της κοινωνίας, έτσι ώστε να μεταβληθεί σε
ετοιμοπόλεμη δεν είναι βέβαια δυνατή παρά μόνο στη βάση ενός
γενικότερου σχεδιασμού και μιας κοινωνικής παιδείας.
Αμφότερα τα παραπάνω στοιχεία απουσιάζουν δυστυχώς σήμερα από
την εθνική μας πολιτική.
Κλείνοντας την θεώρηση του ο κ. Κρατερός Ιωάννου, θα μας
ενημερώσει για το Διάλογο μεταξύ των δυο κρατών .
ü
Ο Διάλογος ως λύση για την άμβλυνση της οξύτητας στην περιοχή
Κατά καιρούς προτείνεται ως λύση
για
την άμβλυνση της οξύτητας στην περιοχή ο περίφημος διάλογος.
Ο διάλογος, δηλαδή η διαπραγμάτευση αποτελεί την πιο σοβαρή
των μεθόδων ειρηνικής επίλυσης των διεθνών διαφορών. Ωστόσο
ένας διάλογος σήμερα με την Τουρκία είναι προκαταβολικά
καταδικασμένος, λόγω της σαφούς αναθεωρητικής τουρκικής
πολιτικής. Η Τουρκία δηλώνει ότι επιθυμεί το διάλογο για
να συζητήσει το δικό της κατάλογο αξιώσεων έναντι της χώρας
μας, όχι στη βάση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, αλλά
στη βάση μιας γενικότερης επανεξέτασης και συνεπώς
αναδιαρρύθμισης του νομικού και πολιτικού
status
quo.
Κάτω από τις προϋποθέσεις αυτές δεν προτείνεται διάλογος,
αλλά προκαταβολική προσχώρηση της Ελλάδος στην αναθεωρητική
λογική της Τουρκίας. Είναι εύλογο συνεπώς η Ελλάδα να μη
δέχεται διαπραγμάτευση με τους όρους αυτούς. Το τουρκικό
κράτος συστηματικά κυκλώνει τον ελληνισμό με ένοπλες
επιθέσεις, απειλές ενόπλων συγκρούσεων και μια γενικότερη
επιχείρηση επαναπόκτησης των εδαφών της οθωμανικής
αυτοκρατορίας στην περιοχή μας. Παρά τις θεαματικές δύο
συναντήσεις Ελλήνων πρωθυπουργών με τους Τούρκους ομολόγους
τους και παρά τη συνεχή επίδειξη καλής θέλησης εκ μέρους της
Ελλάδας, ιδιαίτερα στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι
ελληνοτουρκικές σχέσεις παρουσιάζουν μια συνεχή, σταθερή και
ορισμένες φορές δραματική επιδείνωση. Η μεταβολή της
κατάστασης αυτής προϋποθέτει ριζικές αλλαγές στην τουρκική
νοοτροπία, που κάθε προοπτική της είναι ουτοπική. Εκείνο
που είναι δυνατό να μεταβληθεί είναι το διεθνές διπλωματικό
κλίμα. Για την επίτευξη ενός τέτοιου αποτελέσματος η Ελλάδα
θα πρέπει να έχει ομαλές σχέσεις με όλους τους άλλους
γείτονές της, να επικεντρώσει τις δυνάμεις της στη διεθνή
προβολή της τουρκικής απειλής και να αφυπνίσει την
ελληνική κοινωνία. Δηλαδή να ασκήσει μια νέα επιθετική
πολιτική έναντι της τουρκικής στρατηγικής.
Το
σαν ενημερωτικό
Portal
μεγάλης επισκεπτικότητας
Apodimos.com
προτρέπει τους επισκέπτες τους να μελετήσουν την Θεώρηση που
αφορά την Θράκη , το Αιγαίο και την Κύπρο που έγραψε ο
μελετητής και αναλυτής κ. Κρατερός Ιωάννου μέσα από
το
http://alex.eled.duth.gr/syllogoi/3othrakiko/ioannou.htm και
ας το έχουν στο αρχείο τους.
Πως κ.
Σημίτης έθαψε το Δόγμα του ΕΑΧ σύμφωνα με την άποψη του τέως
ΥΕΘΑ κ. Αρσένη.
Για
την περαιτέρω ενημέρωση όλων Ελλήνων, Κυπρίων και Απόδημων
αδελφών μας θα παρουσιάσουμε τι δημοσίευσε το
simerini.com.cy
την
Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007
με
τίτλο Ο Σημίτης έθαψε το Δόγμα
, το οποίο είχε επιμεληθεί ο Κορνήλιος Χαντζηκώστας.
Έγραφε η έγκριτη ιστοσελίδα ότι ο Γ. Αρσένης: Από το 1996
χαλάρωνε και τώρα παραμένει μόνο στα χαρτιά. Ας το
μελετήσουμε και αυτή την παρουσίαση για να γνωρίζουμε τι
περίπου θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα στις κρίσιμες συζητήσεις
των δυο πρωθυπουργών Ελλάδος – Τουρκίας στην Άγκυρα
Ο
πρώην Υπουργός Εθνικής Άμυνας
Γεράσιμος Αρσένης
αποκαλύπτει για πρώτη φορά τη θνησιγενή πορεία τού Δόγματος,
που άρχισε επί διακυβερνήσεως Κώστα Σημίτη και συνεχίζεται
μέχρι σήμερα. Τονίζει δε την ανάγκη επαναφοράς του,
αφού οι τουρκικές προκλήσεις, που το επέβαλαν,
συνεχίζονται. Ενώ όπως ανέφερε το 1966 «Έπαυσα
να είμαι Υπουργός Εθνικής Άμυνας, λόγω της θέσης μου στο Δόγμα»
.

Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας - Κύπρου
παραμένει μόνο στα χαρτιά, τονίζει ο πρώην Υπουργός Εθνικής
Άμυνας και θεμελιωτής του Δόγματος, Γεράσιμος Αρσένης. Σε
αποκαλυπτική συνέντευξή του στη «Σημερινή», με την ευκαιρία
της συμπλήρωσης σήμερα 12 χρόνων από τότε που ο Πρωθυπουργός
Ανδρέας Παπανδρέου και ο Πρόεδρος Γλαύκος Κληρίδης αποφάσισαν
στην Αθήνα το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, ο κ.
Αρσένης υποστηρίζει ότι το Δόγμα ουσιαστικά λειτούργησε με
ταχύτατους ρυθμούς επί πρωθυπουργίας του Ανδρέα Παπανδρέου
και υπουργίας του ιδίου στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, και
άρχισε να «χαλαρώνει», για να παραμείνει στη συνέχεια μόνο
στα χαρτιά με την ανάληψη της προεδρίας της ελληνικής Κυβέρνησης
από τον Κώστα Σημίτη. Από το 1996, δηλαδή επί διακυβερνήσεως
Κώστα Σημίτη, αναφέρει ο κ. Αρσένης, άρχισε να εφαρμόζεται
μια αναθεωρημένη εξωτερική πολιτική, ακρογωνιαίος λίθος της
οποίας ήταν η βήμα προς βήμα προσέγγιση Ελλάδας Τουρκίας ,
με προορισμό την «ομαλοποίηση των σχέσεων».
Ο
πρώην Υπουργός Εθνικής Άμυνας τονίζει στη συνέντευξή του ότι
οι τουρκικές προκλήσεις που επέβαλαν το Δόγμα του Ενιαίου
Αμυντικού Χώρου δεν έχουν παύσει, και εκφράζει την άποψη ότι
επιβάλλεται να ξαναδούμε την αναγκαιότητα ουσιαστικής
επαναφοράς του Δόγματος του ΕΑΧ, ιδίως σε μία περίοδο που
χαρακτηρίζεται από μεγάλη ρευστότητα και αμοιβαιότητα στην
ευρύτερη περιοχή.
Ας μελετήσουμε την Συνέντευξη του κ. Αρσένη στην
Simerini.com.cy
Simerini.com.cy
:
Πριν από 12 χρόνια, οι Ανδρέας Παπανδρέου και Γλαύκος Κληρίδης,
επί υπουργίας σας, αποφάσισαν στην Αθήνα τη δημιουργία του
Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου. Ποιες ανάγκες το επέβαλαν;
«Θα
πρέπει ν' ανατρέξουμε στο κλίμα
της
εποχής εκείνης. Υπήρχαν σαφείς προκλήσεις από πλευράς
Τουρκίας και έναντι της Ελλάδας και έναντι της Κύπρου. Οι
επεκτατικές προθέσεις του στρατιωτικού κατεστημένου της
Τουρκίας ήταν εμφανείς. Από τη μια μεριά επεδίωκαν
ουσιαστικά την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λοζάνης, κυρίως
σε ό,τι αφορά τις πρόνοιές της για τη Θράκη και το Αιγαίο,
και από την άλλη δεν έκρυβαν τις απώτερες επιδιώξεις για έναν
εκ των πραγμάτων εκτουρκισμό της Κύπρου.
Απέναντι σ' αυτές τις προκλήσεις θα έπρεπε να σταλεί ένα
διπλό μήνυμα: Πρώτον, ότι σε επίπεδο
πολιτικό η Ελλάδα και η Κύπρος λειτουργούν συντονισμένα και
συναποφασίζουν για μια εθνική στρατηγική και, Δεύτερον,
σε επίπεδο στρατιωτικό η Ελλάδα και η Κύπρος θεωρούν το
μέτωπο Θράκη - Αιγαίο - Κύπρος ως ενιαίο, που επιβάλλει το
συντονισμό των στρατιωτικών δυνάμεων για αντιμετώπιση
οποιασδήποτε επιβουλής. Αυτό ήταν το γενικότερο πνεύμα,
το οποίο εγώ, ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας, μαζί με τον κ. Κληρίδη
και τον Κύπριο Υπουργό Άμυνας Κώστα Ηλιάδη επεξεργάστηκα.»
Simerini.com.cy
:
Το κλίμα αυτό θεωρείτε ότι έχει αλλάξει;
«Περάσαμε
από διάφορες κινήσεις σε διπλωματικό επίπεδο,
αλλά
εμένα προσωπικά τίποτε δεν με έχει πείσει ότι οι βασικές
επιδιώξεις της Τουρκίας έχουν αλλάξει. Αντίθετα, νομίζω ότι
εμμένουν σε μια σταθερή γραμμή, η οποία έχει χαραχθεί εδώ και
χρόνια.»
Simerini.com.cy
:
Από ποιους σκοπέλους πέρασε το Δόγμα;
Θυμόμαστε,
χαρακτηριστικά, τις πιέσεις που ασκούνταν για να μην πετάξουν
ελληνικά μαχητικά στην άσκηση «Νικηφόρος».
Προσωπικά θα ομαδοποιούσα τα προβλήματα ως εξής:
Πρώτον,
θα έπρεπε να σπάσει η μια ηττοπαθής άποψη εδώ στην Ελλάδα,
ότι «η Κύπρος είναι μακριά»
και ότι δεν είναι δυνατόν να τη στηρίξουμε στρατιωτικά.
Έδωσα ιδιαίτερη μάχη μέσα στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας να
πείσω τους στρατιωτικούς μας ότι το μέτωπο είναι ενιαίο και μία
στρατιωτική ήττα στην Κύπρο θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε
στρατιωτικές ήττες στο Αιγαίο και στη Θράκη και μία
αδύνατη άμυνα στο Αιγαίο θα υπονόμευε την άμυνα στην Κύπρο.
Αυτό το κλίμα ξεπεράστηκε, μετά από επίμονες προσπάθειες
δικές μου και στρατιωτικών στην Ελλάδα, και με
ενθουσιασμό οι ένοπλες δυνάμεις στην Ελλάδα εφήρμοσαν το
πρόγραμμα. Αυτό ήταν η πρώτη δυσκολία.
Το
δεύτερο πρόβλημα
-και η δεύτερη προσπάθεια- ήταν να πείσουμε τα αδέλφια μας
στην Κύπρο ότι αυτήν τη φορά η Ελλάδα αυτό που έλεγε δεν ήταν
απλώς λόγια, αλλά το εννοούσε, διότι η τραγωδία στην
Κύπρο με το πραξικόπημα και τα άλλα δεινά στο νησί δεν
είχαν σβήσει. Έπρεπε να εμπεδωθεί στο νησί η αξιοπιστία
της Ελλάδας ότι εννοούμε και θα κάνουμε αυτά που λέμε.
Simerini.com.cy
:
Πώς «εισπράξατε», από πλευράς Κύπρου, την απήχηση αυτής της
πολιτικής σας;
«Θυμάμαι
με συγκίνηση, σε μια ομιλία στην Κύπρο,
όταν είδα σε ένα βράδυ να αλλάζει το κλίμα και η εμπιστοσύνη
του κυπριακού λαού όταν για πρώτη φορά πέταξαν τα ελληνικά
μαχητικά
F-16
στη στρατιωτική παρέλαση.»
Simerini.com.cy
:
Ποια προβλήματα αντιμετωπίσατε από πλευράς ξένων χωρών;
«Αυτό
ήταν το τρίτο εμπόδιο που είχαμε να αντιμετωπίσουμε,
οι σοβαρότατες πιέσεις που είχα από ξένες δυνάμεις, που δεν
έβλεπαν με καλό μάτι την ενίσχυση και αμυντική θωράκιση του
Ελληνισμού και την παρουσία στρατιωτικής ισχύος του στην
Ανατολική Μεσόγειο. Οι αντιδράσεις αυτές ήταν από πολλούς
χώρους, αλλά κυρίως εκφράστηκαν μέσω διπλωματικής οδού από τις
Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μεγάλη Βρετανία. Φυσικά
δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι σε όλα αυτά τα σχέδια αντιδρούσε
και η Τουρκία.»
Simerini.com.cy
:
Αυτές οι πιέσεις υπήρξαν και η αφορμή να μην υπερίπτανται στην
Κύπρο τα ελληνικά μαχητικά;
«Νομίζω
ότι εμείς απαντήσαμε σε αυτές τις πιέσεις με επιχειρήματα ότι το
Δόγμα αυτό είναι αμυντικό και αναγκαίο για την υποστήριξη των
στοιχειωδών εθνικών δικαίων του Ελληνισμού.
Η κατάσταση διαμορφώθηκε διαφορετικά όταν το πρόγραμμα άρχισε
να υλοποιείται και είχε τους εξής άξονες:
Πρώτον,
το ενιαίο σχέδιο άμυνας Θράκη - Αιγαίο - Κύπρος.
Δεύτερον,
τη δημιουργία αεροπορικής βάσεως στην Πάφο, και την
πρόβλεψη μόνιμης εγκατάστασης αεροπορικής δύναμης στην Κύπρο.
Τρίτον,
τη δημιουργία ναυτικής βάσεως στο δυτικό μέρος της Κύπρου
και,
Τέταρτον,
την αντιαεροπορική άμυνα της Κύπρου με πυραύλους μακρού
βεληνεκούς.
Τα σχέδια αυτά τέθηκαν σε εφαρμογή
και, παρά τις τεράστιες αντιδράσεις που υπήρχαν, τα ελληνικά
μαχητικά πέταξαν στον κυπριακό ουρανό και τα σχέδια προχωρούσαν
κανονικά.»
Simerini.com.cy
:
Προχωρούσαν μέχρι ενός σημείου. Τα αεροπλάνα πετούσαν για κάποιο
διάστημα, αλλά στη συνέχεια σταμάτησαν. Γιατί;
«Τα
σχέδια προχωρούσαν με ταχύτατους ρυθμούς όσο υπήρχε η Κυβέρνηση
Ανδρέα Παπανδρέου και ήμουν Υπουργός Εθνικής Άμυνας.
Το 1996 είχαμε αλλαγή κυβερνήσεως στην Αθήνα με Πρωθυπουργό
τον Κώστα Σημίτη και εγώ έπαυσα να είμαι Υπουργός Εθνικής
Άμυνας, ακριβώς λόγω της θέσης μου στο Δόγμα του Ενιαίου
Αμυντικού Χώρου. Άρχισε, τότε, να εφαρμόζεται μια
αναθεωρημένη εξωτερική πολιτική, ακρογωνιαίος λίθος της οποίας
ήταν η βήμα προς βήμα προσέγγιση Ελλάδας - Τουρκίας, με
προορισμό την «ομαλοποίηση των σχέσεων». Σε αυτό το κλίμα
και με το επιχείρημα ότι δεν πρέπει να δημιουργηθούν
αντιπαραθέσεις με την Τουρκία, άρχισε να χαλαρώνει η εφαρμογή
του Δόγματος. Στις κοινές ασκήσεις Τοξότης - Νικηφόρος
άρχισαν να μην πετούν τα μαχητικά αεροπλάνα. Οδηγηθήκαμε
στο φιάσκο των
S-300,
που δεν έφθασαν ποτέ στην Κύπρο,
και ουσιαστικά το Δόγμα έμεινε στα χαρτιά και προωθήθηκε μόνο
το άλλο σκέλος της εθνικής στρατηγικής, δηλαδή η ένταξη της
Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.»
Simerini.com.cy
:
Επί Νέας Δημοκρατίας η κατάσταση άλλαξε καθόλου;
«Προσωπικά
νομίζω ότι από το 1996 ουσιαστικά η πολιτική δεν έχει αλλάξει.
Και, εκ των πραγμάτων, το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου
παραμένει μόνο στα χαρτιά. Αντίθετα, εγώ πίστευα και
πιστεύω ότι η προώθηση των εκκρεμών θεμάτων με την Τουρκία για
μια δίκαιη και βιώσιμη λύση στην Κύπρο επέβαλλε και επιβάλλει
την ισχυρή στρατιωτική και αποτρεπτική δύναμη.»
Simerini.com.cy
:
Και μια άλλη ερώτηση, όχι εντελώς άσχετη με το θέμα μας. Η
τοποθέτησή σας ως υποψηφίου στη μονοεδρική Κεφαλλονιάς, ήταν
ένας εύσχημος τρόπος εξουδετέρωσης του πατριωτικού ΠΑΣΟΚ;
«Δεν
θα το έλεγα. Ήταν μία κίνηση υψηλού ρίσκου, διότι σε μια
μονοεδρική περιφέρεια, για λίγες ψήφους μπορεί να χαθεί η έδρα.
Θεώρησα, όμως, ότι προσωπικά έπρεπε να πάρω αυτό το ρίσκο και
να κερδηθεί η έδρα. Ξέρετε, το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ
λειτουργεί ανεξάρτητα από το πόσες έδρες έχει στη Βουλή, και
εκείνο που έχει σημασία είναι το πόση απήχηση έχει στην
κοινή γνώμη. Πολιτική δράση υπάρχει και εκτός Κοινοβουλίου.
Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά εμένα, θεωρώ ότι εξακολουθώ να είμαι
στην πολιτική ζωή και δρω πολιτικά.»
Simerini.com.cy
:
Με λίγα λόγια, σήμερα τελούμε το 11ο ετήσιο μνημόσυνο του
Δόγματος;
«Δεν
θα το έλεγα αυτό. Αύριο (σήμερα) είναι μία μέρα περισυλλογής και
αν σκεφτούμε τις περιπέτειες που περάσαμε, ευτυχώς με τη σθεναρή
στάση του κυπριακού Ελληνισμού στο δημοψήφισμα για το σχέδιο
Ανάν, επιβάλλεται να ξαναδούμε την αναγκαιότητα ουσιαστικής
επαναφοράς του δόγματος του ΕΑΧ, ιδίως σε μία περίοδο που
χαρακτηρίζεται από μεγάλη ρευστότητα και αμοιβαιότητα στην
ευρύτερη περιοχή. Στο τέλος - τέλος, το Δόγμα προωθεί το
αυτονόητο ότι είναι κοινή η τύχη του Ελληνισμού στην Ελλάδα και
στην Κύπρο.»
Το
σαν ενημερωτικό
Portal
μεγάλης επισκεπτικότητας
Apodimos.com
προτρέπει τους επισκέπτες τους να μελετήσουν την Ιστοσελίδα που
παρουσίασε το simerini.com.cy
την Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007 με τίτλο
Ο Σημίτης έθαψε το Δόγμα ,
μέσα από το
http://www.simerini.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=315140 και ας
και αυτό στο αρχείο τους.
v
Εμείς σαν
Apodimos.com
θα ενημερώσουμε στους Έλληνες, Κυπρίους και Απόδημους αδελφούς
ότι σε μια ενότητα του άρθρου μας του ίδιου μηνός,
παρουσιάσαμε το άρθρο με τίτλο
ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΑΡΑΞΕΙ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΕΣ ΚΑΛΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ ;
έτσι είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα ανήκει πλέον η
κυριότητα των S-300 που αγόρασε η Κύπρος με διακρατική
συμφωνία. Γράφοντας ότι
o
«Το ρωσικό
πυραυλικό σύστημα είχε αγοραστεί στα μέσα της
δεκαετίας του 1990 από την Λευκωσία. Το 1998 ο τότε
πρόεδρος της Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης αποφάσισε, λόγω των
αντιδράσεων της Άγκυρας, να μην εγκατασταθούν οι πύραυλοι
στην Κύπρο. Σε συνεννόηση με την Αθήνα, οι S-300 μεταφέρθηκαν
τότε στην Κρήτη. Έτσι στην Ελλάδα ανήκει πλέον με
διακρατική συμφωνία, η κυριότητα του ρωσικού πυραυλικού
συστήματος S-300, την οποία υπέγραψαν οι υπουργοί
Άμυνας της Κύπρου Χριστόδουλος Πασιαρδής και Εθνικής Άμυνας της
Ελλάδος Ευάγγελος Μεϊμαράκης.

Ο Χριστόδουλος Πασιαρδής δήλωσε ότι
«η διακρατική συμφωνία ρυθμίζει οριστικά το ιδιοκτησιακό
καθεστώς των S-300, του αντιαεροπορικού συστήματος TOR-M1 και
των αυτοκινούμενων πυροβόλων Suzana»
. Με βάση τη συμφωνία, εξήγησε ο κ. Πασιαρδής,
«η κυπριακή πλευρά παραδίδει στην ελληνική την κυριότητα των
S-300 και η ελληνική πλευρά μεταβιβάζει στην κυπριακή την
κυριότητα των δύο άλλων οπλικών συστημάτων»
. Ενώ επεσήμανε ο κ. Πασιαρδής
«Με τη συμφωνία αυτή διευθετείται οριστικά ένα θέμα, που
εκκρεμούσε για πολλά χρόνια».
Σε ερώτηση, αν οι S-300, θα έχουν ρόλο στο Δόγμα του Ενιαίου
Αμυντικού Χώρου Ελλάδας- Κύπρου, ο κ. Μεϊμαράκης απάντησε
«ότι το Δόγμα ισχύει και τίποτε δεν έχει αλλάξει στα όσα έχουν
συμφωνηθεί».
Αυτά μόνο σαν συμπλήρωση όσον με εγκυρότητα, μας
ανάπτυξε ο
πρώην Υπουργός Εθνικής Άμυνας και θεμελιωτής του Δόγματος
Γεράσιμος Αρσένης
,
στην simerini.com.cy .
Τελειώνοντας
αυτή
την ιστορική διαδρομή για μελέτη των γεγονότων που
έπαιξαν ρόλο στις σχέσεις των δυο γειτονικών και φίλων κρατών
μέσα από έγκυρες θέσεις θα σας παρουσιάσουμε την Ιστορική
Σύμπραξη Ελλάδος – Τουρκίας.
Ιστορική Σύμπραξις Ελλάδος-Τουρκίας.
Κλείνοντας την ενημέρωση όλων Ελλήνων, Κυπρίων και Απόδημων
αδελφών μας θα ενημερώσουμε τους επισκέπτες μας, με το
άρθρο της έγκριτης εφημερίδας
«ΕΣΤΙΑ» που δημοσιεύθηκε
την
Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007
το οποίο αξίζει οι επισκέπτες μας να το αποκτήσουν.
Έγραφε η έγκριτη εφημερίδα
«Πριν από δέκα χρόνια, Ελλάς και Τουρκία βρέθηκαν στα πρόθυρα
πολέμου.
Τον Ιανουάριο 1997, μόλις ανέλαβε Πρωθυπουργός της Ελλάδος ο
Κ. Σημίτης ξέσπασε η κρίσις των Ιμίων, η οποία παρ’ ολίγο να
οδηγήση σε σύρραξη. Με μεσολάβηση τότε των ΗΠΑ, η ελληνική
πλευρά υπεχώρησε και απεσοβήθη ένας πόλεμος που κανένας δεν
γνωρίζει τί συνέπειες θα είχε. Πάντως μία τέτοια εμπλοκή
μόνο σε καλό δεν θα απέβαινε για την χώρα μας.
Έκτοτε άλλαξαν πολλά
στις σχέσεις των δύο χωρών. Από ελληνικής πλευράς έγιναν και
λάθη. Αλλά σε γενικές γραμμές, η πολιτική που
ακολουθήθηκε ήταν σώφρων και οδήγησε σε θετικά αποτελέσματα.
Το μεγαλύτερο ίσως λάθος διεπράχθη από την Κυβέρνηση Σημίτη
στην Μαδρίτη τον Ιούλιο 1997, όταν έγινε αποδεκτή η
ύπαρξις «ζωτικών συμφερόντων» της Τουρκίας στο Αιγαίο. Με
την παραδοχή εκείνη, η Άγκυρα άνοιξε ζήτημα «γκρίζων ζωνών»,
το οποίο όφειλε να έχη εξ αρχής αποφύγει η Ελλάς. Αλλά έστω και
έτσι, η εξέλιξις των σχέσεων των δύο χωρών υπήρξε έκτοτε
σταδιακώς βελτιουμένη.
Ο
πρώτος σταθμός στην βελτίωση αυτή ήταν οι μεγάλοι σεισμοί που
έπληξαν την Τουρκία και την Ελλάδα το καλοκαίρι και το
φθινόπωρο του 1999. Τότε, με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ και του
τότε Προέδρου Κλίντον, Ελλάς και Τουρκία προέβησαν σε εκατέρωθεν
κινήσεις αλληλεγγύης γιά την διάσωση των θυμάτων των σεισμών.
Στην δε συνέχεια, με την επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου σε
Αθήνα και Άγκυρα, τέθηκε η βάσις γιά την απόφαση του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου τον Δεκέμβριο 1999 στο Ελσίνκι. Η Ελλάς
έκανε δεκτή την υποψηφιότητα της Τουρκίας γιά μελλοντική ένταξη
στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έλαβε τότε εις αντάλλαγμα
διαβεβαιώσεις γιά την ειρηνική διευθέτηση των διμερών διαφορών
(με παραπομπή στο Δικαστήριο της Χάγης), κυρίως όμως
την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. ανεξαρτήτως του αν ενδιαμέσως θα
είχε επιτευχθή ή όχι συμφωνία επί του Κυπριακού.
Παρ’
όλα αυτά, η Τουρκία συνέχισε να είναι προκλητική απέναντι
στην χώρα μας. Οι παραβιάσεις τουρκικών αεροσκαφών στο Αιγαίο
ήταν στην ημερησία διάταξη, ενίοτε δε με ιδιαίτερη
θρασύτητα. Πάντως τα πράγματα βελτιώθηκαν κυρίως χάρις
στην ελληνική διαλλακτικότητα. Κατά την περίοδο εκείνη η
Ελλάς έδινε διαρκώς, χωρίς να λαμβάνη κάτι το ουσιαστικό ως
αντάλλαγμα. Ακόμη και η συμφωνία του Ελσίνκι, την
οποία κατηγόρησε δριμύτατα ο τότε αρχηγός της Αξιωματικής
Αντιπολιτεύσεως κ. Καραμανλής, ήταν ετεροβαρής υπό την
έννοια ότι παρέπεμπε στην δικαιοδοσία της Χάγης διμερείς
διαφορές τις οποίες η χώρα μας δεν ανεγνώριζε.
Από
πλευράς Τουρκίας, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν ουσιαστικά
από τον Νοέμβριο 2002, όταν εξελέγη το κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν,
ο οποίος ανέλαβε πρωθυπουργός λίγους μήνες αργότερα. Η στάσις
της Άγκυρας έναντι της χώρας μας έπαψε να είναι τόσο προκλητική
όσο στο παρελθόν. Συνέχισε βεβαίως να παίζεται το
παιγνίδι της δήθεν «καλής» πολιτικής ηγεσίας και
της «κακής» στρατιωτικής ηγεσίας, όμως ήταν σαφές ότι η
μελλοντική στόχευσις της Τουρκίας ήταν διαφορετική.
Τουλάχιστον η πολιτική της ηγεσία, υπό τον πρωθυπουργό
Ερντογάν απέβλεπε στην ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση,
η οποία προϋπέθετε την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με την
Ελλάδα. Κάποιες προκλήσεις συνεχίσθηκαν, στρεφόμενες κυρίως
–όπως προ ημερών- κατά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως,
αλλά η γενική πολιτική της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος ήταν
σαφώς πιό φιλική.
Στα
πλαίσια αυτά, επιχειρήθηκαν κατ’ επανάληψιν κοινές
επιχειρήσεις μεταξύ των δύο χωρών, τις οποίες ενεθάρρυναν
αμφότερες οι κυβερνήσεις. Μεταξύ αυτών η μεγάλη επένδυσις
την οποία πραγματοποίησε στην Τουρκία η Εθνική Τράπεζα
της Ελλάδος, με την εξαγορά της τουρκικής τραπέζης
«Finansbank».
Παράλληλα, σε διακρατικό επίπεδο επιτεύχθηκαν αρκετές
οικονομικές συμφωνίες, με σημαντικότερη το έργο
κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου που εγκαινιάσθηκε χθες από
τους δύο πρωθυπουργούς.
Όπως ετόνισε κατά την χθεσινή τελετή ο κ. Καραμανλής
απευθυνόμενος προς τον κ. Ερντογάν,
η συμφωνία σηματοδοτεί ένα καλύτερο μέλλον και γιά τις δύο
χώρες. Και πράγματι. Από τα πρόθυρα του πολέμου προ δέκα
ετών, Ελλάς και Τουρκία έφθασαν τώρα να κατασκευάζουν από κοινού
ένα αγωγό φυσικού αερίου μεγίστης ενεργειακής σημασίας. Υπό
το πρίσμα λοιπόν των διαχρονικών σχέσεων των δύο χωρών, η
συμφωνία είναι όντως ιστορική.
(Εστία 19/11/2007)
Εμείς σαν
Apodimos.com
δεν μπορούμε να τοποθετηθούμε
στα
τόσα πολλά σοβαρά στοιχεία που αναπτυχθήκαν στην
Online
magazine
«Τηλεοπτική Συζήτηση »,
με
θέμα Οδεύοντας προς τις επίσημες
Συζητήσεις μεταξύ Τουρκίας –Ελλάδος στοιχεία τα
οποία θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους όλοι Έλληνες ,
Κύπριοι και Απόδημοι αδελφοί μας . Ενώ τον επόμενο μήνα
θα παρουσιάσουμε ότι θα επιτευχθεί τις επίσημες
Συζητήσεις μεταξύ Τουρκίας –Ελλάδος και ευχόμαστε να
είναι επιτυχημένα για την Ελλάδα και για τις Ελληνικοτουρκικές
σχέσεις . Έχουμε μόνο τα δικαίωμα
μόνο να χαμογελάμε με κατανόηση όταν
οι Τούρκοι προσπαθούν να μας πείσουν για τον ευρωπαϊκό τους
χαρακτήρα, διότι σαν αρχή μας είναι να μην
επεμβαίνουμε στα θέματα που χειρίζεται η ελληνική Πολιτική
ηγεσία και Διπλωματία.