ΔΙΑΣΙΜΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ !!! ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΟΥ
ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.
Ειδικό
Αφιέρωμα
Του εκδότου του
www.Apodimos.com
Ξενοφώντα Φαφούτη
Αυτό το άρθρο το αφιερώνουμε σε όλους
τους Έλληνες και Απόδημους Έλληνες
αδελφούς μας διότι αφορά
ορισμένους Έλληνες για τους οποίους
πολλοί μιλούν για αυτούς αλλά δεν
γνωρίζουν τι έχουν προσφέρει στην
Ελλάδα και πόσο συνέβαλαν
στην ελευθέρωση της και στην
προάσπιση των διακαίων της. Και
αυτοί είναι οι Αρβανίτες για τους
οποίους δεν πρέπει ξεχνούμε την προσφορά
του. Για κάποιους «Δωριείς του
νεότερου Ελληνισμού», για άλλους
«παιδιά της σιωπής», ο Αρβανίτικος
λαός αυτός, που ποτέ δεν αποτέλεσε
«έθνος», ενίσχυσε τον πληθυσμό του
ελλαδικού χώρου, ταύτισε τη μοίρα
του με αυτή των ελληνόφωνων
συμπατριωτών του σε καιρούς δύσκολους,
κράτησε την ορθόδοξη χριστιανική του
πίστη και έπαιξε βασικό ρόλο στην
Επανάσταση του 1821.
Για αυτό θα αναφερθούμε στις
διασημότητες αυτών των Ελλήνων. Η
ιστορία και ο πολιτισμός των Αρβανιτών
μοιάζουν σαν να καλύπτονται εδώ και
πολλές δεκαετίες από τη συνομωσία
της σιωπής. Ελάχιστα γράφονται και
ακούγονται γι' αυτούς, έστω και αν
ζούμε στην εποχή της προβολής των
τοπικών ιδιαιτεροτήτων και του
«έθνικ».
Πολύ λίγες επιστημονικές μελέτες,
ελάχιστες εκδόσεις εθνολογικού
χαρακτήρα, λιγοστές σοβαρές προσπάθειες
στον χώρο της μουσικής. Το θέμα
μοιάζει να είναι «ταμπού», μία
απόκρυφη πολιτισμική ταυτότητα
και μία υπόγεια γλώσσα, που οι
ίδιοι οι Αρβανίτες θέλησαν, από ένα
σημείο και μετά, να τις ξεφορτωθούν,
γιατί έτσι τους έμαθαν. Αφήνοντας όμως
τις ενοχλητικές
«ιδιαιτερότητες» πίσω τους ως
ασήμαντες ή άχρηστες, δεν έγιναν
περισσότερο «πολιτισμένοι» και
περισσότερο Έλληνες απ' όσο ήταν
πριν. Και αυτό
γιατί οι
Αρβανίτες ήταν ήδη Έλληνες. Η
συνείδηση αυτή διαμορφώθηκε στη
διάρκεια της μακράς ιστορικής τους
πορείας στις ελληνικές χώρες,
παράλληλα όμως με τη διατήρηση μιας
λαλιάς διαφορετικής από τα
«ρωμέικα».
Το Αφιέρωμα για το οποίο θα ενημερώσουμε
τους πολυπληθείς επισκέπτες –
αναγνώστες του
Apodimos.com
αφορά τις διασημότητες των Αρβανιτών
ολόκληρη η φιλοσοφία βρίσκετε μέσα
δυο αράδες γράμματα
«Κιο
γκλιούχα Αρμπeρίστe
ίστe
γκλιούχ τρμeρίστε,
Ε φλιτ ναυάρχοϊ Μιαούλη Μπότσαρη εδε
γκιθ Σούλι».
Μετάφραση:
Αυτή η γλώσσα η Αρβανίτικη είναι γλώσσα
παλικαρίσια. Τη μιλούσε ο Ναύαρχος
Μιαούλης, ο Μπότσαρης κι όλο το Σούλι.
και οι διασημότητες είναι
οι
Μάρκος Μπότσαρης,
αρχηγός των Σουλιωτών, υπερασπιστής του
Μεσολογγίου,
Νικόλαος
Κριεζιώτης,
αρχηγός της ελληνικής επανάστασης
στην Εύβοια,
Ανδρέας Μιαούλης,
ναύαρχος και αργότερα πολιτικός,
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα
η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής
Εταιρίας,
Παύλος Κουντουριώτης
ναύαρχος και αργότερα πολιτικός,
Θεόδωρος Πάγκαλος,
στρατηγός και για λίγο
στρατιωτικός δικτάτορας,
Κίτσος Τζαβέλας
πρωθυπουργός
Γεώργιος
Κουντουριώτης
πρωθυπουργός,
Αντώνιος
Κριεζής
υπηρέτησε στο Ελληνικό Ναυτικό
στην επανάσταση, αργότερα πολιτικός,
Δημήτριος Βούλγαρης
πρωθυπουργός,
Αθανάσιος Μιαούλης
πρωθυπουργός
Πέτρος Βούλγαρη πρωθυπουργός,
Αλέξανδρος Διομήδης
πρωθυπουργός,
Νίκος
Εγγονόπουλος
ζωγράφος και ποιητής
Ορισμένα ιστορικά στοιχεία για τους
Αρβανίτες
Οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των
δωρικών ελληνικών φύλων. Οι
υποστηρικτές της άποψης αυτής
τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα
μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι
Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός,
πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια
απασχόληση την κτηνοτροφία
(χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και
την αγροτιά. Κοινωνία κλειστή μη
δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες
φατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή
κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά
αρβανίτικα από μελέτες που έχουν
γίνει περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων,
η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και
«βαριά». Είναι πολύ πιθανό να
πρόκειται για μία δωρική γλώσσα
αρχαϊκού τύπου.
Πάρα πολλά κοινά στοιχεία
παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με
τους Σφακιανούς της Κρήτης και
από φυλετικής απόψεως και από πλευράς
κουλτούρας. Είναι γνωστό ότι οι
Σφακιανοί προέρχονται από τους Δωριείς
και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι
ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς
επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και
πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική
τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο
της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα
της οποίας προέρχεται από την λέξη
Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των
Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των
φατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς
είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό
στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και
η βεντέτα η οποία στους σημερινούς
Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε
αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει
διατηρηθεί. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό
στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών
είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία
τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η
χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των
Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια
μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες
Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια
συναντούμε τα μαύρα σκουφιά,
χαρακτηριστικό των Αρβανιτών τα
παλαιότερων χρόνων. Από μία ατόφια
μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι
τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία
Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο
ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε
κατάλαβε αμέσως ότι ήταν Αρβανίτες
από τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά
τους.
Στις ανθρωπολογικές έρευνες του
Θεόδωρου Κ. Πίτσιου, οι Αρβανίτες
αποτελούν αιγαιακό πληθυσμό με
διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά
σε σύγκριση με τους Αλβανούς.
Συγκεκριμένα αναφέρει:
«Η εξέταση
αυτών των ομάδων (Αρβανιτοφώνων), μία
στη Μεσσηνία, μία στην Αργολίδα και δύο
στην Κορινθία, έδειξε ότι σε καμία
περίπτωση δεν ξεχωρίζουν από το συνολικό
πληθυσμό της Πελοποννήσου ή από τις
γειτονικές ομάδες. Σε κανέναν από τους
ενενήκοντα χάρτες γνωρισμάτων που
σχεδιάστηκαν, δεν μοιάζουν μεταξύ τους
περισσότερο από όσο με τις γειτονικές
τους γεωγραφικές ομάδες. Επίσης, στα
στατιστικά δενδρογράμματα , ταυτόχρονης
σύγκρισης περισσοτέρων γνωρισμάτων, δεν
διαχωρίζονται οι αρβανιτόφωνες ομάδες
από τις υπόλοιπες της Πελοποννήσου».
Αυτή η επιστημονική έρευνα
αποδεικνύει πως οι Αρβανίτες ήταν μόνο
Έλληνες .
Σήμερα τα τελευταία απομεινάρια της
αρβανίτικης πολιτιστικής παράδοσης
πολλών αιώνων, όπως αυτή αναπτύχθηκε
στο πλαίσιο μικρών αγροτικών αλλά και
ναυτικών κοινωνιών, χάνονται
οριστικά. Οπωσδήποτε, η απώλεια αυτή
είναι μία διαδικασία μοιραία, που
ακολουθεί τις εξελίξεις των καιρών. Η
γλώσσα των Αρβανιτών, τα
αρβανίτικα (arvanitika,
arvanite,
arbërisht,
arbërishtë),
ή αλλιώς «γλώσσα των πουλιών»
(gljuha
e
zogjvet
ή
gljuha
e
zogu[t]),
επιβίωσε με αξιοθαύμαστο πείσμα μέχρι
τις μέρες μας, κυρίως λόγω του
έντονου συντηρητισμού των αρβανίτικων
κοινωνιών. Σήμερα όμως περιλαμβάνεται
πλέον στον Κατάλογο της ΟΥΝΕΣΚΟ με τις
«σοβαρά απειλούμενες γλώσσες» και
είναι μάλλον η περισσότερο τρωτή από
όλες τις «λιγότερο ομιλούμενες»
γλώσσες της Ελλάδας. Και μαζί με τη
γλώσσα χάνεται και η ψυχή μιας
συνιστώσας του σύγχρονου ελληνικού
έθνους.
ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ
Αυτά τα στοιχεία που θα παρουσιάσουμε σε
όλους Έλληνες, Κυπρίους , Απόδημους και
Ομογενείς αδελφούς μας αφορούν την
Επανάσταση του 1821,
τους
Πρόεδρους της Δημοκρατίας,
τους
Πρωθυπουργούς
και τους
Καλλιτέχνες
Επανάσταση του 1821
v
Μάρκος Μπότσαρης,
αρχηγός των Σουλιωτών, υπερασπιστής του
Μεσολογγίου.
Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο
Σούλι και ήταν ο δεύτερος γιος
του Κίτσου Μπότσαρη, μιας από τις
επιφανέστερες μορφές του Αγώνα. Ύστερα
από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην
Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες
όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο
ηπειρωτικό σώμα που συγκρότησαν οι
Γάλλοι. Το 1814 έγινε μέλος
της Φιλικής Εταιρίας.
Αρχικά ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον
θείο του Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των
σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του
τυράννου της Ηπείρου, του Αλή
Πασά, επειδή είχαν πάρει την
υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην
πατρίδα τους. Βλέποντας ότι οι
Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεση τους,
όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα
σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη του
1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση
μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό
των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να
βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον
των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα
που έγινε. Πρώτη του επιτυχία ήταν η
νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε
Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της
Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας. Ακολούθησαν
οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της
Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην
Πλάκα, που του έδωσαν τον τίτλο
του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς
Ελλάδας.

Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την
αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι
το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος
μπροστά τους έσκισε το χαρτί του
διορισμού του λέγοντας:
«Όποιος
είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο
μπροστά στον Εχθρό». Αυτή
η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει
την ανιδιοτέλειά του και την
αγάπη του για την πατρίδα. Επίσης
έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα που
κατέληξε σε καταστροφή, ενώ βρέθηκε
μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου
στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη
του 1822, όπου παρασύροντας τους
Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες έδωσε
χρόνο στους πολιορκημένους να
ενισχύσουν τις οχυρώσεις.
Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε
να ανακόψει το δρόμο στα
τουρκαλβανικά στρατεύματα που επέδραμαν
προς την δυτική Ρούμελη. Τη νύχτα
της 21ης Αυγούστου, επικεφαλής 350
Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000
Αλβανών του Μουσταή Πασά της
Σκόδρας, που είχαν στρατοπεδεύσει στο
Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Παρά
τον αρχικά ελαφρύ τραυματισμό,
συνέχισε να πολεμάει και κατάφερε να
νικήσει τον Μουσταή.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη
Πίνακας από τον Ludovico Lipparini, που
βρίσκεται στο μουσείο της Τεργέστης στην
Ιταλία .
Όμως μια τουρκική σφαίρα τον άφησε
νεκρό. Τότε οι Σουλιώτες, αν και
νίκησαν, διέκοψαν τον αγώνα, παρέλαβαν
τα λάφυρα και τον αρχηγό τους και
πήγαν στο Μεσολόγγι όπου τον ενταφίασαν.
v
Νικόλαος Κριεζιώτης,
αρχηγός της ελληνικής επανάστασης
στην Εύβοια.
Ο Νικόλαος Κριεζιώτης ήταν
Αρβανίτης οπλαρχηγός της ελληνικής
επανάστασης στην Εύβοια.
Στρατηγός του ελληνικού
επαναστατικού στρατού με αρκετές
νίκες στο ενεργητικό του όπως το 1823
κατά του Ομέρ Μπέη στην Κάρυστο, ενώ
συμμετείχε στην πολιορκία της Αθήνας
ενισχύοντας την πολιορκημένη Ακρόπολη
και στην τελευταία μάχη της ελληνικής
επανάστασης το 1829 στην Πέτρα Βοιωτίας.
Μετά την επανάσταση εντάχθηκε στο
Γαλλικό Κόμμα και διετέλεσε νομοτηρητής
.

Προτομή του Νικόλαου Κριεζιώτη στο Πεδίο
του Άρεως στην Αθήνα
Ήταν επικεφαλής της Επανάστασης του
1843 στην Εύβοια και τον επόμενο
χρόνο εξελέγη βουλευτής. Πέθανε το
1853.
v
Ανδρέας Μιαούλης,
ναύαρχος και αργότερα.
Γεννήθηκε στις 20 Μαΐου του 1769
στην Ύδρα
και το πραγματικό του επώνυμο
ήταν Βώκος. Ήταν το δεύτερο παιδί
του Υδραίου πλοιοκτήτη και
κοτζαμπάση Δημήτριου Βώκου, γόνου
αρχοντικής Υδραίικης οικογένειας, η
οποία προερχόταν από τα Φύλλα, κοντά
στη Χαλκίδα και ήταν
εγκαταστημένη στην Ύδρα από το
1668. Οι Βώκοι εξαιτίας μιας διαμάχης
με τον Τούρκο Γκεζαΐρ Πασά, γνωστό
και ως Χαζναντράραγα, αναγκάστηκαν να
εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να
καταφύγουν αρχικά στην Δοκό και στη
συνέχεια στην ημιαυτόνομη Ύδρα. Η
μητέρα του λεγόταν Ανδριανή και ήταν
χήρα του Ανδρέα Βόχα ή Βοχαΐτου.
Ο πατέρας του προσπάθησε ανεπιτυχώς
να του μάθει γράμματα· ο νεαρός τότε
Ανδρέας στράφηκε στην ναυτιλία, στην
οποία είχε δείξει ιδιαίτερη κλίση από τα
εφηβικά του χρόνια. Σε ηλικία μόλις
16 ετών και παρά τις αντιρρήσεις του
πατέρα του έγινε πλοίαρχος στο
οικογενειακό πλοίο. Ανέλαβε να
παραδώσει σιτάρι στη Νίκαια ,
παραλιακή πόλη της Γαλλίας . Το κέρδος
ήταν τεράστιο για την εποχή.
Αμέσως μετά πούλησε το πλοίο της
οικογένειας και αγόρασε από έναν Οθωμανό
της Χίου το εμπορικό πλοίο
Μιαούλ.
Από τότε εμφανίζεται με το επώνυμο
Μιαούλης.
Στη συνέχεια, και αφού η περιουσία
του συνεχώς αυξανόταν, ανέθεσε στον
Υδραίο ναυπηγό Μαστρογεώργη την
κατασκευή ενός νέου μεγάλου εμπορικού
πλοίου. Η χωρητικότητα του νέου
αυτού πλοίου ήταν 498 τόνοι, ήταν
εφοδιασμένο με 22 κανόνια ενώ το πλήρωμα
υπερέβαινε τα 100 άτομα. Με το
ξέσπασμα του Αγγλογαλλικού πολέμου ο
Ανδρέας Μιαούλης απέκτησε τεράστια
περιουσία διασπώντας τους αγγλικούς
αποκλεισμούς. Σε ένα ταξίδι όμως,
περίπου το 1802, κοντά στο
Κάδιξ συνελήφθη το πλοίο του από
περιπολικό και ρυμουλκήθηκε στην
ναυαρχίδα του Άγγλου ναύαρχου Νέλσωνα.
Ο Ναύαρχος, ύστερα απο την ειλικρινή
ομολογία του και θαυμάζοντας τη τόλμη
του τον άφησε ελεύθερο.
Είχε όμως την ατυχία λίγους μήνες
αργότερα το πλοίο του να χτυπήσει σε
ύφαλο κοντά στο Γιβραλτάρ και να
βουλιάξει. Ύστερα απο αυτό αναγκάστηκε
να καταφύγει στην Γένοβα και να
ναυπηγήσει νέο πλοίο, χωρητικότητας 400
τόνων και αξίας 160.000
πιάστρων, ποσό που του
στέρησε την πρωτιά μεταξύ των Υδραίων
πλοιοκτητών. Ο ιστορικός Yemeniz
αναφέρει ότι σε ένα από τα πρώτα του
ταξίδια είχε συλληφθεί από
Μαλτέζους πειρατές, οι οποίοι αρχικά
είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν, στη
συνέχεια όμως τους έπεισε να τον πάνε
στην Πελοπόννησο για να τους
δώσει ένα χρηματικό ποσό με αντάλλαγμα
την ελευθερία του. Τελικά το πειρατικό,
αφού αποβίβασε τον Μιαούλη και έξι
πειρατές σε κάποιο χωριό αναγκάστηκε να
αποχωρήσει, αφήνοντάς τον ελεύθερο,
λόγω της εμφάνισης ελληνικού πλοίου που
το καταδίωκε.
Το 1807
αναγκάστηκε να διαμείνει στην
Αθήνα για θεραπεία λόγω της υπερβολικής
κατανάλωσης αλκοόλ και του
υπερβολικού καπνίσματος. Από τότε
σταμάτησε να πίνει και να καπνίζει. Το
ίδιο έτος πρωταγωνίστησε στην εμφύλια
διαμάχη που παραλίγο να ξεσπάσει στην
Ύδρα. Αιτία ήταν η πρόσκληση των
Ρώσων στους Υδραίους να επαναστατήσουν
κατά των Τούρκων, κάτι που μεγάλη
μερίδα των κοτζαμπάσηδων και των
πλοιοκτητών αποστρεφόταν. Ο Γεώργιος
Βούλγαρης, διοικητής του νησιού,
κατέφυγε στην Αθήνα και έδωσε εντολή
στον Μιαούλη να συγκροτήσει στρατιωτικό
σώμα και να ανακαταλάβει την εξουσία. Ο
Μιαούλης, όντας άνθρωπος με επιρροή,
κατάφερε μυστικά να συγκεντρώσει
Υδραίους στρατιώτες και να
παραδώσει πάλι την εξουσία στον
Βούλγαρη.
Μετά την πτώση του Ναπολέοντα ο
Μιαούλης από το 1816 έπαψε να ταξιδεύει
και αποσύρθηκε στην Ύδρα όπου και
ασχολήθηκε με το εμπόριο παραδίδοντας
ουσιαστικά την ναυτιλιακή επιχείρηση
στον γιό του, Δημήτριο. Παράλληλα τα
πλοία του ταξίδευαν στις Ευρωπαϊκές
ακτές.

Ο Ανδρέας ΜιαούληςΕλαιογραφία, Εθνικό
ιστορικό μουσείο
Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αντίθετος με
την εθνική εξέγερση γιατί πίστευε
ότι οι Έλληνες δεν ήταν ακόμα επαρκώς
προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν
τον τουρκικό στρατό. Ήταν απολύτως
λογικό να φοβάται λοιπόν μια
επικείμενη επανάσταση αφού μια
ενδεχόμενη αποτυχία θα έπληττε τα
συμφέροντα της Ύδρας, η οποία ήταν
ημιαυτόνομη, πλην όμως είδε με
ευχαρίστηση την εκλογή του γιου του
στη θέση του μοίραρχου - αρχηγού των
υδραίικων πλοίων.
Σημασία έχει ότι στις 27 Μαρτίου του
1821 ο Αντώνιος Οικονόμου
ξεσήκωσε τους Υδραίους, κήρυξε την
επανάσταση στο νησί και ουσιαστικά
ανάγκασε κάτω από την πίεση του λαού
τους κοτζαμπάσηδες, μεταξύ αυτών και
τον Μιαούλη, να συμμετάσχουν στον
απελευθερωτικό αγώνα. Την επόμενη
μέρα ο Μιαούλης προσέφερε υπέρ της
ανεξαρτησίας 3.625 σπανικά τάλιρα
ενώ στις 31 Μαρτίου
υπέγραψε ως Αντώνης
Βοκού την εκλογή του Οικονόμου
ως διοικητή του νησιού. Ύστερα
από αυτή την εξέλιξη αποσύρθηκε στην
οικία του και απλά παρακολουθούσε τα
γεγονότα. Σύμφωνα με τους ιστορικούς
δεν φαίνεται να ενεπλάκη καθόλου στην
δολοφονία του Οικονόμου ενώ τον
πρώτο χρόνο δεν πήρε μέρος σε καμία
ναυμαχία σε αντίθεση με τον γιο του,
Δημήτριο Μιαούλη (1782-1829),
ο οποίος ήταν πλοίαρχος και
συμμετείχε σε πολλές ναυμαχίες στον
Κορινθιακό κόλπο, στις Σπέτσες
.
Στις 20 Ιουλίου του 1821 ο Μιαούλης μαζί
με τους Φραγκίσκο Βούλγαρη,
Μανώλη Τομπάζη και Γεώργιο Κιβώτο
έθεσαν με έγγραφο τους τα πλοία τους και
τους εαυτούς τους στην διάθεση της
πατρίδας.

Ο Ανδρέας Μιαούλης στο πλοίο «Κως» Peter
von Hess, 1824
Μέχρι τα τέλη Αυγούστου ο Μιαούλης απλώς
προστάτευε τα ευρωπαϊκά πλοία και
παρατηρούσε τις κινήσεις των τουρκικών.
Στις 19 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε
επικεφαλής 21 Υδραϊκών πλοίων να
συναντηθεί με 9 Σπετσιώτικα για να
κατευθυνθούν όλα μαζί στο Νιόκαστρο.
Πράγματι στις 28 Σεπτεμβρίου έφτασαν
και δύο μέρες αργότερα συγκρούστηκαν με
τον τουρκικό στόλο. Όμως ο ελληνικός
στόλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει αφού
τα τουρκικά πλοία ήταν καλύτερα
ενώ παράλληλα είχαν την υποστήριξη της
Αγγλίας, η οποία τα τροφοδοτούσε από
τα Ιόνια νησιά. Μετά από αυτή τη
ναυμαχία επέστρεψε στις 10 Οκτωβρίου
στην Ύδρα.
Ήταν ο Έλληνας καραβοκύρης,
δηλαδή πλοιοκτήτης, ο οποίος
διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο
στην επανάσταση του 1821, ως
διοικητής ναύαρχος του ελληνικού στόλου,
αλλά και στην μετέπειτα πολιτική ζωή
του τόπου με αποκορύφωμα την
ανταρσία της Ύδρας κατά του
Καποδίστρια, που είχε σαν αποτέλεσμα
την πυρπόληση του εθνικού στόλου
στον Πόρο. Τα τελευταία χρόνια
της ζωής του τιμήθηκε πλείστες φορές
από το Οθωνικό καθεστώς ενώ
συμπεριλήφθηκε και στην τριμελή
επιτροπή που προσέφερε το στέμμα στον
νεαρό τότε Όθωνα. Υπήρξε ο
γενάρχης της οικογένειας των
Μιαούληδων περισσότερες πληροφορίες
για τον Ανδρεά Μιαούλη θα παρουσιάσουμε
σε άλλη ενημέρωση μας, λόγω του μεγέθους
των πληροφοριών.
v
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα,
η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής
Εταιρίας.
Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα ή
Λασκαρίνα Πινότση (11
Μαΐου
1771 -
22 Μαΐου
1825) ήταν Ελληνίδα ηρωίδα
της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Η καταγωγή της από την Ύδρα και το όνομά
της ήταν Λασκαρίνα Πινότση, όπως
ήταν το όνομά της, γεννήθηκε στις
φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11
Μαΐου 1771, όταν η μητέρα της,
Παρασκευώ (Σκεύω), επισκέφθηκε
τον σύζυγό της και πατέρα της
Λασκαρίνας, Σταυριανό Πινότση, ο οποίος
ήταν ετοιμοθάνατος και είχε
φυλακιστεί εκεί από τους Τούρκους
επειδή είχε συμμετάσχει στην
επανάσταση της Πελοποννήσου το 1769
-1770, τα γνωστά Ορλωφικά. Μετά
τον θάνατο του πατέρα της, επέστρεψε
μαζί με την χήρα μητέρα της στην Ύδρα
όπου έζησαν για τέσσερα χρόνια. Ύστερα
μετακόμισαν στις Σπέτσες, όταν η
μητέρα της παντρεύτηκε τον καπετάνιο
Δημήτριο Λαζάρου-Ορλώφ, από τις
Σπέτσες.
Από την παιδική της ηλικία η
Λασκαρίνα είχε πάθος με την θάλασσα και
με τις ιστορίες ναυτικών, καθώς και
με τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου
για την απελευθέρωση του ελληνικού
έθνους που ήταν υπό τουρκικό ζυγό
για 400 περίπου χρόνια. Ήταν
μελαχρινή, με ατίθασο χαρακτήρα και
αρχοντικό ανάστημα, θάρρος και
αποφασιστικότητα, αρχηγός ανάμεσα
στα οκτώ ετεροθαλή αδέρφια της.
Παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1788
όταν ήταν 17 χρονών, τον Δημήτριο
Γιάννουζα (σκοτώθηκε το 1797),
με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Ο
δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Δημήτριος
Μπούμπουλης, τον οποίο παντρεύτηκε σε
ηλικία 30 ετών το 1801 και από τον
οποίο πήρε και το όνομα και έγινε
γνωστή ως «Μπουμπουλίνα». Όμως και
οι δύο σύζυγοι της, Σπετσιώτες
καπεταναίοι, σκοτώθηκαν σε ναυμαχίες
εναντίον πειρατών που έκαναν
ληστρικές επιδρομές στα παράλια της
Ελλάδας. Ειδικά ο Μπούμπουλης
σκοτώθηκε το 1811 από βόλι στο μέτωπο,
σε ένα από τα ηρωικότερα θαλάσσια
κατορθώματα, κατατροπώνοντας δύο
Αλγερινά πειρατικά πλοία.

Πίνακας του 1827 από τον Adam de
Friedel, που απεικονίζει την
Μπουμπουλίνα
Το 1811, όταν πέθανε ο δεύτερος
σύζυγός της, η Μπουμπουλίνα ήταν 40 ετών
πια, χήρεψε για δεύτερη φορά, είχε
επτά παιδιά και τεράστια περιουσία την
οποία είχε κληρονομήσει από τους
συζύγους της, έχοντας υπό την κατοχή
της πλοία, γη και χρήματα (τα
μετρητά που είχε κληρονομήσει από τον
Μπούμπουλη ήταν πάνω από 300.000 τάλαρα).
Κατάφερε να αυξήσει την περιουσία της
με σωστή διαχείριση και εμπορικές
δραστηριότητες. Αρχικά έγινε
συνέταιρος σε αρκετά πλοία ενώ αργότερα
κατασκεύασε τρία δικά της, το ένα
από τα οποία με το όνομα
Αγαμέμνων
έγινε πασίγνωστο και ήταν το πρώτο
και μεγαλύτερο ελληνικό πολεμικό πλοίο
κατά τη διάρκεια της Ελληνικής
Επανάστασης του 1821, μήκους 48
πήχεων και έχοντας 18 κανόνια, η
ναυπήγηση του οποίου κόστισε 75.000
τάλαρα. Το όνομα αυτό το έδωσε στη
ναυαρχίδα της από τον ομηρικό
βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα,
που οδήγησε τους Έλληνες στον Τρωικό
πόλεμο. Αυτό δείχνει πόσο τιμούσε η
Μπουμπουλίνα την ελληνική ιστορική της
κληρονομιά και τι συμβόλιζε το
όνομα του πλοίου της.
Το 1816 η Οθωμανική Αυτοκρατορία
θέλησε να κατασχέσει την περιουσία της
με τη δικαιολογία ότι τα πλοία του
δεύτερου άντρα της, συμμετείχαν με
τον ρωσικό στόλο στον
Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Τότε η
Μπουμπουλίνα πήγε στην
Κωνσταντινούπολη με το πλοίο της
Κοριέζος,
όπου συνάντησε τον Ρώσο
Φιλέλληνα πρεσβευτή Στρογκόνωφ, από
τον οποίο ζήτησε να την προστατέψει
επικαλούμενη τις υπηρεσίες του συζύγου
της στον ρωσικό στόλο και το γεγονός
ότι τα πλοία της είχαν τότε ρωσική
σημαία, βάση της Συνθήκης
Κιουτσούκ-Καϊναρτζή μεταξύ Ρωσίας και
Τουρκίας, το 1774. Τότε εκείνος για
να την σώσει από την επικείμενη
σύλληψή της από τους Τούρκους, την
έστειλε στην Κριμαία της νότιας Ρωσίας,
στη Μαύρη Θάλασσα, σε ένα κτήμα που
της δόθηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α'.
Πριν όμως πάει εκεί, κατάφερε να
συναντήσει την μητέρα του Σουλτάνου
Μαχμούτ Β΄, την Βαλιντέ Σουλτάνα. Η
Σουλτάνα εντυπωσιάστηκε από τον
χαρακτήρα της Μπουμπουλίνας και
έπεισε τον γιο της να υπογράψει φιρμάνι,
με το οποίο δεν θα άγγιζε την περιουσία
της και δεν θα την συνελάμβανε. Η
Μπουμπουλίνα αφού έμεινε στην Κριμαία
για περίπου τρεις μήνες περιμένοντας
να ηρεμήσει η κατάσταση, έφυγε για στις
Σπέτσες όταν κατάλαβε ότι ο κίνδυνος
είχε πλέον απομακρυνθεί.
Η Μπουμπουλίνα, έχοντας γίνει ήδη
μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην
Κωνσταντινούπολη, που προετοίμαζε
την ελληνική επανάσταση, και όντας η
μόνη γυναίκα που μυήθηκε σε αυτή, στον
κατώτερο βαθμό μύησης αφού οι γυναίκες
δεν γίνονταν δεκτές, καθώς γυρνούσε
στις Σπέτσες, αγόραζε μυστικά όπλα
και πολεμοφόδια από τα ξένα λιμάνια,
τα οποία μετά έκρυψε στο σπίτι της, ενώ
ξεκίνησε την κατασκευή του πλοίου
Αγαμέμνων, της ναυαρχίδας
της, η οποία ολοκληρώθηκε το 1820.
Για τη ναυπήγηση του
Αγαμέμνονα
καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη,
ότι ναυπήγησε κρυφά πολεμικό πλοίο,
αλλά η Μπουμπουλίνα κατάφερε να
ολοκληρώσει την κατασκευή του
δωροδοκώντας τον απεσταλμένο Τούρκο
επιθεωρητή στις Σπέτσες και
πετυχαίνοντας την εξορία αυτών που την
κατήγγειλαν.
Όταν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση,
είχε σχηματίσει δικό της εκστρατευτικό
σώμα από Σπετσιώτες, τους οποίους
αποκαλούσε
«γενναία μου παλικάρια». Είχε
αναλάβει να αρματώνει, να συντηρεί
και να πληρώνει τον στρατό αυτό μόνη της
όπως έκανε και με τα πλοία της και τα
πληρώματά τους, κάτι που συνεχίστηκε
επί σειρά ετών και την έκανε να ξοδέψει
πολλά χρήματα για να καταφέρει να
περικυκλώσει τα τουρκικά οχυρά, το
Ναύπλιο και την Τρίπολη. Έτσι τα δύο
πρώτα χρόνια της επανάστασης είχε
ξοδέψει όλη της την περιουσία.
Στις 13 Μαρτίου 1821, στο λιμάνι
των Σπετσών, η Μπουμπουλίνα ύψωσε στο
κατάρτι του πλοίου
Αγαμέμνων
την δική της επαναστατική σημαία,
την οποία χαιρέτησε με κανονιοβολισμούς.
Η σημαία αυτή είχε κόκκινο περίγυρο
και μπλε φόντο και απεικόνιζε έναν
βυζαντινό μονοκέφαλο αετό ο οποίος
κρατούσε μια άγκυρα και έναν φοίνικα.
Ο αετός ο οποίος είχε τα φτερά γυρισμένα
προς τα κάτω, συμβόλιζε το σκλαβωμένο
Ελληνικό έθνος, το οποίο θα αναγεννιόταν
όπως ο φοίνικας με την βοήθεια του
Ναυτικού, το οποίο συμβόλιζε η
άγκυρα. Το λάβαρο αυτό η Μπουμπουλίνα το
εμπνεύστηκε από το λάβαρο της
βυζαντινής Δυναστείας των Κομνηνών.
Στις 3 Απριλίου και ανήμερα των
Βαΐων, οι Σπέτσες, πρώτες από όλα τα
νησιά, επαναστατούν ενώ το Μάιο οι
Σπέτσες, η Ύδρα και τα Ψαρά
αποτελούσαν τις μεγαλύτερες ναυτικές
δυνάμεις της επαναστατημένης Ελλάδας.

H Μπουμπουλίνα στο πλοίο «Αγαμέμνων»,
πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Peter von
Hess
Η Μπουμπουλίνα, ως επικεφαλής μοίρας
πλοίων - 8 πλοία, από τα οποία τρία
ήταν δικά της - έπλευσε προς το
Ναύπλιο το οποίο ήταν ένα απόρθητο οχυρό
εφοδιασμένο με 300 κανόνια και
αποτελούμενο από τρία φρούρια, το
Μπούρτζι, την Ακροναυπλία και το
Παλαμήδι. Τα πληρώματα του στόλου της
αποβιβάστηκαν στο κοντινό λιμάνι, στους
Μύλους του Άργους (δίπλα στην αρχαία
Λέρνα) και με τον ενθουσιασμό της
έδωσε θάρρος στο πλήρωμά της και στους
Αργείους για την πολιορκία του
Ναυπλίου, που είναι μια απαράμιλλη
πράξη ηρωϊσμού. Αρχικά έδινε
κατευθύνσεις στους άντρες της και
αργότερα συμμετείχε η ίδια στην μάχη
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1821 έγινε η
άλωση της Τριπολιτσάς, ενώ
ακολούθησε σφαγή χιλιάδων Τούρκων που
κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες
η Μπουμπουλίνα βοήθησε να σωθεί το
χαρέμι του Χουρσίτ Πασά από την
σφαγή, με κίνδυνο της ζωής της, γιατί
όπως λέγεται είχε υποσχεθεί στην
Σουλτάνα όταν την είχε συναντήσει
στην Κωνσταντινούπολη για βοήθεια το
1816, ότι οποιαδήποτε Τουρκάλα της
ζητούσε βοήθεια, αυτή θα της την
έδινε. Έτσι η γυναίκα του Πασά που της
ζήτησε να σώσει το χαρέμι, την
ευχαρίστησε που έσωσε τις γυναίκες του
χαρεμιού και τα παιδιά τους. Πριν
την άλωση της Τριπολιτσάς, η
Μπουμπουλίνα έφτασε έφιππη στο ελληνικό
στρατόπεδο έξω από την πόλη όπου
συνάντησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, η
φιλία και ο αλληλοσεβασμός των οποίων
οδήγησε στο να παντρευτούν τα παιδιά
τους Πάνος Κολοκοτρώνης και Ελένη
Μπούμπουλη. Η Μπουμπουλίνα
έπαιρνε μέρος στα πολεμικά συμβούλια και
στις αποφάσεις ως ισάξια των άλλων
οπλαρχηγών, της απονέμεται ο
τίτλος της «Καπετάνισσας» και της
«Μεγάλης Κυράς».
Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από
τους Έλληνες στις 30 Νοεμβρίου 1822,
το νεοσύστατο κράτος της έδωσε κλήρο
στην πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά
της στο Έθνος και η
Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε εκεί. Στα
τέλη του 1824, η Ελλάδα υποφέρει από τον
δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όπου η
Κυβέρνηση Κουντουριώτη (η
κυβέρνηση των Καπεταναίων των νησιών)
υπερισχύει του συνασπισμού των
Κοτζαμπάσηδων και των
Στρατιωτικών της Πελοποννήσου, με
αποτέλεσμα ο Πάνος Κολοκοτρώνης,
που διατελούσε φρούραρχος Ναυπλίου,
να δολοφονηθεί και ο Κολοκοτρώνης να
συλληφθεί και να φυλακιστεί μαζί
με άλλους οπλαρχηγούς σε ένα μοναστήρι
της Ύδρας, τον Προφήτη Ηλία. Η
Μπουμπουλίνα αντέδρασε και ζήτησε την
αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη, λόγω
του σεβασμού που έτρεφε προς αυτόν. Τότε
η ίδια κρίνεται επικίνδυνη από την
Κυβέρνηση και συλλαμβάνεται δύο
φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας με
εντολή να φυλακιστεί. Τελικά η
Μπουμπουλίνα εξορίστηκε στις Σπέτσες
χάνοντας τον κλήρο γης που το Κράτος
της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο.
Το 1825 και ενώ η Μπουμπουλίνα ζούσε
στις Σπέτσες, πικραμένη από τους
πολιτικούς και την εξέλιξη του Αγώνα
και έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία
της στον πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε
ξανά σε μεγάλο κίνδυνο. Στις 12
Φεβρουαρίου ο Αιγύπτιος ναύαρχος
Ιμπραήμ Πασάς με έναν τουρκο-αιγυπτιακό
στόλο, αποβιβάζεται στο λιμάνι της
Πύλου στην Πελοπόννησο με 4.400 άντρες,
σε μια τελευταία προσπάθεια να
σταματήσει την επανάσταση. Η
Μπουμπουλίνα, παραμερίζοντας την
δυσαρέσκειά της για τους πολιτικούς
και καθοδηγούμενη μόνο από την
φιλοπατρία της, άρχισε να
προετοιμάζεται για νέες μάχες. Όμως τότε
ήρθε το άδοξο τέλος της, στις 22
Μαΐου 1825 και στο σπίτι του πρώτου
άντρα της Δημήτριου Γιάννουζα, όταν
πάνω σε μια φιλονικία με μέλη της
οικογένειας Κούτση εξαιτίας του ότι ο
γιος της Μπουμπουλίνας, Γεώργιος
Γιάννουζας, είχε κλεφτεί με την κόρη
του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενία,
κάποιος από την οικογένεια Κούτση την
σκότωσε. Μάλιστα εναντίον της
ήταν και ο ετεροθαλής αδελφός της ο
οποίος είχε παντρευτεί την αδερφή της
Ευγενίας Κούτση. Έτσι η
Μπουμπουλίνα, που αφιέρωσε όλη της τη
ζωή για την απελευθέρωση του έθνους της,
σκοτώθηκε άδοξα. Οι Ρώσοι μετά τον
θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο
της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια
μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.

Προτομή της Μπουμπουλίνας στο Πεδίο του
Άρεως, στην Αθήνα
Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις
Σπέτσες μετατράπηκε το 1991 από τον
ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας,
Φίλιππο Δεμερτζή-Μπούμπουλη, σε
μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος
επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να
δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα
αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της
Μπουμπουλίνας, προσωπικά της
αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις
είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις
και πολλά άλλα.

Άγαλμα της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες
Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς
δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας
έχει δοθεί το όνομά της.
Πρόεδροι της Δημοκρατίας
v
Παύλος Κουντουριώτης,
ναύαρχος και αργότερα πολιτικός.
Ο Πάυλος Κουντουριώτης (Απρίλιος
1855- 22 Αυγούστου 1935) ήταν ναύαρχος
του Βασιλικού ναυτικού, αρχηγός του
Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και
αρχηγός του Β΄ Στόλου κατά τους
Βαλκανικούς Πολέμους. Συμμετείχε
στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως
μέλος της τριανδρίας και διετέλεσε δις
Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης
Γεννήθηκε στην Ύδρα και καταγόταν
απο την αρχοντική ναυτική οικογένεια
Κουντουριώτη. Ήταν γιος του Θεοδώρου
Κουντουριώτη, γιου του πρώην
πρωθυπουργού της Ελλάδας Γεωργίου.
Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της
οικογένειας το 1875 κατετάγη στο
Βασιλικό ναυτικό. Το 1886 συμμετείχε
ως υποπλοίαρχος σε ναυτικές
επιχειρήσεις στην Πρέβεζα καθώς
και σε αυτές στην Κρήτη κατα τον
Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 με
τον βαθμό του πλωτάρχη. Ως κυβερνήτης
του ατμομυώδρομου «Αλφειός» αποβίβασε το
εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχου
Τιμολέοντος Βάσσου στο Κολυμπάρι Χανίων
τον Φεβρουάριο του 1897 και Σκάλα
Λεπτοκαρυάς τον Απρίλιο του 1897.
Ως κυβερνήτης του εκπαιδευτικού
«Μιαούλης»
ο ανθυποπλοίαρχος τότε Κουντουριώτης
πραγματοποίησε το πρώτο υπερπόντιο
ταξίδι ελληνικού πολεμικού, φθάνοντας ως
την Αμερικανική ήπειρο, και
συγκεκριμένα στη Βοστόνη και τη
Φιλαδέλφεια. Το 1908 έγινε
υπασπιστής του βασιλεώς Γεωργίου Α΄
και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε
πλοίαρχο.
Τον Ιούνιο του 1911 και
λόγω απειθαρχίας του πληρώματος του
θωρηκτού Αβέρωφ, την θέση του κυβερνήτη
ανέλαβε ο τότε πλοίαρχος Παύλος
Κουντουριώτης. Με την έκρηξη των
Βαλκανικών πολέμων προήχθη σε
υποναύαρχο ενώ στις 16 Απριλίου του
1912 έγινε αρχηγός του Γενικού
Επιτελείου Ναυτικού, θέση στην οποία
παρέμεινε μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου
του 1912. Στη συνέχεια γίνεται
αρχηγός του στόλου του Αιγαίου και
αναλαμβάνει δράση. Ως κυβερνήτης του
θωρηκτού «Αβερωφ» καταλαμβάνει την Λήμνο
ενώ τις επόμενες μέρες ακολουθούν οι
Θάσος, Ίμβρος, Τένεδος, Ψαρά, Άγιος
Ευστράτιος και Σαμοθράκη.
Μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου είχε κατορθώσει
να ελευθερώσει όλα σχεδόν τα νησιά
του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένου και της
Χίου. Με το θωρηκτό «Αβέρωφ»
συμμετείχε σε δύο ναυμαχίες, σε αυτή της
Έλλης και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου
1913). Η τελευταία ναυμαχία
κερδίστηκε χάρις έναν παράτολμο ελιγμό
του Κουντουριώτη, ο οποίος θεωρήθηκε
ασυλλόγιστος ηρωισμός. Οι επιτυχημένοι
χειρισμοί του ανάγκασαν τον τουρκικό
στόλο να αποσυρθεί στα Δαρδανέλλια.
Με την λήξη των Βαλκανικών πολέμων
προήχθη σε αντιναύαρχο
δια
εξαιρετικάς εν πολεμώ υπηρεσίας.
Αξίζει να σημειωθεί οτι ήταν ο πρώτος
Έλληνας μετά τον Κωνσταντίνο Κανάρη που
ελάμβανε αυτό τον βαθμό. Στη
συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο
ναυτικών στις κυβερνήσεις Αλέξανδρου
Ζαΐμη και Στέφανου Σκουλούδη.
Διαφωνώντας με την πολιτική της
ουδετερότητας της Ελλάδας στον Α΄
Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετέσχε στην
κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος
της Τριανδρίας
(Δαγκλής-Βενιζέλος-Κουντουριώτης). Το
1917 ανέλαβε για ακόμη μια φορά το
χαρτοφυλάκειο του υπουργείου ναυτικών
και την ίδια χρονιά αποστρατεύθηκε με
τον βαθμό του ναυάρχου
τιμής ένεκεν.
Μετά τον θάνατο του βασιλιά
Αλέξανδρου, ανέλαβε καθήκοντα
αντιβασιλέως μέχρι τον Νοέμβριο του 1920,
και ξανά μετά την αναχώρηση του
Γεωργίου Β' από την χώρα, τον Δεκέμβριο
του 1923, έως την ανακήρυξη της
Δημοκρατίας, τον Μάρτιο του 1924. Ως
πρόσωπο μεγάλου κύρους και ευρείας
αποδοχής εξελέγη προσωρινά πρώτος
πρόεδρος της Δημοκρατίας, θέση στην
οποία παρέμεινε μέχρι το 1926
όταν και παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος
για την δικτατορία του στρατηγού
Θεόδωρου Πάγκαλου. Στις 4 Ιουνίου
1929 επανεξελέγη στο αξίωμα του
προέδρου από τη Βουλή και την
Γερουσία αλλά παραιτήθηκε οριστικά
αυτή την φορά, τον Δεκέμβριο του
ίδιου χρόνου, για λόγους υγείας.

Ο Ανδριάντας του ναυάρχου Παύλου
Κουντουριώτη
Απεβίωσε στις 22 Αυγούστου 1935
στο Παλαιό Φάληρο. Είχε νυμφευθεί δύο
φορές, στο Λονδίνο το 1889 με την
Αγγελική Πετροκόκκινου (1865-1903)
και στην Αθήνα το 1918 με την
Ελένη Κούππα (1876-1957). Απέκτησε
παιδιά με την πρώτη του σύζυγο.
Ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο
της οικογένειας Κουντουριώτη στην
Ύδρα, κατόπιν επιθυμίας του. Ο γιός του,
Θεόδωρος Κουντουριώτης, κατετάγη
στο πολεμικό ναυτικό και μάλιστα
διετέλεσε κυβερνήτης του θρυλικού
θωρηκτού Αβερωφ. Το 1944
μετέφερε με το Αβέρωφ την εξόριστη
κυβέρνηση απο την Αίγυπτο στην Αθήνα.
v
Θεόδωρος Πάγκαλος,
στρατηγός και για λίγο στρατιωτικός
δικτάτορας.
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Ελευσίνα
1878 - 27 Φεβρουαρίου 1952 Κηφισιά
Αθήνας) ήταν Έλληνας αξιωματικός του
στρατού και πολιτικός. Συμμετείχε στο
κίνημα στο Γουδί, στους
Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα
της Θεσσαλονίκης, στην
Μικρασιατική εκστρατεία, στην
επανάσταση του 1922 ενώ απο το 1925,
με το Κίνημα της 25ης Ιουνίου
ανέλαβε την πρωθυπουργία, ουσιαστικά
ως δικτάτορας και στη συνέχεια εκλέχτηκε
πρόεδρος της Δημοκρατίας
παραμένοντας στην εξουσία μέχρι το 1926,
οπότε και ανατράπηκε. Από το 1926
μέχρι τον θανατό του το 1952
αποσύρθηκε, με μερικά μικρά διαλείμματα,
από την πολιτική ζωή του τόπου.
Εγγονός του είναι ο πολιτικός Θεόδωρος
Πάγκαλος.
Γεννήθηκε το 1878 στην Ελευσίνα
και ήταν το πρώτο παιδί του
γυναικολόγου και πολιτευτή Δημητρίου
Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη,
κόρης αρχοντικής οικογένειας της
Ελευσίνας με αρβανίτικη καταγωγή.
Η οικογένεια Πάγκαλου καταγόταν απο την
Μικρά Ασία και εμφανίζεται ήδη
από τα βυζαντινά χρόνια. Ανάδοχος του
Θεοδώρου ήταν ο στρατηγός και
μακρινός συγγενής του Τιμολέοντας Βάσος
- Μαυροβουνιώτης. Ο πατέρας του,
Δημήτριος, ήταν υποψήφιος βουλευτής
με το Τρικουπικό κόμμα στις εκλογές του
1895, όταν και ο Χαρίλαος
Τρικούπης καταποντίστηκε
παρασέρνοντας βέβαια και τον ίδιο τον
Πάγκαλο.
Το 1895 έκανε αίτηση για την σχολή
ναυτικών δοκίμων, απο την οποία
απορρίφθηκε. Τελικά κατέληξε να
σπουδάζει στην ιατρική σχολή, λογικά
λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του,
την οποία όμως παράτησε δύο χρόνια
αργότερα για να εισαχθεί στην
στρατιωτική σχολή Ευελπίδων.
Τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του
1897 ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον
παρακολούθησε ως πρωτοετής της σχολής
Ευελπίδων. Τα συναισθήματα τα οποία
ένιωσε μετα την ήττα της Ελλάδας
περιγράφονται στα απομνημονευματά του
και είναι τα ίδια με την πλειονότητα
των άλλων αξιωματικών. Υπεύθυνοι για
την ήττα σύμφωνα με τον Πάγκαλο ήταν
οι πολιτικοί αλλά και ο ίδιος ο διάδοχος
Κωνσταντίνος.
Η πορεία του Πάγκαλου στην Ευελπίδων
ήταν αρκετά αξιόλογη. Ήταν αρχηγός στην
τάξη του όλες τις χρονιές με συμμαθητές
όπως τον Αλέξανδρο Οθωναίο, πρίγκιπα
Ανδρέα, Μαργαρίτη κ.α. Μάλιστα το
1899 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του
συνταγματάρχη Ζορμπά, διοικητή της
σχολής Ευελπίδων, και της βασιλικής
Αυλής εξαιτίας της προαγωγής του
Πάγκαλου σε επιλοχία σε αντίθεση με τον
συμμαθητή του πρίγκιπα Ανδρέα, ο
οποίος έμεινε στο ίδιο βαθμό. Τον
επόμενο χρόνο αποφοίτησε απο την
σχολή Ευελπίδων πρώτος στην τάξη του με
τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος
Τον Οκτώβριο του 1908 στο σπίτι
του Παγκάλου συγκεντρώθηκαν οι
Πάσσαρης, Σιώχας, Γεωργακόπουλος,
Σάρρος, Ψύχας, Πανάς, Κατσούλης,
Φαληρέας, Καθενιώτης και
Χατζημιχάλης για να συζητήσουν για
τα προβλήματα του στρατού και της χώρας.
Στο τέλος αυτής της συνάντησης ιδρύεται
ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, ο
οποίος θα αποτελέσει την βάση του
κινήματος στο Γουδί και ο οποίος είχε ως
σκοπό να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο
στρατό, την οικονομία, την διοίκηση
και γενικά στο κράτος. Εκείνη την εποχή
ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπηρετούσε στο 2ο
λόχο του 7ου συντάγματος πεζικού υπο τον
Σάρρο. Μέχρι το 1909 στην οργάνωση
είχαν ενταχθεί και ανώτεροι
αξιωματικοί όπως οι Νικόλαος Ζορμπάς,
Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκης, Γεώργιος
Καραϊσκάκης, εγγονός του ομώνυμου
οπλαρχηγού του '21, Γεώργιος Κονδύλης
κ.α. Πολλές απο τις συνεδριάσεις του
στρατιωτικού συνδέσμου
πραγματοποιούνταν στο σπίτι του
Πάγκαλου, στην Αριστοτέλους 37 ή σε αυτό
στην Ελευσίνα.
Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος γρήγορα
μύησε πολλούς αξιωματικούς του στρατού
και του ναυτικού και η δράση του
έγινε γνωστή και στους κύκλους των
ανακτόρων. Η κυβέρνηση Ράλλη,
φιλικά προσκείμενη στα ανάκτορα,
εξαπέλυσε κύμα μεταθέσεων και παρέπεμψε
12 αξιωματικούς στο ανακριτικό συμβούλιο
προς απόταξη. Ο Στρατιωτικός
Σύνδεσμος βλέποντας τον κίνδυνο
ματαίωσης του κινήματος πήρε την
απόφαση να δράσει.
Στις 14 Αυγούστου του 1909 ο Πάγκαλος
απελευθέρωσε με την βία αξιωματικούς του
στρατού που κρατούνταν φυλακισμένοι λόγω
της τότε πολιτικής κατάστασης. Η
αποστολή πέτυχε και ο Πάγκαλος με
τους συνεργάτες του και τους δραπέτες
κατέφυγε στο σπίτι Παπαμαλέκου στην
Καστέλλα. Το πρωί όλοι μαζί πήγαν
στο Γουδί, όπου είχε δοθεί εντολή να
ξεκινήσει η επανάσταση. Το ίδιο πρωί
συνέβη ένα περιστατικό με
πρωταγωνιστή τον Πάγκαλο και τον Παπούλα
αρκετά παράξενο αν σκεφτεί κανείς την
διαφορά στην ιεραρχία που είχαν μεταξύ
τους αυτοί οι δύο. Ο Παπούλας μαζί
με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη έφτασαν
νωρίς το πρωί ως απεσταλμένοι του Ράλλη
για να διαπραγματευτούν. Τότε ένας
στρατιώτης ρώτησε τον Πάγκαλο αν θα
έπρεπε να πάρουν εκτος απο τα όπλα και
το σπαθί του Παπούλα. Τότε ο
Πάγκαλος απάντησε:
«Όχι ας το
κρατήσει όπως ο Ναπολέων στο Σεντάν».
Το επεισόδιο δεν είχε συνέχεια.
Το Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος
αντικατέστησε τον ανθυπολοχαγό Λιδωρίκη
στην θέση του γραμματέα στην
διοικητική επιτροπή του στρατιωτικού
συνδέσμου. Αξίζει να σημειωθεί οτι
ήταν απο τους πρώτους που υποστήριξαν
τον ερχομό του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Τον Μάρτιο του 1910 και μετά την
ανάληψη της εξουσίας απο τον Βενιζέλο, ο
Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε.
Το 1911 εισήχθη στη σχολή πολέμου
και στη συνέχεια στάλθηκε για σπουδές
μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στο
Παρίσι και συγκεκριμένα στην Γαλλική
ακαδημία πολέμου. Το 1912 τον βρίσκει
διοικητή του λόχου του 7ου συντάγματος
πεζικού. Με την έκρηξη του Α΄
Βαλκανικού πολέμου στέλνεται στο
Ναύπλιο και λίγο αργότερα στη Λάρισα.
Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του στην
μάχη των Γιαννιτσών στις 19 & 20
Οκτωβρίου του 1912. Ήταν από τους
πρώτους που μπήκε στη Θεσσαλονίκη,
απο την οποία όμως αναχώρησε λίγο
μετά με το 18ο σύνταγμα πεζικού.
Στις 24 Νοεμβρίου καταλαμβάνει τη
Φλώρινα και επτά μέρες αργότερα
επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Απο εκεί
φεύγει για το οχυρό του Μπιζανίου,
το οποίο όπως εξομολογείται στα
απομνημονευματά του δεν θα
καταλαμβανόταν χωρίς την συμβολή του
Ιωάννη Μεταξά . Τον Μάρτιο του 1913
επιστρέφει μαζί με όλα τα άλλα τάγματα
στη Θεσσαλονίκη. Εκεί και αφού οι
πολεμικές συγκρούσεις σταματάνε
πετυχαίνει να πάρει ολιγοήμερη άδεια
για να επισκεφθεί την οικογένειά
του. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με
τον Βενιζέλο, με το οποίο συζητά θέματα
πολεμικής φύσεως.
Στις 16 Ιουνίου 1913 ξεσπάει ο Β΄
Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας,
Σερβίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας.
Συμμετείχε στη μάχη του Λαχανά,
όπου μάλιστα εν μέσω εχθρικών πυρών
οδήγησε τις πυροβολαχίες μέσα απο τη
περιοχή των συγκρούσεων με ελάχιστες
απώλειες. Τις επόμενες μέρες θα
αναλάβει το 9ο ευζωνικό τάγμα το οποίο
και θα το οδηγήσει στο Μπέλες, όπου
διεξήχθη νικηφόρα για τον ελληνικό
στρατό μάχη. Στις 27 Ιουνίου
καταλαμβάνει το Σιδηρόκαστρο
και στις 10 Αυγούστου ο σύντομος αυτός
πόλεμος έληξε. Ο Πάγκαλος λόγω των
διαφωνιών που αντιμετώπιζε με τον
Χατζανέστη μετατέθηκε στο 1/38 τάγμα ως
υπασπιστής.
Το Φθινόπωρο του 1913 αναχωρεί για την
Γαλλία, για να σπουδάσει στην Ανώτατη
σχολή πολέμου μέχρι και τον Αύγουστο
του 1914, όταν και εξερράγη ο Α΄
Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο η
Ελλάδα αρχικά κράτησε ουδέτερη στάση με
συνέπεια να δημιουργεί ο Εθνικός
Διχασμός και να εκδιωχθεί ο βασιλιάς
Κωνσταντίνος Α΄. Συγκεκριμένα ο
βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄, όντας
φιλογερμανός λόγω των συγγενικών δεσμών
που είχε η γυναίκα του με τη γερμανική
βασιλική αυλή και μη μπορώντας να
αναγκάσει την κυβέρνηση να εισέλθει στον
Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το πλευρό του
Άξονα, άσκησε πιέσεις για να
παραμείνει η χώρα ουδέτερη. Ο
Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός
τότε, θεωρώντας ως επέμβαση στην
εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης τη
στάση του βασιλιά, γεγονός που αντίβαινε
το σύνταγμα, παραιτήθηκε και λίγο
αργότερα προχώρησε στο κίνημα της
Εθνικής Αμύνης (Θεσσαλονίκης). Με
την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο
Πάγκαλος διορίστηκε επιτελάρχης της 8ης
μεραρχίας στην Πρέβεζα. Λίγους μήνες
αργότερα μετατέθηκε στην 4η μεραρχία
Ναυπλίου.
Το Καλοκαίρι του 1916 θα είναι
καθοριστικό για την πολιτική ζωή του
τόπου. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Φικιώρη
συστήνουν κρυφή ομάδα αξιωματικών με
σκοπό την είσοδο της χώρας στον Α΄
Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της
Αντάντ. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου
είχαν μυηθεί πάνω απο 60 αξιωματικοί του
στρατού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης,
για το οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω,
ξεσπά και αμέσως η ομάδα Πάγκαλου
σπεύδει να το ενισχύσει.
Στις 12 Σεπτεμβρίου αναχωρεί μαζί
με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς
με πλοίο απο τον Πειραιά και
εγκαθίσταται στη Μυτιλήνη, όπου
διορίζεται από την κυβέρνηση της
Θεσσαλονίκης διοικητής Αιγαίου. Στη
συνέχεια διορίζεται στρατιωτικός
διοικητής του Ηρακλείου και τον
Μάρτιο του 1917 προάγεται σε
αντισυνταγματάρχη αναλαμβάνοντας
παράλληλα την διοίκηση του 9ου
Συντάγματος. Ο Βενιζέλος με τη
βοήθεια των δυνάμεων της Ανταντ
καταφέρνει να εκδιώξει τον Κωνσταντίνο,
να ανέλθει στη κυβέρνηση και ουσιαστικά
να εγκαινιάσει την είσοδο της Ελλάδας
στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το
πλευρό της Ανταντ.
Με το 9ο σύνταγμα εισέρχεται στην Αθήνα
και εγκαθίσταται στο στρατώνα του
Ρουφ αμέσως μετά την έξωση του
Κωνσταντίνου. Στις 15 Μαρτίου του
1917 ο Πάγκαλος έχοντας την απόλυτη
εμπιστοσύνη του Βενιζέλου γίνεται
προσωπάρχης του υπουργείου στρατιωτικών,
το χαρτοφυλάκιο του οποίου είχε ο ίδιος
ο πρωθυπουργός.

Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό
Νίδερ, 1917
Κατά τη διάρκεια της θητείας του
δημιουργήθηκε παρεξήγηση με τον βασιλιά
Αλέξανδρο εξαιτίας
κάποιων κατηγοριών του Πάγκαλου που
εξελήφθησαν ως υβρεις κατα του έκπτωτού
βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Ύστερα όμως
απο τις απαραίτητες εξηγήσεις προς
τον Βασιλιάς Αλέξανδρο η παρεξήγηση
λύθηκε. Ο Πάγκαλος ήταν ο κύριος
εισηγητής και εκτελεστής του νόμου με
τον οποίο όλοι οι λιποτάκτες θα έπρεπε
εντος 48ωρου να επιστρέψουν στις
θέσεις τους αλλιώς θα εκτελούνταν, νόμο
που αργότερα ο Βενιζέλος πήρε πίσω.
Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε
σε διάφορες μάχες για τις οποίες
τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό
σταυρό. Απότοκος όλων αυτών των
διακρίσεων ήταν και η επιλογή του απο
τον αρχιστράτηγο του στρατού Λεωνίδα
Παρασκευόπουλο ως γενικού επιτελάρχη
της στρατιάς.
Τον Μάϊο του 1919 αποβιβάστηκε στη
Σμύρνη και εγκαταστάθηκε εκεί
ως αρχηγός του επιτελείου. Οι
συγκρούσεις του με τον Στεργιάδη,
αρμοστή της Σμύρνης, ήταν αρκετές με
αποτέλεσμα να προταθεί απο αυτόν και τον
Παρασκευόπουλο η αντικαταστασή του.
Ο Πάγκαλος εκείνη την εποχή αναχώρησε
για το Παρίσι για κατ'ιδίαν
συζητήσεις με τον Βενιζέλο και τους
Ευρωπαίους στρατηγούς. Η καλή
συνεργασία που είχαν είχε ως
αποτέλεσμα την παραμονή του στην θέση
του αρχηγού του επιτελείου.

Ο Πάγκαλος, άκρη δεξιά, στη Σμύρνη μαζί
με τους Στεργιάδη και Παρασκευόπουλο
Χάρις την εξυπνάδα του ο ελληνικός
στρατός προέλασε στην Μικρά Ασία
και μάλιστα έφτασε να καταλάβει την
Προύσα και να σώσει τους Άγγλους
στρατιώτες που βρίσκονταν σε δεινή
θέση. Η κίνηση αυτή όμως εξόργισε τον
Βενιζέλο αφού η Προύσα δεν
εντασσόταν στο σχέδιο δράσης. Στις 22
Αυγούστου του 1920 και ύστερα απο
διαμάχη του Βενιζέλου με τον
Παρασκευόπουλο λόγω της κατάληψης της
Προύσας, ο δεύτερος παραιτείται. Ο
Πάγκαλος παρών στο επεισόδιο δηλώνει
και αυτός την παραιτησή του. Τελικά
δεν γίνονται δεκτές. Τις επόμενες
μέρες ο Πάγκαλος προάγεται σε
υποστράτηγο.
Με την άνοδο φιλοβασιλικής κυβέρνησης ο
Πάγκαλος ανακαλείται απο το μέτωπο
και αποστρατεύεται τον Νοέμβριο του 1920.
Μέχρι τα γεγονότα της Μικρασιατικής
καταστροφής ο Πάγκαλος είχε
αποσυρθεί στην Ελευσίνα απ'όπου
παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις.
Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922,
παράλληλα με το Στρατιωτικό κίνημα
της Χίου, ο Πάγκαλος έχοντας
συστήσει απο καιρό μια ομάδα αξιωματικών
σχηματίζει την επιτροπή Αθηνών, η
οποία προχωρεί κατευθείαν σε
συλλήψεις πολιτικών και απελευθερώσεις
φιλελεύθερων προσωπικοτήτων. Με την
έλευση της επαναστατικής επιτροπής
Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος
διορίζεται διοικητής της σχολής
Ευελπίδων.
Στις 5 Οκτωβρίου συστήθηκε
ανακριτική επιτροπή για την τιμωρία
των υπευθύνων της Μικρασιατικής
καταστροφής με πρόεδρο τον Θεόδωρο
Πάγκαλο. Στην επιτροπή κατέθεσαν
όλοι οι κατηγορούμενοι και στις 24
Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα αυτής
με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες στους
κατηγορουμένους. Στη συνέχεια
συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο,
του οποίου τα μέλη, σε μεγάλο βαθμό,
ορίστηκαν απο τον Πάγκαλο. Σημαντικό
ρόλο διαδραμάτισε ο Πάγκαλος και στην
ουσιαστική αθώωση του πρίγκιπα Ανδρέα,
συμμαθητή του στη σχολή Ευελπίδων,
τον οποίο μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος στο
Φάληρο απ' όπου αναχώρησε για το
εξωτερικό. Παραδίδεται μάλιστα και
χαρακτηριστικός διάλογος μεταξύ των δύο
κατα τη διάρκεια της Ανάκρισης. Στο
ερώτημα του Πάγκαλου προς τον
πρίγκιπα Ανδρέα αν έχει παιδιά, ο
δεύτερος του απάντησε καταφατικά.
Τότε ο Πάγκαλος αποκρίθηκε:
«κρίμα που
θα μείνουν ορφανά»,
σίγουρος οτι παρα τις διεθνείς πιέσεις
το δικαστήριο δεν θα τον αθώωνε
προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό
αίσθημα. Μετά απο χρόνια ο ίδιος ο
Πάγκαλος δήλωσε οτι
«οι έξι
εκτελεσθέντες υπήρξαν μοιραία
κατ'ανάγκην θύματα στον βωμό της
πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές».
Στις 14 Νοεμβρίου του 1922 διορίστηκε
υπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση
Στυλιανού Γονατά. Στις 12
Δεκεμβρίου
παραιτήθηκε για να
αναλάβει την αρχιστρατηγία.
Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη
έχοντας έκτακτες εξουσίες. Για να
διευκολυνθεί στο έργο του η κυβέρνηση
κατόπιν υποδειξεώς του εξέδωσε δύο
νόμους, σύμφωνα με τους οποίους η
κλοπή υλικού απο τον στρατό και η εκ
δόλου έκδοση απαλλακτικού σε στρατιώτη
απο αξιωματικό της υγειονομίας θα
τιμωρείτο με εκτέλεση. Οι δύο αυτοί
νόμου καθώς και οι φήμες περι δεκάδων
εκτελέσεων που επίτηδες άφησε να
διαρεύσουν ο ίδιος ο Πάγκαλος
επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό την πειθαρχία
στο καταπονημένο στράτευμα.
Σύντομα κατάφερε να μετατρέψει μια
διασκορπισμένη μάζα στρατού με
χαμηλό ηθικό σε ισχυρό και αξιόμαχο
ετοιμοπόλεμο στρατό 115.000 ατόμων. Στην
αντίθετη πλευρά ο τουρκικός στρατός
της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση
με αυτόν του Έβρου. Ο Πάγκαλος πίστευε
οτι μπορούσε να καταλάβει την
Κωνσταντινούπολη αφού οι συνθήκες
τον ευνοούσαν. Η ελληνική διπλωματία
γνωρίζοντας το αξιόμαχο του στρατού
χρησιμοποίησε αυτόν ως όπλο προκειμένου
να συνθηκολογήσει με την Τουρκία.
Πράγματι στις 24 Ιουλίου του 1923
υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης.
Μετά την παραίτησή του, ο Θεόδωρος
Πάγκαλος αναχώρησε για το εξωτερικό
όπου επισκέφθηκε τη Γαλλία και την
Ελβετία. Στη Βέρνη ήρθε
μάλιστα σε επαφή με τον Ελευθέριο
Βενιζέλο, με τον οποίο διατηρούσε
στενή επαφή.
Το κύρος που είχε αποκτήσει ο
Πάγκαλος καθώς και η μεγάλη
απήχηση που είχε στους κύκλους των
προσφύγων, τον οδήγησε στην απόφαση
να συμμετάσχει στις εκλογές του
Δεκεμβρίου του 1923. Πριν απο αυτές
όμως θα λάβει ενεργό συμμετοχή στην
κατάπνιξη του Κινήματος
Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη. Το χρονικό
διάστημα απο το κίνημα μέχρι τις εκλογές
ο Πάγκαλος με συνεχείς δηλώσεις και
άρθρα προσπαθεί να συσπειρώσει τον
δημοκρατικό κόσμο και παράλληλα
να πετύχει την πραγματοποίηση
δημοψηφίσματος για τον καθορισμό του
πολιτειακού καθεστώτος. Στις 16
Δεκεμβρίου
του 1923 το κόμμα των
Φιλελευθέρων κερδίζει τις εκλογές. Ο
ίδιος ο Πάγκαλος εκλέγεται έχοντας
μάλιστα δική του κοινοβουλευτική ομάδα
δεκαπέντε βουλευτών. Οι διαμάχες
εντός και εκτός της Βουλής με φόντο
το πολιτειακό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα
έντονες. Εδώ πρέπει να σημειωθεί οτι
ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ είχε
εγκαταλείψει την Ελλάδα και οτι ο
Βενιζέλος είχε αναλάβει τα ηνία της
χώρας.
Το Κίνημα της 25ης Ιουνίου 1925.
Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου,
ύστερα απο σύσκεψη μεταξύ του προέδρου
της δημοκρατίας κ.α., παίρνει εντολή
σχηματισμού κυβέρνησης και
κατευθύνεται στο στρατόπεδο Ρουφ για να
συναντήσει τον Πάγκαλο. Ο Πάγκαλος
αρχικά φάνηκε διατεθειμένος να πάρει
μέρος στην κυβέρνηση αλλά στη
συνέχεια, και αφού έχει βεβαιωθεί οτι
το κίνημα έχει επικρατήσει, του
διαμηνύσε οτι μόνο ως πρωθυπουργός θα
έπαιρνε μέρος σε κυβέρνηση. Σε νέα
συγκέντρωση που γίνεται ο Παπαναστασίου
καταθέτει την εντολή σχηματισμού
κυβέρνησης. Έτσι ο Θεόδωρος Πάγκαλος
αναλαμβάνει την πρωθυπουργία την
26η Ιουνίου του 1925. Στην
κυβέρνηση που σχημάτισε ο ίδιος
κράτησε το υπουργείο στρατιωτικών.
Στην βουλή παρουσιαστήκε ως
πρωθυπουργός και πήρε ψήφο εμπιστοσύνης
απο όλους τους βουλευτές, πλην
δεκατεσσάρων βουλευτών. Τα κόμματα
Μιχαλακόπουλου και Καφαντάρη απείχαν. Με
διάταγμα της 30ης Σεπτεμβρίου του
1925 κατήργησε την βουλή με το
αιτολογικό οτι είχε χάσει την
εμπιστοσύνη του Έθνους. Οι πολιτικοί
αρχηγοί πιστεύοντας στις δεσμεύσεις
Πάγκαλου, του επέτρεψαν ουσιαστικά να
αναλάβει αναίμακτα τα ηνία της χώρας.
Η δικτατορία Πάγκαλου έμεινε στην
ιστορία κυρίως για δύο πράγματα όσον
αφορά την εσωτερική πολιτική, για
την αστυνομική διάταξη που απαγόρευε
στις γυναίκες να φοράνε φούστες που
απέχουν πάνω απο 30 πόντους απο το
έδαφος και για τα σκάνδαλα, στα
οποία αναμείχθηκαν μέλη της κυβέρνησης.
Στον οικονομικό τομέα, η δικτατορία
Πάγκαλου αναγκάστηκε να συνάψει
εσωτερικό δάνειο, διχοτομώντας το
χαρτονόμισμα. Έτσι εξοικονομήθηκαν
δύο δισεκατομμύρια δραχμές, ποσό πολύ
σημαντικό αν σκεφτούμε πόσοι πρόσφυγες
στην Ελλάδα βρίσκοντουσαν εκείνη την
εποχή. Αυξημένο είναι και το ποσοστό
ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα
καθώς και και πολλών ξένων εταιρειών
όπως η αγγλική εταιρεία ηλεκτροφωτισμού
Πάουερ.
Η δικτατορία Πάγκαλου επιδόθηκε σε
άγριες διώξεις πολιτικών προσώπων
και δημοσιογράφων καθώς και των
κομμουνιστών. Μεταξύ των
συλληφθέντων συγκαταλέγονται οι
Ιωάννης Μεταξάς, Αλέξανδρος
Παπαναστασίου, Νικόλαος Πλαστήρας,
Γεώργιος Παπανδρέου, Κύρος Κύρου,
διευθυντής της Εστίας, Γεώργιος
Βεντήρης, δημοσιογράφος κ.α. Κατα τη
διάρκεια της δικτατορίας απαγορεύθηκε
και η λειτουργία της εφημερίδας
Καθημερινή
και του
Ριζοσπάστη. Επίσης είχε
ιδρυθεί και ειδικό δικαστήριο, το
οποίο είχε καταδικάσει σε θάνατο δια
απαγχονισμού δύο καταχραστές
αξιωματικούς, τους Δρακάτο και
Ζαρειφόπουλο, οι οποίοι και
κρεμάστηκαν στο Γουδί.
Στα θετικά της δικτατορίας είναι η
ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών και η
αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου.
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος κατά τη διάρκεια της
εξουσίας του υιοθέτησε εθνικιστική
ρητορεία δημιουργώντας συγκρούσεις με τα
άλλα γειτονικά κράτη. Η εμμονή του
στην ιδέα περί εκδίκησης των Τούρκων
για την Μικρασιατική καταστροφή, τον
οδήγησαν σε απαράδεκτα διπλωματικά λάθη.
Ύστερα από την ελληνογιουγκοσλαβική
συνθήκη και το
«Επεισόδιο
του Πετριτσίου», το οποίο
προκάλεσε οργή στους κύκλους των
αξιωματικών και των πολιτικών, η
θέση του Πάγκαλου ήταν δύσκολη. Επίσης
οι συνεχείς διώξεις των πολιτικών
είχαν προκαλέσει δυσφορία στον λαό.
Η απαξίωση του πολιτικού λόγου και των
θεσμών, η αυθαιρεσία καθώς και η
έλλειψη σεβασμού στην δημοκρατία
επέφεραν την ανατροπή της δικτατορίας
Πάγκαλου. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αν
και γνώριζε για ύποπτες κινήσεις
αξιωματικών δεν έδωσε σημασία,
συνεχίζοντας την περιοδεία του στην
επαρχία όπου ετύγχανε ενθουσιώδους
υποδοχής. Στις Σπέτσες τον βρήκε
το κίνημα του Κονδύλη, ο οποίος
σε συνεργασία με άλλους αξιωματικούς
(Ντερτιλή, Κατσώτας, Κοκκαλάς)
επιχείρησε να ανατρέψει τον Πάγκαλο.
Στις εκλογές Μαρτίου του 1950 ο
Πάγκαλος κατέβηκε ως υποψήφιος με το
Εθνικό Κόμμα υπο τον Ναπολέοντα Ζέρβα.
Στις εκλογές το Εθνικό Κόμμα κατέλαβε
επτά έδρες, οι οποίες όμως κερδίθηκαν
κατα κύριο λόγο στην Ήπειρο με
αποτέλεσμα ο ίδιος να μην εκλεγεί.
Ήταν παντρεμένος από το 1901
με την Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη,
κόρη Αιγυπτιώτη πολιτικού μηχανικού
Υδραϊκής καταγωγής, με την οποία
απέκτησαν τέσσερα παιδιά:
Το 1902 τον Θησέα Πάγκαλο,
υποναύαρχο του πολεμικού ναυτικού, το
1909 τον Δημήτριο Πάγκαλο, εκδότη
της εβδομαδιαίας πολιτικής & οικονομικής
εφημερίδας, το
Μεσογειακό
Βήμα , το 1914 τον
Γεώργιο Πάγκαλο , αντιπτέραρχο της
αεροπορίας και πατέρα του πολιτικού
Θεόδωρου Πάγκαλου, την Αμαλία
Πάγκαλου, μετέπειτα σύζυγο του Γ.
Δομεστίκου, διευθυντή του πολιτικού
γραφείου του Πάγκαλου.
Απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1952
στο ξενοδοχείο «Χλόη», όπου διέμενε,
στην Κηφισιά από φυματίωση. Η κηδεία
έγινε δημοσία δαπάνη. Το 1950 είχαν
εκδοθεί τα απομνημονεύματά του.
Περισσότερες πληροφορίες για τον Θεόδωρο
Πάγκαλο θα παρουσιάσουμε σε άλλη
ενημέρωση μας, λόγω του μεγέθους των
πληροφοριών.
Πρωθυπουργοί
v
Κίτσος Τζαβέλας
αγωνιστής της επανάστασης του '21 και
πρωθυπουργός.
O Κίτσος Τζαβέλας (1800-1855)
ήταν Έλληνας αγωνιστής της
επανάστασης του '21 και μετέπειτα
υπουργός και πρωθυπουργός. Ήταν
γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός
του Λάμπρου Τζαβέλα. Μεγάλωσε
στην Κέρκυρα και το 1820 γύρισε μαζί
με τους Σουλιώτες στο Σούλι, όπου
ανακηρύχτηκε καπετάνιος σε ηλικία μόλις
19 χρονών. Πήγε στην Πίζα της Ιταλίας
για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς
για την Επανάσταση. Το 1822 γύρισε
και πήρε μέρος στις μάχες του
Κεφαλόβρυσου μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη.

Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη
νίκη της Άμπλιανης το 1824. Πολέμησε
στο Δίστομο και στο Κρεμμύδι.
Διέσπασε τα στρατεύματα του Κιουταχή
τον Ιούνιο του 1825 στο Μεσολόγγι
και μπήκε στην πόλη. Κατά την ηρωική
έξοδο των Μεσολογγιτών αρχηγός 2.500
ανθρώπων έσπασε τις γραμμές των Τούρκων
και πήγε στα Σάλωνα με 1.300 άνδρες.
Πήρε μέρος μαζί με τον Καραϊσκάκη
στις μάχες τις Αττικής και, μετά
το θάνατο του συνεργάτη του,
ανατέθηκε σ' αυτόν η αρχιστρατηγία
προσωρινά.
Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο.
Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, στα χρόνια της
Αντιβασιλείας, ρίχτηκε στη φυλακή. Ο
Όθωνας τον έκανε υποστράτηγο
κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή
του. Το 1844 αναδείχτηκε
Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση
Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός
και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών
πάλι.
Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στο
Μεσολόγγι.
v
Γεώργιος Κουντουριώτης
καραβοκύρης και πρωθυπουργός της.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης γεννήθηκε
στην Ύδρα το 1782 και ήταν αδερφός
του Λάζαρου Κουντουριώτη. Το
1824 εκλεχτηκε πρόεδρος του
Νομοτελεστικού στο Μεσολόγγι. Επι
Καποδίστρια διετέλεσε μέλος του
Πανελληνίου ενώ στη συνέχεια
διετέλεσε γερουσιαστής, σύμβουλος
Επικρατείας και υπουργός Ναυτικών.
Το 1848 διορίστηκε στην θέση του
πρωθυπουργού.

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης
Απεβίωσε στην Αθήνα το 1858.
Παιδιά του ήταν οι Θεόδωρος και
Ανδρέας Κουντουριώτης καθώς και η
Μαρία Κουντουριώτη, χήρα Μέξη,
σύζυγος του Μπενιζέλου Ρούφου. Εγγονός
του ήταν ο Παύλος Κουντουριώτης
και δισέγγονός του ήταν ο Θεόδωρος
Κουντουριώτης.
v
Αντώνιος Κριεζής,
υπηρέτησε στο Ελληνικό Ναυτικό
στην επανάσταση, αργότερα πολιτικός .
Ο Αντώνιος Κριεζής (1796-1865)
ήταν αγωνιστής κατά την Ελληνική
Επανάσταση του 1821 και αργότερα
δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Προερχόταν από οικογένεια της Ύδρας και
γεννήθηκε στην Τροιζήνα το 1796.
Στα 15 του αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον
αδερφό του Ιωάννη από Αλγερινούς
πειρατές, έγινε σκλάβος για τρία
χρόνια και επέστρεψε στην Ύδρα.
Μετά το ξέσπασμα την Επανάστασης του
1821 μετά από προτροπή του Λάζαρου
Κουντουριώτη εκτόπισε τον Αντώνιο
Οικονόμου στο Κρανίδι επειδή είχε
καταλάβει την εξουσία πραξικοπηματικά.
Πήρε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις
στη Σάμο (Ιούλιος 1821) και στη
Ναυμαχία των Σπετσών (8 Σεπτεμβρίου
1822). Συμμετείχε το 1825 μαζί με τον
Κανάρη στο εγχείρημα για την πυρπόληση
του αιγυπτιακού στόλου μέσα στο
λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Ο Αντώνιος Κριεζής
Το 1828 ο Καποδίστριας τον
διόρισε μοίραρχο του στόλου και το
1829 συνετέλεσε στην παράδοση
των Τούρκων της Βόνιτσας.
Επί Όθωνος προβιβάστηκε σε
αντιναύαρχο (ο πρώτος του ελληνικού
ναυτικού με αυτό τον βαθμό) και
ονομάστηκε αυλάρχης. Το 1836
έγινε υπουργός των Ναυτικών. Στις
12 Δεκεμβρίου 1849 διαδέχτηκε τον
Κανάρη στην πρωθυπουργία ως τις 16
Μαΐου 1854.
Ήταν παντρεμένος με την Κυριακούλα
Βούλγαρη, κόρη του Γεωργίου
Βούλγαρη. Πέθανε στην Αθήνα το 1865.
v
Δημήτριος Βούλγαρης
πρωθυπουργός .
Ο Δημήτριος Βούλγαρης γεννήθηκε
στην Ύδρα στις 20 Δεκεμβρίου 1802 και
πέθανε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου
1877. Ήταν γιος του
κοτζαμπάση της Ύδρας Γεωργίου Βούλγαρη
και είχε παντρευτεί την κόρη του
Λάζαρου Κουντουριώτη. Ήταν γνωστός
και με το προσωνύμιο Τζουμπές,
λόγω της μακριάς ποδιάς-μανδύα που
συνήθιζε να φορά. Το 1855
διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο,
έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός της
Ελλάδας. Διετέλεσε συνολικά
τέσσερις φορές πρωθυπουργός. Ήταν
εκπρόσωπος της Ύδρας στην Εθνική
Συνέλευση της Επιδαύρου το 1826 και
στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το
1827. Υπήρξε φανατικός πολέμιος και
πολιτικός αντίπαλος του Ιωάννη
Καποδίστρια. Διετέλεσε ακόμα
υπουργός και γερουσιαστής. Επί Όθωνα
επέστρεψε στην Ύδρα, όπου διετέλεσε
δήμαρχος. Το 1864 διενήργησε εκλογές,
τις οποίες ενόθευσε, αλλά δεν
κατώρθωσε να επιβληθεί. Η κόρη
του ήταν παντρεμένη με τον Δημήτριο
Πατρινό.
Ο Δημήτριος Βούλγαρης αντιπροσώπευσε
καθ' όλη τη διάρκεια της πορείας του τον
κοτζαμπασισμό.
v
Αθανάσιος Μιαούλης
πρωθυπουργός .
Ο Αθανάσιος Μιαούλης (Ύδρα 1815-
Παρίσι 1867) ήταν γιος του Ναύαρχου
της ελληνικής επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη
της ιστορικής υδραίικης οικογένειας των
Μιαούληδων. To 1829 φοίτησε στη
Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου ως
υπότροφος του Βασιλέως της Βαυαρίας
Λουδοβίκου. Μετά την αποφοίτησή του
υπηρέτησε επί τριετία στον αγγλικό
στόλο από τον οποίο και κατατάχθηκε στο
ελληνικό πολεμικό ναυτικό όπου λόγω
της κατοχής της αγγλικής γλώσσας
προσλήφθηκε υπασπιστής του Βασιλέως
Όθωνα. Εισερχόμενος αργότερα στη
πολιτική εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας
(25 Σεπτεμβρίου 1855)
αναλαμβάνοντας υπουργός των Ναυτικών
επί κυβερνήσεως Δημητρίου Βούλγαρη.
Υφιστάμενης τότε της γαλλικής κατοχής
και μετά από διαφώνία Πρωθυπουργού και
Βασιλέως όπου και παραιτήθηκε η
κυβέρνηση, τότε ανατέθηκε η
πρωθυπουργία στον Αθανάσιο Μιαούλη
(1857). Τότε προέκυψε και το ζήτημα
της διαδοχής του θρόνου. Αργότερα
ακολούθησε σφοδρή επίθεση εναντίον του
από την αντιπολίτευση ότι η κυβέρνησή
του
«ρυμουλκείται από την αυστριακή πολιτική
παραβιάζοντας τους θεσμούς».
Ακολούθησε η απόπειρα κατά της ζωής
της Βασίλισσας Αμαλίας μετά την
οποία και εκδηλώθηκε η στάση του
Ναυπλίου. Μετά όμως τη καταστολή του
κινήματος εκείνου (25 Απριλίου 1862) ο
Αθανάσιος Μιαούλης παραιτήθηκε
παραδίδοντας την αρχή στον Γενναίο
Κολοκοτρώνη.
Κατά την αποχώρηση του Βασιλέως Όθωνα
και της Βασίλισσας Αμαλίας, εκτός
Ελλάδας, που επέβαλαν οι Μεγάλες
Δυνάμεις ο Αθανάσιος Μιαούλης ακολούθησε
αυτούς στο εξωτερικό απ΄ όπου και
επανήλθε κατά την ενθρόνιση του Βασιλέως
Γεωργίου του Α' (1863), χωρίς να
αναμιχθεί πλέον με την πολιτική.
Πέθανε τέσερα χρόνια μετά το 1867
στο Παρίσι.
v
Πέτρος Βούλγαρης
πρωθυπουργός .
Ο Πέτρος Βούλγαρης γεννήθηκε
το 1883 στην Ύδρα και έζησε τα πρώτα
χρόνια της ζωής του στην ενορία των
Τριών Ιεραρχών. Γονείς του ήταν οι
Υδραίοι Γεώργιος Π. Βούλγαρης,
γιος του Πέτρου, αδερφού του Γεωργίου
Βούλγαρη, και Αρχόντω Ι. Βατσαξή.
Στα 1885, χρονιά θανάτου του πατέρα του,
εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του
στην Αθήνα, στο σπίτι της
οικογένειας Βατσαξή στην οδό Σωνιέρου 16
στην περιοχή της Πλατείας Βάθη.
Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο, στο
σχολαρχείο, στο Γυμνάσιο και
στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων απ'
όπου αποφοίτησε με το βαθμό του
Σημαιοφόρου. Από το γάμο του με
την ιταλικής καταγωγής Ερώ ντε Πιάν
απέκτησε δύο παιδιά, την Αρχόντω -
Τατιανή και τον Γεώργιο.
Ξεκίνησε τη ναυτική του καριέρα
υπηρετώντας σε πλοία του Ελληνικού
Στόλου. Μετεκπαιδεύτηκε στο
Γαλλικό στόλο και επιστρέφοντας στην
Ελλάδα συνέχισε να υπηρετεί σε πολεμικά
πλοία του στόλου. Πολιτικά υπήρξε
υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου,
επηρεασμένος προφανώς από τους
συμπατριώτες του Αντώνιο Σαχτούρη και
Παύλο Κουντουριώτη. Τοποθετήθηκε
Διευθυντής του Γραφείου Υπουργού
Ναυτικών και αργότερα ως
Διευθυντής της Αεροπορικής Βάσης Παλαιού
Φαλήρου. Στα 1924 και 1935
αποστρατεύτηκε για πολιτικούς λόγους
με το βαθμό του Υποναυάρχου ΠΝ και
έκτοτε ιδιώτευσε εργαζόμενος μέχρι του
1941, όταν με την κατάρρευση του
Ελληνο - γερμανικού μετώπου διέφυγε
με την οικογένειά του στη Μέση Ανατολή
και συγκεκριμένα στο Κάιρο.
Το Μάρτιο του 1943 ο Πρωθυπουργός
Εμμανουήλ Τσουδερός του ανέθεσε το
Υπουργείο Αεροπορίας και τον
Απρίλιο του 1944 ο Πρωθυπουργός
Σοφοκλής Βενιζέλος τον επανέφερε στην
ενέργεια με το βαθμό του Αντιναυάρχου
ΠΝ. Μετά την απελευθέρωση
επιστρέφει στην Ελλάδα ως Αρχηγός
Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και
Αρχηγός Στόλου.
Στις 8 Απριλίου του 1945 αναλαμβάνει
την πρωθυπουργία της χώρας και
υπηρετεί στη θέση αυτή επί έξι μήνες
και εννέα ημέρες, προσπαθώντας να
ενώσει τα διεστώτα στον πολιτικό χώρο
και να φέρει σε συνεννόηση τα πολιτικά
κόμματα. Η βραχύβια περίοδος
πρωθυπουργίας του χαρακτηρίζεται από
μετριοπαθή στάση, σύνεση,
αποφασιστικότητα και ικανότητα,
αρετές που δε στάθηκαν αρκετές να
ξεπεράσει τα οξυμένα πολιτικά πάθη
και να οδηγήσει τη χώρα σε δημοψήφισμα
για την επάνοδο ή όχι του Βασιλέα
Γεωργίου του Β΄ και σε εκλογές για
την ανάδειξη μιας δημοκρατικά εκλεγμένης
κυβέρνησης. Η απογοήτευση και το
πολιτικό αδιέξοδο τον οδήγησαν σε
παραίτηση από το αξίωμά του στις 8
Οκτωβρίου 1945. Επέστρεψε αθόρυβα
στον ιδιωτικό βίο και εργάστημε μέχρι το
θάνατό του στις επιχειρήσεις Μποδοσάκη.
Πέθανε το 1957 στο Ναυτικό Νοσοκομείο
Αθηνών από καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία
74 ετών. Η κηδεία του έγινε στη
Μητρόπολη Αθηνών, του αποδόθηκαν δε
τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού. Η
ταφή του έγινε δημοσία δαπάνη στο Α΄
Νεκροταφείο Αθηνών.
v
Αλέξανδρος Διομήδης
πρωθυπουργός.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης - Κυριακός
(22 Δεκεμβρίου 1875 - 1951) ήταν νομικός
και πολιτικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα
και ήταν γιος του Νικολάου Διομήδη,
νομικού, και της Ελένης Φιλαρέτου.
Καταγόταν από μεγάλη οικογένεια νομικών
και πολιτικών. Ο παππούς του
Διομήδης Κυριακός ήταν καθηγητής
νομικής, όπως και ο θείος του
Βασίλης Οικονομίδης, και πρωθυπουργός
για ένα διάστημα. Η δε οικογένεια
Κυριακού ήταν μεγάλη ναυτική
Σπετσιώτικη οικογένεια που προσέφερε
πολλά στην επανάσταση του 1821. Λόγω
λοιπόν της μεγάλης οικογενειακής
παράδοσης σπούδασε νομικά στην Αθήνα,
τη Βαϊμάρη, το Παρίσι, το Βερολίνο και
τη Λειψία, όπου αναγορεύθηκε και
διδάκτωρ.
Εντάχθηκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων
και για μία περίοδο διορίστηκε νομάρχης
Αττικής. Από το 1910 μέχρι το 1918
εκλέχθηκε βουλευτής Σπετσών και
διετέλεσε υπουργός Οικονομικών και
υπουργός Εξωτερικών. Το 1922
διετέλεσε προσωρινά υπουργός οικονομικών
και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε
Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας με
την οποία ασχολήθηκε, με κάποιες
διακοπές, μέχρι το έτος 1949, οπότε
ορκίστηκε αντιπρόεδρος της συμμαχικής
κυβέρνησης Σοφούλη τον οποίο και
διαδέχθηκε για έξι μήνες (30 Ιουνίου
1949 - 6 Ιανουαρίου 1950) στην
πρωθυπουργία.
Πέθανε στην Αθήνα το 1951
και ήταν παντρεμένος με την Ιουλία
Ψύχα. Με τον θάνατό του
κληροδότησε στο πανεπιστήμιο Αθηνών έναν
βοτανικό κήπο, ο οποίος πήρε και το
όνομα του. Εξέδωσε πολλές οικονομικές
μελέτες ενώ ασχολήθηκε και με την
Βυζαντινή ιστορία.
Καλλιτέχνες
v
Νίκος Εγγονόπουλος,
ζωγράφος και ποιητής.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος του
Παναγιώτου (21
Οκτωβρίου
1907 -
31 Οκτωβρίου
1985) ήταν
Έλληνας Καθηγητής του Ε.Μ.
Πολυτεχνείου,
ζωγράφος, σκηνογράφος και
ποιητής. Θεωρείται ένας από τους
μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του 30'
ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους
εκφραστές του
υπερρεαλιστικού κινήματος στην
Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα
μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και
δοκίμια.

Νίκος Εγγονόπουλος
Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην
Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές
του σπουδές, εσωτερικός σε Λύκειο του
Παρισιού. Το 1927 υπηρέτησε την
στρατιωτική του θητεία και μετά την
απόλυσή του εργάστηκε ως μεταφραστής
σε τράπεζα και γραφέας στο
Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930
διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων
ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων
Πόλεων.
Το 1932 γράφτηκε στη Σχολή Καλών
Τεχνών όπου μαθήτευσε κοντά στον
Κωνσταντίνο Παρθένη ενώ παράλληλα
παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής
τέχνης και στο εργαστήριο του Φώτη
Κόντογλου και Α.Ξυγγόπουλου, μαζί με
τον Γιάννη Τσαρούχη. Έκανε
ελεύθερες σπουδές στο Παρίσι, Βιέννη,
Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη
Σχολή αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π.,
ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και
σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά
ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και
τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο
γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς
καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο
Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης
Μόραλης και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο.
Σε όλο το διάστημα των σπουδών
ζωγραφικής, ο Εγγονόπουλος παρέμεινε
στην θέση του στο Υπουργείο και το
1934 τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική
Υπηρεσία όπου μετά έξι χρόνια
μονιμοποιήθηκε με τον βαθμό του
Σχεδιαστή Α' Τάξεως.
Τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του
παρουσιάστηκαν το 1938 στην Έκθεση
Τέχνη
της Νεοελληνικής Παραδόσεως
και αποτελούσαν έργα που απεικόνιζαν
παλαιά σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας.
Την ίδια χρονιά σημειώθηκε και η
είσοδος του στα ελληνικά γράμματα,
αρχικά με την δημοσίευση μεταφράσεων
σε ποιήματα του Τριστάν Τζαρά και
λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1938,
την κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής
συλλογής με τον τίτλο
Μην
ομιλείτε εις τον οδηγό.
Το Σεπτέμβριο του 1939 εκδόθηκε η
δεύτερη ποιητική συλλογή του
Τα
Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής
ενώ το Νοέμβριο πραγματοποιήθηκε η πρώτη
ατομική έκθεση ζωγραφικής του, στο
σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Την ίδια
περίοδο εργάστηκε για την παράσταση της
Ηλέκτρας
του Σοφοκλή στο Θέατρο
Κοτοπούλη, σχεδιάζοντας τα
κοστούμια των ηθοποιών και συμμετείχε σε
ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών
στη Νέα Υόρκη.
Το 1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό
Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην
έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου
Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το
1956. Στα 1949 συμμετείχε στην ίδρυση
του καλλιτεχνικού ομίλου
Αρμός
με σκοπό την προώθηση μιας
σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον
ελληνικό χώρο, μαζί με άλλα μέλη στα
οποία περιλαμβάνονταν οι ζωγράφοι
Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Μόραλης
και Τσαρούχης. Παράλληλα
εργάστηκε στο Υπουργείο Οικισμού και
Ανοικοδομήσεως και σε συνεργασία με την
αρχιτεκτονική ομάδα του Πικιώνη
σχεδιάζε νέα κτίρια.
Τα επόμενα χρόνια, συμμετείχε σε
αρκετές ομαδικές εκθέσεις ενώ το
1954 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η
Μπιενάλε της Βενετίας με συνολικά 72
έργα του. Την ίδια περίοδο, εκλέχθηκε
μόνιμος επιμελητής του Πολυτεχνείου και
παραιτήθηκε οριστικά από το Υπουργείο
Δημοσίων Έργων. Το 1958 του
απονεμήθηκε το Πρώτο Κρατικό Βραβείο
Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής
Παιδείας για την ποιητική συλλογή
Εν Ανθηρώ
Έλληνι Λόγω ενώ το
1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο
από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο Β΄ με
το παράσημο
Χρυσούς
Σταυρός
του Γεωργίου Α'. Το κρατικό
βραβείο ποίησης θα του απονεμηθεί
αργότερα για δεύτερη φορά το 1979 καθώς
και το παράσημο του Ταξιάρχη του
Φοίνικος. Υπήρξε μέλος του
Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου, της
Ελληνικής Εταιρίας Αισθητικής, της
Societe Europeennee de Culture κ.ά.
Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.
Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (οδού
Αναγνωστοπούλου).
Πίνακές του υπάρχουν στην Εθνική
Πινακοθήκη, στις Δημοτικές
Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης,
στο Μουσείο Θεάτρου στο Εθνικό
Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε
ιδιωτικές συλλογές.
Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς
και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε
δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο
της Αθήνας.
Ποιήματά του Εγγονόπουλου έχουν
μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά,
ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά,
ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο.
Επιπλέον έχουν μελοποιηθεί από το
Νίκο Μαμαγκάκη και τον Αργύρη
Κουνάδη, ο οποίος έγραψε τη μουσική
υπόκρουση στο ποίημα
Μπολιβάρ
για το δίσκο της εταιρίας
Διόνυσος,
σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου.
Το έτος 2007
είχε ανακηρυχθεί από τον
καλλιτεχνικό κόσμο της Χώρας ως
«Έτος Ν.
Εγγονόπουλου».
Πιστεύουμε ότι με αυτό το αφιέρωμα όλοι
οι
επισκέπτες – αναγνώστες
του
Apodimos.com
,
Έλληνες και οι Απόδημοι αδελφοί μας
στους οποίους αφιερώσαμε τις
πληροφορίες για τους διάσημους Αρβανίτες
έμαθαν πολλά και δεν θα πρέπει
ξεχνούν τους Αρβανίτες διότι
πραγματικά είναι οι
«Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού»,
ενώ για τους διάσημους Αρβανίτες
τους προτρέπουμε για περισσότερες
πληροφορίες να πάρουν από την
οποιαδήποτε βιβλιοθήκη διότι ο όγκος
των πληροφοριών για τους Αρβανίτες είναι
μεγάλος.
Πηγές
:
Apodimos.com
με πληροφορίες από το
el.wikipedia.org