ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ.
Δοκίμιο
Του
συνεργάτη του
www.Apodimos.com Ιωάννου Μπένου
Η
Ελλάδα έχει ζήσει την αποδημία και από τις δύο όψεις και ως
χώρα εξαγωγής μεταναστών και ως χώρα υποδοχής. Για αυτό
τον λόγο θα πρέπει να ενημερώσουμε όλους τους Έλληνες και Απόδημους
επισκέπτες – αναγνώστες μας για την διαφορά της Αποδημίας και
Μετανάστευσης . Και τους γνωρίζουμε ότι η μετανάστευση είναι
η, για διάφορους λόγους, εγκατάλειψη του πατρικού εδάφους και
γίνεται, είτε από ανθρώπους είτε από ζώα.
Οι λόγοι που γεννούν το φαινόμενο της μετανάστευσης είναι
ποικίλοι κι εξαρτώνται από τις συνθήκες που επικρατούν κάθε
δεδομένη χρονική περίοδο και στους τόπους διαμονής και
στους τόπους αποδημίας. Μπορεί η μετανάστευση να έχει
μόνιμο ή προσωρινό χαρακτήρα ενώ η Αποδημία είναι
ο ξενιτεμός, ο μισεμός ή αλλαγή τόπου ή χώρας
κατοικίας του ανθρώπου , δηλαδή ο χώρος εκείνος
όπου έχουν διαμορφωθεί οι ειδικές ανάγκες για τον άνθρωπο
για να αλλάξει χώρο κατοικίας, όπου θα υπάρχει το σπίτι του.
Η αποδημία είχε για την Ελλάδα θετικά και όχι αρνητικά
αποτελέσματα, για αυτό θα πρέπει να τη δούμε ως τη θετική όψη
της παγκοσμιοποίησης . Η Αποδημία άρχισε να ωριμάζει η
σκέψη ενός ανθρώπου για να μεταβεί σε ξεχωριστού χώρου
κατοικίας για να δημιουργήσει το σπιτικό του, όταν οι
κίνδυνοι που παρουσιάζονταν για την επιβίωση του αυξάνονταν
όλο και περισσότερο. Και οι δυο έννοιες συνυπάρχουν στον
Απόδημο Ελληνισμό.
Για αυτό
τον λόγο θα παρουσιάσουμε το Δοκίμιο – Έρευνα του συνεργάτη
μας Ιωάνου Μπένου, όπου μέσα από αυτό, μέσα από λίγες
σελίδες όλοι οι επισκέπτες – αναγνώστες του
Apodimos.com θα μπορούν να γευθούν ορισμένες πληροφορίες που
θα του μείνουν (και μπορούν να τις έχουν στο αρχείο τους) ,
σαν να διάβασαν το Μεγάλο Βιβλίο που λέγετε Απόδημος Ελληνισμός .
ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ.
Του
Ιωάνου Μπένου
Η «Αποδημία»
ή η «Μετανάστευση» είναι ένα πανάρχαιο και μόνιμο
ταυτόχρονα ελληνικό φαινόμενο, που εκδηλώνεται σ’ όλη την
διάρκεια της ιστορίας και έχει τις ρίζες του στην
ανασυγκρότηση των πρώτων ανθρωπιστικών ομάδων. Οι κύριοι λόγοι
είναι η φτώχεια και το ανήσυχο ελληνικό πνεύμα.
Στην
αρχαία εποχή η μετανάστευση εμφανίζεται με την μορφή του
αποικισμού, που αποτελούσε μια σκόπιμη πολιτική πράξη της
πολιτείας και απέβλεπε στην μερική αποσυμφόρηση του πληθυσμού
της χώρας. Στην λεκάνη της Ανατ. Μεσογείου θεωρείται έτσι, ότι
οι αρχαίοι Κρήτες ήρθαν από την Αφρική ή την Ασία,
οι Φοίνικες ίδρυσαν την Καρχηδόνα και οι Έλληνες που ήρθαν
από τον Βορρά αποίκησαν όλα τα παράλια της Μεσογείου και του
Εύξεινου πόντου. Οι Ρωμαίοι μετανάστευσαν επίσης στον Νότο,
όταν τα γερμανικά φύλλα εισβάλανε με βίαιοι τρόπο στο Ρωμαϊκό
κράτος και οι Σλάβοι διείσδυσαν ειρηνικά στα Ανατολικά. Ο
ελληνισμός της αρχαίας διασποράς χάθηκε όμως στα βάθη των
αιώνων και απορροφήθηκε αργότερα απ’ τον εγχώριο
πληθυσμό.
Η
πραγματική μετανάστευση των Ελλήνων σε ξένες χώρες
αρχίζει στους νεότερους χρόνους, με την άλωση της
Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, που είναι βασικό
δημιούργημα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Οι απόδημοι τότε, που
είχαν την αποκλειστική ευθύνη της περιπέτειας τους, ήταν
ελεύθεροι να ενεργήσουν όπως ήθελαν και συνήθως μετανάστευαν σαν
μεμονωμένα άτομα και όχι σαν ένα ενιαίο σύνολο. Εκτός από
ελάχιστες περιπτώσεις, δεν εξασφαλιζόταν όμως καμιά κρατική
εγγύηση και προστασία γι’ αυτούς. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι
ο αυστριακός μαέστρος Φον Κάραγιαν καταγόταν από την Κοζάνη.
Οι
σοβαρότεροι λόγοι που οδήγησαν τους αρχαίους Έλληνες στην
αποδημία, που φαίνεται να παραμένουν και σήμερα οι ίδιοι,
είναι οι παρακάτω:
a.
Ο
Ορεινός Όγκος,
που δεν επαρκεί για την διατροφή του πληθυσμού, καθώς η
καλλιεργήσιμη έκταση φτάνει μόλις το 20% περίπου της ολικής
επιφάνειας και η πυκνότητα του πληθυσμού υπολογίζεται σε σχέση με
την συνολική έκταση σε 64 περίπου κατοίκους ανά τετραγ. χλμ. Η
αναλογία αυτή σχετικά με την καλλιεργήσιμη επιφάνεια φτάνει τους
230 περίπου κατοίκους ανά τετραγ. χλμ. Το μεγαλύτερο μέρος των
κατοίκων της χώρας είναι συνήθως γεωργοί με μικρές εκτάσεις
και ασήμαντη αποδοτικότητα του εδάφους, που δείχνει καθαρά την
αδυναμία της χώρας να θρέψει τον πληθυσμό της και να εξασφαλίσει
στους κατοίκους την στοιχειώδη διαβίωση. Η μοναδική διέξοδος
λοιπόν, ήταν η μετανάστευση σε άλλες πιο ευημερούσες χώρες.
b.
Η
Γεωγραφική Θέση,
που υπέστη διάφορες επιδρομές και για ν’ αποφευχθεί η πολύ σκληρή
μεταχείριση των εισβολέων, οι κάτοικοι συνήθιζαν να μεταναστεύουν
κατά κύματα.
c.
Η Καταπίεση
από άλλους πιο ισχυρότερους λαούς.
d.
Η
Αναζήτηση
μιας καλύτερης τύχης.
e.
Η Δίψα
της περιπέτειας.
f.
Η
Επικίνδυνη Αύξηση
του πληθυσμού.
g.
Η
Καταδίωξη
για πολιτικούς ή θρησκευτικούς λόγους από τους αντιπάλους και
Η
Αναφορά
ανάμεσα στα πιο βασικά αίτια της μετανάστευσης και της
ιδιάζουσας ψυχοσύνθεσης της φυλής, που χαρακτηρίζεται από την
ροπή στην περιπέτεια, το θάρρος, την φιλοδοξία,
την ευφυΐα, την εργατικότητα, την αγάπη στο εμπόριο
κλπ. Όλ’ αυτά συνθέτουν έναν ανήσυχο χαρακτήρα, που βρίσκει
ικανοποίηση στην αναζήτηση του νέου και του άγνωστου. Οι
μετανάστες γίνονται συχνά δημιουργικά μέλη της νέας τους
πατρίδας. Διατηρούν ωστόσο, όλους τους δεσμούς με την
γενέτειρα τους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όταν
μετακινούνται μαζικά. Οι απόδημοι είναι συνήθως, τα πιο
δραστήρια, τα πιο νέα και τα πιο ανήσυχα άτομα.
Στην
διάρκεια της ιστορίας παρατηρούνται αλλεπάλληλες αποδημίες,
όπως ο αρχαίος Ελληνικός αποικισμός, ο Αλεξανδρινός
αποικισμός, η μετανάστευση την εποχή της Τουρκοκρατίας
και η νεότερη μετανάστευση, που συνεχίζεται αμείωτη από τα
τέλη του 19ου αιώνα.
Ιδιαίτερη σημασία για την χώρα έχει σήμερα η μετανάστευση στην
εποχή της Τουρκοκρατίας και η νεότερη, καθώς το μεταναστευτικό
ρεύμα δημιουργήθηκε κυρίως από την αποφυγή της τυραννίας του
τουρκικού ζυγού. Στα πρώτα χρόνια της δουλείας, η φυγή στις
χριστιανικές χώρες διογκώνεται σημαντικά, μεταξύ των πιο μορφωμένων
Ελλήνων. Η εγκατάσταση γίνεται κυρίως στην Ιταλία
(Βενετία, Γένουα, Πίζα, Λιβόρνο, Μιλάνο κ.α), την Κεντρική Ευρώπη
(Γερμανία, Βέλγιο κ.α) και την Ρωσία. Οι μετανάστες παρά
τον μεγάλο ανταγωνισμό των ντόπιων, κατόρθωσαν πολύ εύκολα να
επιβληθούν και να εξελιχθούν σε εμπορικούς και μεσιτικούς παράγοντες.
Δημιουργήθηκαν έτσι πολλές ελληνικές παροικίες σ’ όλη την
Ευρώπη, που διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο στην ελληνική
επανάσταση του 1821 και αργότερα συνέβαλαν θετικά στην
πνευματική και την οικονομική αναγέννηση του νέου κράτους.
Το
δεύτερο στάδιο της νεώτερης ελληνικής αποδημίας αρχίζει το 1880
και διαρκεί μέχρι την μικρασιατική καταστροφή. Μετά την
απελευθέρωση όμως και την δημιουργία του νέου ελληνικού
κράτους, πολλοί μετανάστες ενθαρρυμένοι από την χώρα
παλιννοστούν. Αλλά το χαμηλό βιοτικό επίπεδο και η
πολύ μικρή οικονομική δραστηριότητα δεν εξασφάλιζαν καμιά ανάπτυξη
και το ρεύμα αυτό ανακόπτεται από το σύνολο και ξεκινά ένα νέο
κύμα αποδημίας.
Οι
νέοι μετανάστες,
που είναι κυρίως άντρες παραγωγικής ηλικίας από 15 – 40 ετών,
κατευθύνονται στην Αίγυπτο, στην Βόρεια Αμερική και
την Αυστραλία. Η μετανάστευση αυτή, αποτέλεσε αληθινή
πανωλεθρία για την χώρα. Την εποχή αυτή οι ΗΠΑ βάδιζαν σε μια
χωρίς προηγούμενο οικονομική ανάπτυξη, που έλκυαν σαν
μαγνήτης τους φτωχούς γεωργικούς και κτηνοτροφικούς πληθυσμούς
της χώρας. Οι ελληνικές παροικίες της Ευρώπης αρχίζουν να
παρακμάζουν. Αντίθετα η Αίγυπτος, εξακολουθεί να προσελκύει
πολλούς μετανάστες από τα υπόδουλα ακόμη μέρη και δημιουργεί
μεγάλες γεωργικές και εμπορικές επιχειρήσεις.
Η
μετανάστευση συνεχίζεται έντονη μέχρι το 1922. Η Αργεντινή,
ο Καναδάς, η Ν. Αμερική και η Αιθιοπία αρχίζουν
να δέχονται πολλούς Έλληνες μετανάστες. Αυτοί που αποδήμησαν
στο διάστημα αυτό, ανέρχονται συνολικά σε εκατοντάδες χιλιάδες
άτομα. Εκτιμάται ότι από το 1922 μέχρι το 1950, λόγω των
οικονομικών δυσχερειών από τους πολέμους, αποδήμησαν συνολικά
107.000 άτομα, ενώ από το 1950 μέχρι το 1956 μετανάστευσαν
68.000 άτομα. Απ’ αυτά τα πιο πολλά πήγαν στην Αμερική,
την Αυστραλία, τον Καναδά, την Βραζιλία, την
Αργεντινή, το Βέλγιο, την Γαλλία και την
Γερμανία.
Μετά
τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μέχρι το 1958,
ο «Απόδημος Ελληνισμός»
αριθμούσε στην Ασία 570.000, στην Ευρώπη 125.000, στην
Αμερική 620.000, στην Αφρική 95.000 και στην Αυστραλία
90.000 άτομα. Αργότερα όμως ο Απόδημος Ελληνισμός στην Ευρώπη
μειώθηκε σημαντικά και στην Αφρική, λόγω του επαναπατρισμού
των Ελλήνων της Αιγύπτου, έφθινε συνεχώς. Τα πολιτικά γεγονότα,
με την απαλλοτρίωση και την εθνικοποίηση των κτημάτων
και των περιουσιών τους στην Ρωσία, την Ρουμανία, την
Βουλγαρία την Αίγυπτο κ.α. έπληξαν την οικονομική ευεξία των
αποδήμων Ελλήνων και τους ανάγκασαν να επιστρέψουν πίσω.
Οι
μετανάστες διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες:
a)
Τους
Μόνιμους,
που θεωρούνται όσοι Έλληνες υπήκοοι έχουν μόνιμη κατοικία
στην χώρα και μεταβαίνουν σε μια χώρα του εξωτερικού για να
εγκατασταθούν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα έτος και
b)
Τους
Προσωρινούς,
που θεωρούνται όσοι Έλληνες υπήκοοι έχουν μόνιμη κατοικία στην
χώρα και μεταβαίνουν σε μια ξένη χώρα, για να παραμείνουν και
να εργασθούν για χρονικό διάστημα λιγότερο από ένα έτος.
Προσωρινοί θεωρούνται επίσης κι’ εκείνοι που προορίζονται να
εργασθούν σε πλοία που εκτελούν δρομολόγια στο εξωτερικό. Από τα
27. 457 άτομα που μετανάστευσαν προσωρινά το 1960, τα
26.966 περίπου ήταν ναυτικοί. Υπολογίζεται ότι οι
περισσότεροι Έλληνες μετανάστες το 1960, απορροφήθηκαν από την
Γερμανία, την Αυστραλία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ.
Οι
μεγαλύτερες αποικίες του απόδημου ελληνισμού βρίσκονται σήμερα στις
ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Αίγυπτο. Οι πιο διάσημοι
Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Αμερική από τον 16ο αιώνα
είναι, ο Θ. Γκριέγκος, ο Ι. Φωκάς και ο Καπετάν
Θωμάς.
Η
δημιουργία της «Ομογένειας»
της ελληνικής κοινωνίας, αρχίζει από τα τέλη του 19ου
και τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι απλοϊκοί
γεωργοί και κτηνοτρόφοι φτάνουν από τα πιο φτωχά μέρη της χώρας.
Πολλοί απ’ αυτούς προόδευσαν στο εμπόριο και τα παιδιά τους
διακρίθηκαν στις επιστήμες και τις τέχνες. Οι κοινότητες
ονομάζονται τότε «Ελληνορθόδοξες»
και διατηρούν άσβεστη την πίστη και την ελληνική ιδέα. Αρχικά η
αποδημία είχε προσωρινό χαρακτήρα και απέβλεπε στην
συγκέντρωση κάποιας περιουσίας, που θα επέτρεπε σ’ όσους
επέστρεφαν στην πατρίδα να ζήσουν πιο άνετα στα τελευταία χρόνια
της ζωής τους. Πολλοί παντρεμένοι άφηναν τις οικογένειες τους
στην χώρα και τις συντηρούσαν στέλνοντας χρηματικά εμβάσματα.
Όλοι ζούσαν όμως, με το όνειρο του επαναπατρισμού και οι
ανύπαντροι, παντρεύονταν στο εξωτερικό Έλληνιδες.
Ο Β΄
Παγκόσμιος πόλεμος εξανάγκασε πολλούς απ’ αυτούς ν’ αποκτήσουν την
αμερικανική υπηκοότητα,
που δημιούργησε το λεγόμενο «Παροικιακό
Πρόβλημα». Η 2η και η 3η γενεά
που γεννήθηκε και ανατράφηκε μακριά από την χώρα, κινδυνεύει ν’
αφομοιωθεί. Το σχολείο, η εκκλησία και τα προξενεία
είναι οι μόνοι παράγοντες, που εργάζονται για ν’ αποτρέψουν
την απορρόφηση από το περιβάλλον. Στις ΗΠΑ υπάρχουν έτσι
σήμερα 355 ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες με την δική τους
φιλόπτωχη οργάνωση, που λειτουργεί με γυναικεία μέλη, ενώ η
λεγόμενη «Γκόγια» είναι μια
οργάνωση για νεαρά αγόρια κορίτσια. Εξίσου γνωστή είναι επίσης
και η «Αρχιδιακονία», που η
ετήσια εισφορά κάθε οικογένειας ανέρχεται περίπου στα 20 δολάρια.
Η οργάνωση αυτή συντηρεί το λεγόμενο
«Θεολογικό Σεμινάριο» που αποφοιτούν σήμερα οι
κληρικοί, που άλλοτε προέρχονταν από την χώρα. Επικεφαλής της
αμερικανικής εκκλησίας είναι ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής. Οι πιο
πολλές ελληνικές εκκλησίες υπάρχουν σήμερα στο Σικάγο και την
Νέα Υόρκη. Ακολουθούν η Φιλαδέλφεια, η Βαλτιμόρη,
η Ουάσινγκτον και το Λος Άντζελες. Αντίθετα με τις
εκκλησίες, η λειτουργία των ελληνικών σχολείων ήταν πολύ
περιορισμένη. Τελευταία όμως, ιδρύθηκαν πολλά με σκοπό την
εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, που συντηρούνταν κυρίως από
τις διάφορες κοινότητες. Ιδρύθηκαν ακόμη και πολλά ιδιωτικά,
αλλά τα παιδιά των Ελληνο – Αμερικάνων ήταν υποχρεωμένα από τον
νόμο να παρακολουθούν το αμερικάνικο σχολείο της περιοχής. Δεν
υπήρχε έτσι διαθέσιμος χρόνος και στα ελληνικά σχολεία διδασκόταν
μόνο η ελληνική γλώσσα.
Στην
Αμερική εκδόθηκαν περιστασιακά και συνεχίζουν να εκδίδονται
πολλές εφημερίδες και περιοδικά. Έτσι το 1892 εκδόθηκε στην
Βοστόνη ο «Νέος Κόσμος»,
η πρώτη ελληνόφωνη εφημερίδα. Το 1894 εκδίδεται στην Νέα
Υόρκη η εφημερίδα «Ατλαντίς»
και το 1915 ο «Εθνικός
Ταχυδρόμος» που εξακολουθεί να κυκλοφορεί ακόμη και
σήμερα. Στο Σικάγο κυκλοφορούν επίσης, οι εβδομαδιαίες
εφημερίδες «Ελληνικός Αστήρ»,
«Ελληνικός Τύπος» και
«Θεσσαλονίκη». Άλλες
ελληνικές εφημερίδες είναι, που κυκλοφορούν ευρέως σήμερα στο Λος
Άντζελες είναι οι «Καιροί»
και το «Ελληνο – Αμερικανικό
Βήμα».
Γνωστοί δημοσιογράφοι, που έμειναν στην Ιστορία
είναι ο Αδαμάντ. Πωλυζωϊδης, ο Δημ. Καλλίμαχος, ο
Δημ. Χριστοφίδης κ.α.
Στην
Αίγυπτο διακρίθηκαν επίσης, ο ποιητής Κων. Καβάφης, ο
πεζογράφος Νίκος Νικολαϊδης, ο ιστορικός Νομικός κ.α.
και σήμερα εκδίδονται τα περιοδικά
«Νέα Ζωή», «Γράμματα»,
«Φοίνικας»,
«Ερμής»,
«Σκέψις» κ.α. και οι
ελληνικές εφημερίδες
«Ταχυδρόμος», «Πάροικος»,
«Φως»,
«Σφίγξ»
κ.α.
Στην
Αυστραλία υπάρχουν σήμερα περισσότεροι από 600.000 ομογενείς, που
ευδοκίμησαν σαν έμποροι, γαιοκτήμονες, επιχειρηματίες και εργάτες.
Οι πιο πολλοί είναι εγκατεστημένοι στο Σίνδεϋ, που υπάρχει
ελληνική κοινότητα, άριστα οργανωμένη με εκκλησία και πολλά
σχολεία. Επικεφαλής της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας σε όλη
αυτή την περιοχή για την Αυστραλία είναι ο Μητροπολίτης της
Αυστραλίας και για την Νέα Ζηλανδία ο Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας.
Η
πρώτη ελληνική κοινότητα στην Αίγυπτο, ιδρύθηκε το 1842. Όλοι οι
Έλληνες συνέβαλαν τότε σημαντικά στην ανάπτυξη της
βαμβακοκαλλιέργειας και την ανάπτυξη του εμπορίου. Το
1927 οι ελληνικές κοινότητες ήταν συνολικά 33 και το 1955
ξεπερνούσαν τις 40. Οι εκκλησίες ανέρχονταν στις 60 και τα
δημοτικά σχολεία, χωρίς να υπολογίζονται τα ιδιωτικά έφθαναν τα 50.
Ιδρύθηκαν ακόμη πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα, όπως Παιδικοί
Σταθμοί, Νοσοκομεία, Ορφανοτροφεία, Γηροκομεία κ.α, που
συντηρούνταν με συνδρομές και κληροδοτήματα. Ο ελληνισμός της
Αιγύπτου όμως, με τα μέτρα της απορρόφησης του 1952, από 200.000
άτομα περιορίστηκε σε 10.000 περίπου. Στην Αίγυπτο υπάρχουν
επίσης, πολλά ελληνικά σχολεία που είναι οργανωμένα σύμφωνα με τα
ελληνικά πρότυπα και βοήθησαν την χώρα στις δύσκολες στιγμές,
με την προσφορά εθελοντών στους πολέμους και πολύ
σημαντική οικονομική βοήθεια. Ένα όμως πολύ μεγάλο όμως μέρος
του ελληνισμού της 2ης γενιάς και της 3ης
γενιάς στην Αίγυπτο χάθηκε οριστικά με τον επαναπατρισμό.
Όσοι αφομοιώθηκαν με τους ντόπιους, αλλαξοπίστησαν και δεν γνωρίζουν
καν την ελληνική γλώσσα. Δυστυχώς αυτή είναι η μοίρα των
περισσότερων αποδήμων, που ευημερούν συχνά στις ξένες χώρες και
ξεχνούν τις ρίζες τους.
Η
εθνική δραστηριότητα των μεταναστών καθορίζεται από διάφορες
οργανώσεις και συλλόγους, όπως η ΑΧΕΠΑ, η ΓΚΑΠΑ, η
Παμακεδονική, η Πανακαρδική κ.α. που φροντίζουν για
την προσαρμογή των μεταναστών στο νέο τους περιβάλλον.
Οι
Έλληνες απόδημοι (τις αρχές και μέσα του 20ου
αιώνα εποχής ) ονειρεύονται συχνά την ευτυχισμένη εκείνη
ημέρα της επιστροφής στην πατρίδα, καθώς εκεί έχουν αφήσει οι
περισσότεροι προσφιλή πρόσωπα, όπως η Σύζυγος, οι Γονείς και τα
Τέκνα, που τα συντηρούν με εμβάσματα. Σ’ ένα πρόχειρο
υπολογισμό του 1957 προέκυψε ότι οι αστικές και αγροτικές περιουσίες
των Ελλήνων του εξωτερικού, μαζί με τις εφοπλιστικές
υπερβαίνουν το 1 δισεκατομ. δολάρια περίπου με ετήσιο κέρδος 200
εκατομμ. δολάρια. Απ’ αυτά το 20% περίπου εισρέει στην χώρα.
Πολλοί από τους απόδημους υπήρξαν περιστασιακά εθνικοί ευεργέτες,
που βοήθησαν με κάθε τρόπο τους συγχωριανούς τους, έκτισαν
σχολεία και εκκλησίες και έκαναν διάφορα έργα υποδομής στην
ιδιαίτερη πατρίδα τους και τα χωριά τους. Ακόμη και σήμερα
πάρα πολλές οικογένειες συντηρούνται στα χωριά από τα εμβάσματα των
αποδήμων. Το μέγιστο εθνικό συμφέρον επιβάλλει ωστόσο, την
διατήρηση καθαρά της ελληνικής συνείδησης των τεχνών των αποδήμων,
που έζησαν και αναγράφηκαν σε ξένες χώρες. Σήμερα υπολογίζεται, ότι
οι μόνιμα εγκατεστημένοι απόδημοι που ζουν σ’ αυτές ανέρχονται
συνολικά σε 6 εκατομμ. Έλληνες. Απ’ αυτούς τα 2 εκατομμ.
περίπου ζουν στις ΗΠΑ και είναι αμερικανοί πολίτες. Στην
Αυστραλία υπάρχουν σήμερα περίπου 600.000 άτομα, στην
Ρωσία 375.000 και στον Καναδά 300.000 άτομα. Σε πολύ
μικρότερους αριθμούς υπάρχουν στην Βραζιλία, στην Αργεντινή, στις
χώρες της Αφρικής (Σουδάν, Ζαΐρ, Νότια Αφρική και Αιθιοπία).
Στην Δυτική Ευρώπη (Γαλλία, Βέλγιο, Σουηδία) οι απόδημοι
Έλληνες ανέρχονται συνολικά σε 500.000 άτομα περίπου, στην
Αγγλία σε 130.000, στην Γερμανία σε 230.000, στις
χώρες της Ανατ. Ευρώπης, εκτός από την Ρωσία, σε 46.000 άτομα
και στην Κωνσταντινούπολη σε 12.000 άτομα περίπου. Αν
αναλογιστεί λοιπόν κάποιος, ότι στην Κλασσική εποχή οι κάτοικοι
του σημερινού ελληνικού χώρου ήταν 10 εκατομμ. περίπου και μαζί
με τον ελληνισμό των αποικιών έφταναν τα 20 εκατομμ. προκύπτει
εύλογα το ερώτημα: «Είναι άραγε
η αποδημία ευλογία ή κατάρα για τους λαούς;».
Εμείς
σαν
Apodimos.com συγχαίρουμε τον συνεργάτη μας για προσπάθεια
του για την αποτύπωση του φαινόμενου της «Αποδημίας»
ή της «Μετανάστευσης» του Απόδημου Ελληνισμού μέσα σε
λίγες σελίδες που να τις μπορούν να γευθούν οι επισκέπτες
– αναγνώστες μας , εκτός των αριθμών των στοιχείων των πληθυσμών
των αποδήμων οι οποίοι ίσως έχουν διαφοροποιηθεί με νεότερα
στοιχεία.