ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ.
Ενημερωτικό Δοκίμιο
Του συνεργάτη του www.Apodimos.com Ιωάννου Μπένου
Τελικά πραγματοποιηθήκαν οι Εκλογές της 7 Ιουνίου για την ανάδειξη των Ελλήνων ευρωβουλευτών με τα γνωστά αποτελέσματα που αναφερθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο μας. Στην προεκλογική περίοδο ήταν πασιφανές το γεγονός της απολιτικοποίησης των ψηφοφόρων που συνεχώς εντοπίζονταν σε όλες της δημοσκοπήσεις και έβαζαν σε προβληματισμό όλους. Τώρα όμως τα προβλήματα αλλάζουν και η ημέρα των Εθνικών εκλογών ίσως έλθει σύντομα ή μετά το τέλος της θητείας της σημερινής κυβέρνησης μια και ο Πρωθυπουργός της χώρας είναι αυτός που θα τις εξαγγείλει . Ενημερώντας όλους τους Έλληνες και τους Απόδημους αδελφούς μας τους λέμε ότι στο μυαλό μας η Νεολαία είναι το Μέλλον της Ελλάδος πρέπει να την ενημερώσουμε σωστά για τα δικαιώματά τους μεταξύ εκείνων είναι και το Εκλογικό Δικαίωμα διότι νέοι όμως σήμερα είναι μια γενιά, που σε μεγάλο βαθμό δεν ασχολείται ιδιαίτερα με την πολιτική και δεν αποτελεί την πλειονότητα εκείνων, που αποφασίζουν να συμμετέχουν στις διαδηλώσεις, χωρίς να νιώσουν την μοναξιά ανάμεσα στο πλήθος, κάτω από τον ήχο των κροτίδων και την έντονη οσμή των δακρυγόνων, που προκαλούν δάκρυα.
Μέσα από τις σκέψεις μας ότι ίσως και κάτι να διορθωθεί με τον σώφρονα χειρισμό των Ελλήνων πολιτικών, προτρέπουμε τους πολυπληθείς επισκέπτες-αναγνώστες του www.Apodimos.com πρέπει να ενημερωμένοι για τα πολιτικά θέματα και να ενημερωθούν και μέσα από την δική από την δική μας αρθογραφία κάνοντας ΚΛΙΚ στον τίτλο ενός έκαστου άρθρου που σας παρουσιάζουμε πιο κάτω :
Του ΑΥΓ του 2003 με τίτλο ΚΛΙΚ ΕΚΛΟΓΕΣ ή ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ; (ΟΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ του Υπουργού κ. Α. ΤΣΟΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ και του Βουλευτού της Ν.Δ. κ. Π. ΤΑΤΟΥΛΗ ).
Του ΦΕΒ του 2008 με τίτλο ΚΛΙΚ ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗ Ο ΝΕΟΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ και ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ.
Του ΜΑΡΤ του 2008 με τίτλο ΚΛΙΚ ΟΛΟΙ ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ.
παρουσιάζοντας τα οι νέοι να συμπεριφέρονται ως πολιτικοποιημένοι νέοι και οι μεγάλοι να μην πέφτουν στην βορά των τηλεπαραθύρων που συντείνουν την απολιτικοποίηση.
Για αυτό το σαν συμπληρωματική μορφή ενημέρωσης σας , σας παρουσιάζουμε το Δοκίμιο του συνεργάτη μας κ. Ιωάννου Μπένου με τον εν θέματι τίτλο.
ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ.
Ιωάννης Μπένος
Σ’ όλες τις δημοκρατικές χώρες οι πολίτες αποτελούν το εκλογικό σώμα ασκούν την γενική εποπτεία στο έργο της εκάστοτε κυβέρνησης και εκλέγουν τους πιο σπουδαίους αντιπροσώπους τους και ορίζει άμεσα ή έμμεσα ποιος θα τον κυβερνήσει, για μια 4ετία ή λιγότερο και ποια θα είναι η πολιτική, που θα είναι ακολουθήσει σ’ αυτό το διάστημα. Η ψήφος είναι λοιπόν το «Εκλογικό Δικαίωμα», που παραχωρείται από το κράτος στα συγκεντρώνοντα ορισμένες προϋποθέσεις μέλη της πολιτικής κοινωνίας και παρέχει την δυνατότητα της εκλογής των αρχόντων και την λήψη των αποφάσεων σε διάφορα θέματα, που υποβάλλονται σ’ αυτούς. Υπάρχουν πολλές θεωρίες σχετικά με την έννοια της ψήφου, που άσκησαν πολύ σημαντική επίδραση στην νομοθεσία και σε πολλές χώρες ρυθμίζεται με την παραχώρηση ή μη αυτού του δικαιώματος. Οι πιο σπουδαίες απ’ αυτές είναι:
a) Η Θεωρία, που δεσπόζει στην πολιτική οργάνωση του Ελληνικού, του Ρωμαϊκού και του Γερμανικού λαού και η ψήφος αποτελεί την βασική ιδιότητα του πολίτη και το αναγκαίο και φυσικό ακολούθημα της συμμετοχής του, σαν ενεργό μέλος, σε μια πόλη ή μια φυλή.
b) Η Θεωρία των φεουδαρχικών χρόνων, που η ψήφος εθεωρείτο ένα προνόμιο συνδεδεμένο με μια ορισμένη κοινωνική τάξη, μια γήινη ιδιοκτησία ή μια συμμετοχή σ’ ένα επαγγελματικό σωματείο.
c) Η Θεωρία του φυσικού δικαίου, που η ψήφος στηρίζεται στην αρχή της φυσικής ισότητας των ανθρώπων και του ανάλογου ενδιαφέροντος για τα κοινά.
d) Η Ηθική Θεωρία, που η άμεση ή η έμμεση συμμετοχή της στην διακυβέρνηση έχει μεγάλη σημασία και παρέχει σ’ όλα τ’ άτομα την δυνατότητα ανάπτυξης στην κοινωνία και
e) Η Νομική Θεωρία, που επικρατεί σήμερα και η ψήφος αποτελεί ένα πολιτικό προνόμιο, που παραχωρείται με νόμο και το εκλογικό σώμα είναι ένα βασικό όργανο διακυβέρνησης, που η σύνθεση του και η εξουσία του καθορίζονται από το κράτος.
Η βασική προϋπόθεση της κατοχής της ιδιοκτησίας για την απόκτηση του δικαιώματος της ψήφου, διατηρήθηκε για πολλά χρόνια μετά την αμερικανική (1776 μ.Χ) και την γαλλική επανάσταση (1789 μ.Χ). Όλοι οι υπερασπιστές αυτής της προϋπόθεσης προέβλεπαν σαν επιχείρημα, ότι οι κάτοχοι της ιδιοκτησίας παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινωνία και έχουν συναίσθημα της ευθύνης, για ν’ ασκούν όπως αρμόζει, το δικαίωμα της ψήφου. Σαν διαμαρτυρία σ’ αυτή την άποψη αναπτύχθηκε αργότερα, η θεωρία του φυσικού δικαίου και η ηθική θεωρία, που προέβαλλαν το επιχείρημα, ότι αυτοί που καταβάλλουν φόρους ή προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες, παίζουν μαζί με τους κατόχους της ιδιοκτησίας σημαντικό ρόλο στην πολιτική κοινωνία. Θεωρείται επίσης, ότι αν η ψήφος αποτελούσε δημόσια παραχώρηση θα έπρεπε η μόρφωση, αντί για την ιδιοκτησία, να είναι το βασικό κριτήριο. Η παλιά όμως αυτή κατάσταση μετά από πολλές αντιδράσεις σταδιακά υποχώρησε. Στην Γαλλία ωστόσο η προϋπόθεση αυτή το 1914 αντικαταστάθηκε με την προϋπόθεση της καταβολής φόρων και το 1848 με την απλή προϋπόθεση του άρρενος φύλου. Στις ΗΠΑ όμως που η ψήφος ρυθμιζόταν από τις επιμέρους πολιτείες ακολουθήθηκε το ίδιο γενικό σχήμα. Στην Αγγλία όλες οι προϋποθέσεις της ιδιοκτησίας χαλάρωσαν σταδιακά με τους μεταρρυθμιστικούς νόμους του 1867 και του 1884 και τελικά καταργήθηκαν το 1918. Στις διάφορες άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, που παραχωρήθηκε το δικαίωμα της ψήφου η ανάλογη νομοθεσία καθιέρωσε σαν απαραίτητη προϋπόθεση την ιδιοκτησία ή την πολλαπλή ψήφο σε ορισμένες μόνο κατηγορίες και έδωσε μεγαλύτερο ειδικό βάρος στην ψήφο των κατόχων. Με την λήξη του 19ου αιώνα, το δικαίωμα της ψήφου σε μερικές χώρες του δυτικού κόσμου είχαν μόνο όλοι οι ενήλικες άντρες. Στην χώρα μετά την ανεξαρτησία, δεν ίσχυσε κανένας απολύτως περιορισμός. Οι γυναίκες είχαν το δικαίωμα της ψήφου, σε λίγες σχετικά χώρες μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, καθώς υποστηριζόταν ότι η συμμετοχή τους στα κοινά θα είχε άσχημες συνέπειες στην ιδιότητα της συζύγου και της μητέρας, στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος της θα επηρεαζόταν σημαντικά από τα συναισθήματα της, παρά από την λογική, το ενδιαφέρον τους για τα κοινά είναι από την φύση τους ασθενές και διατηρούταν μέχρι να περάσει η μόδα της εποχής, ενώ αν έκαναν χρήση της ψήφου τους θα ψήφιζαν τους συζύγους ή τους πατεράδες τους. Τα επιχειρήματα όμως αυτά δεν ήταν δυνατόν ν’ αντέξουν μετά από την γενίκευση της παιδείας, την οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών και τις πολύτιμες υπηρεσίες, που προσέφεραν στο Έθνος στην διάρκεια της πολεμικής περιόδου και το 1918 η Αγγλία παραχώρησε τελικά το δικαίωμα της ψήφου σ’ όλες τις γυναίκες, που είχαν υπερβεί το 30ο έτος της ηλικίας τους και μετά από μια 10ετία σ’ όλες τις ενήλικες γυναίκες. Οι ΗΠΑ με συμπληρωματική συνταγματική διάταξη, που ψηφίστηκε το 1920, κατήργησαν κάθε είδος διάκρισης του φύλου στην παροχή αυτού του δικαιώματος. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, η Γαλλία, η Ιταλία και άλλες χώρες κατέστησαν την ψήφο καθολική. Στην χώρα μας οι γυναίκες απέκτησαν τα πολιτικά τους δικαιώματα από το 1952 και μετά.
Για την κατάκτηση του δικαιώματος της ψήφου έγιναν πολλές επαναστάσεις και πολλοί άνθρωποι θυσίασαν την ζωή τους γι’ αυτό. Υπήρξε μια εποχή, που η ψήφος θεωρήθηκε το υπέρτατο αγαθό και το καλύτερο όπλο για την απαλλαγή του ανθρώπου από τα δεινά του. Ο ποιητής και πολιτικός Βίκτωρ Ουγκώ (1802 – 1885) είπε κάποτε στην Γαλλική Βουλή ότι: «Η ψήφος βρήκε τον εγκαταλελειμμένο και απελπισμένο άνθρωπο και του είπε να ελπίζει, τον παθιασμένο και του είπε να σκέπτεται, τον φτωχό και τον παραπεταμένο και τον έκανε ενεργό πολίτη. Πόσο θαυμάσια είναι λοιπόν η αύξηση της αξίας του ατόμου και τι μεγάλη η ηθικότητα του». Σήμερα οι κυριότερες προϋποθέσεις για την απόκτηση και την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος με ψηφοφορία είναι η ηλικία, η ιθαγένεια, η διαμονή και η μόρφωση, που ισχύουν σ’ όλα τα προηγμένα κράτη και δικαιολογούνται με το βάσιμο επιχείρημα, ότι τ’ άτομα που δεν γνωρίζουν ανάγνωση βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία να πληροφορηθούν για τα κοινά και να διακρίνουν τα ψηφοδέλτια της προτίμησης τους, ενώ απαιτούνται και ορισμένες πνευματικές και ηθικές προϋποθέσεις, όπως η ψυχική υγεία, η στέρηση του εκλογικού δικαιώματος με δικαστική απόφαση κ.α. Κατά την διάρκεια των αγώνων για την επέκταση του της ψηφοφορίας, δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην ισότητα και μικρότερη στην ελευθερία. Η ύπαρξη όμως της δημοκρατίας εξαρτάται, όχι μόνο από την ισότητα, αλλά κι’ από την πολιτική ελευθερία ή την δυνατότητα με βάση την αρχή της ισότητας ενός πλήρως συγκροτημένου εκλογικού σώματος, όπως η ελεύθερη και αβίαστη εκλογή των κυβερνώντων κι’ εκείνων, που τους αντικαθιστά περιστασιακά, όταν επιθυμούν. Εάν όμως το εκλογικό σώμα δεν είναι ελεύθερο να κάνει πραγματική εκλογή ανάμεσα στα κόμματα και τους υποψηφίους τους, τότε η «Ψήφος» αποτελεί αποτυχία και όταν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ρυθμίζεται με καταναγκασμό ή νοθεία, δεν υπάρχει ισότητα και ελευθερία.
Η οποιαδήποτε επιλογή είναι η εκδήλωση της προτίμησης των υποψηφίων για την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματος από ορισμένα πρόσωπα, που διαθέτουν τ’ ανάλογα προσόντα. Είναι διεθνώς αποδεκτό, ότι οι εκλογές πρέπει να διεξάγονται κάθε Κυριακή ή γενική αργία και οι χώροι της ψηφοφορίας (Εκλογικά τμήματα) πρέπει να βρίσκονται σε μικρή σχετικά απόσταση από τους ψηφοφόρους. Οι νόμοι όμως ορισμένων κρατών παρουσιάζουν ενίοτε πολλές διαφορές στο εκλογικό σύστημα, την επέκταση της άμεσης συμμετοχής του εκλογικού συστήματος στην εκλογική διαδικασία, τον αριθμό των εκλεγέντων αντιπροσώπων, την μυστικότητα της ψηφοφορίας, την συχνότητα των εκλογών και την διαδικασία της διεξαγωγής των εκλογών. Τα κυριότερα εκλογικά συστήματα, που είναι σε ευρεία χρήση σήμερα είναι:
I. Το Πλειοψηφικό, που εκλέγονται τα κόμματα ή οι υποψήφιοι που συγκεντρώνουν τις περισσότερες ψήφους σε μια περιφέρεια (Μονοεδρική ή Πολυεδρική), ακόμη κι’ όταν οι άλλοι υποψήφιοι έχουν συγκεντρώσει όλοι μαζί μεγαλύτερο ποσοστό.
II. Το Αναλογικό, που όλες οι έδρες στο νομοθετικό ή τ’ άλλα αιρετά σώματα κατανέμονται μεταξύ των κομμάτων ανάλογα με τον αριθμό των ψήφων, που συγκέντρωσε το καθένα. Υπάρχουν ωστόσο πολλές παραλλαγές αυτών των συστημάτων, που καθεμιά παρουσιάζει διάφορα μειονεκτήματα ή προτερήματα. Το εκλογικό σώμα ή το σύνολο των πολιτών σε μια χώρα που δικαιούνται ψήφο, είναι από μόνο του μια ασύνδετη μάζα που αδυνατεί ν’ αποδώσει τις γενικές απόψεις για τις πρακτικές μεθόδους εξυπηρέτησης των διαφόρων συμφερόντων και για να εκφράσει την εκάστοτε ακολουθούμενη πολιτική έχει ανάγκη να προβληθούν διάφορες λύσεις από τα πολιτικά κόμματα με την μορφή διαφόρων προγραμμάτων, που συνδέονται με το πρόσωπο ορισμένων αρχηγών και υπόσχονται να εφαρμόσουν, εάν εκλεγούν από τον κυρίαρχο λαό.
Τα Πολιτικά Κόμματα είναι οι ομάδες των πολιτών που ασπάζονται την ίδια πολιτική ιδεολογία και τις ίδιες μεθόδους οργάνωσης της κοινωνίας, επιδιώκουν την νόμιμη κατάληψη της εξουσίας, αποτελούν έναν αναγκαίο θεσμό της σύγχρονης δημοκρατίας και αποδέχονται ρητά τους κανόνες του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Χωρίς αυτά το εκλογικό σώμα θα ήταν ανίσχυρο ή καταστροφικό και θα συνέβαλλε στην συντριβή της πολιτικής μηχανής. Η εμπειρία έχει αποδείξει, ότι τα πολιτικά κόμματα εξασφαλίζουν την ειρηνική εναλλαγή όλων των υποστηρικτών της εξουσίας, σύμφωνα με την αρχή της πλειοψηφίας και χωρίς την ύπαρξη βίας και με τον ανταγωνισμό τους προσφέρουν υπηρεσίες, που χωρίς αυτές θα ήταν αδύνατον να υπάρξει η Δημοκρατία. Οι πιο βασικοί κανόνες του κομματικού συστήματος είναι κυρίως:
I. Η Συμφωνία της συμμόρφωσης στις αποφάσεις της πλειοψηφίας.
II. Η μη Χρήση βίας από την μειοψηφία και
III. Η Ελευθερία της προπαγάνδας στην κοινή γνώμη.
Τα κόμματα οργανώνουν ανάλογα το εκλογικό σώμα, ώστε να μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά, ορίζουν τους υποψήφιους αντιπροσώπους τους και εκτελούν στα πλαίσια της προεκλογικής τους διαδικασίας διάφορες περιοδείες και συζητήσεις για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον όλων των ψηφοφόρων.
Όταν βρεθούν στην εξουσία λαμβάνουν υπόψη την κοινή γνώμη, καθώς γνωρίζουν ότι αν προκαλέσουν την αποδοκιμασία της σαν κυβέρνηση, διατρέχουν τον κίνδυνο να χάσουν την εξουσία στις επόμενες εκλογές. Όταν όμως βρεθούν εκτός εξουσίας, ελέγχουν την εκάστοτε κυβέρνηση και το αντίστοιχο κόμμα για τα τυχόν σφάλματα του και υποδεικνύουν τις δικές τους λύσεις, με την ελπίδα ότι οι ψηφοφόροι θα τους εμπιστευτούν και πάλι στο μέλλον.
Η μορφή και η έκταση της οργάνωσης και της δραστηριότητας των πολιτικών κομμάτων εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από το Σύνταγμα. Η έννοια του κόμματος, όπως αποδεικνύεται σήμερα, είναι σχετικά πρόσφατη και χρονολογείται απ’ τα μέσα του περασμένου αιώνα, που οι λαϊκές εκλογικές επιτροπές, οι εργατικές ενώσεις, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, οι φοιτητικοί σύνδεσμοι και οι διάφοροι άλλοι θεσμοί και οργανισμοί, όπως η Εκκλησία, ο Τεκτονισμός και τα εκάστοτε οικονομικά συμφέροντα, καθιέρωσαν οριστικά την καθολική ψηφοφορία και το «Κοινοβουλευτικό Καθεστώς» και δημιούργησαν τα διάφορα πολιτικά κόμματα. Μέχρι τότε ασκούσαν την εξουσία οι λέσχες, οι εταιρείες, οι σύλλογοι και οι ομάδες με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα.
Το αντιπροσωπευτικό αυτό σύστημα και ο «Κοινοβουλευτισμός» γενικότερα, προϋποθέτουν ωστόσο, την ύπαρξη και την λειτουργία περισσοτέρων του ενός κομμάτων και στο άρθρο 2α του Ελληνικού Συντάγματος προβλέπεται σχετικά η ελεύθερη λειτουργία τους και η οικονομική τους ενίσχυση από την Πολιτεία.
Όλοι οι Έλληνες μπορούν να είναι ενεργά μέλη των πολιτικών κομμάτων, εάν το θελήσουν, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα απαγορεύονται ρητά οι οιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις από τους δικαστικούς λειτουργούς, τους στρατιωτικούς, τα όργανα ασφαλείας και τους δημοσίους υπαλλήλους και η ενεργός δράση από τους υπαλλήλους των νομικών προσώπων του δημόσιου δικαίου, των δημόσιων επιχειρήσεων και των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Στην διάρκεια μιας κομματικής αντιπαράθεσης ή μιας κομματικής διαμάχης, πρέπει όμως να τηρείται ένας δεοντολογικός κώδικας για ν’ αποφεύγεται έτσι, η νοθεία των αποτελεσμάτων. Πιο συγκεκριμένα πρέπει:
I. Τα Προγράμματα των κομμάτων οφείλουν ν’ αποδέχονται την μορφή του πολιτεύματος.
II. Η Αντιπαράθεση των αρχών ή των ιδεολογιών των κομμάτων, δεν πρέπει ν’ αναμιγνύεται με τις εκάστοτε αναφορές στην ιδιωτική ζωή των πολιτών και ειδικά στην οικογενειακή τους κατάσταση.
III. Τα Εκλογικά έξοδα των κομμάτων πρέπει να προέρχονται από εμφανείς και επώνυμους πόρους και
IV. Ο Κομματικός ανταγωνισμός πρέπει να γίνεται δημόσια και με ίσους πάντα όρους.
Τα σημερινά πολιτικά κόμματα χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:
1. Τα Αστικά, που σχηματίστηκαν στην διάρκεια του 19ου αιώνα και αναπτύχθηκαν με την αρχή του συντηρητισμού και του φιλελευθερισμού. Στηρίζονται κυρίως στην αποκεντρωτική οργάνωση και επιζητούν, όχι να πλαισιώσουν τις μάζες, αλλά να συνενώσουν κυρίως τ’ άτομα και τα στελέχη. Η ζωή τους προσανατολίζεται πιο πολύ στις εκάστοτε εκλογές και τους διάφορους κοινοβουλευτικούς συνδυασμούς, ασχολούνται κυρίως με τα πρακτικά πολιτικά προβλήματα, αποφεύγουν τ’ αξιώματα και ακολουθούνται από οπαδούς με παράδοση και συνήθειες ή συμφέρον.
2. Τα Σοσιαλιστικά, που επιδιώκουν να στηρίξουν όλες τις λαϊκές μάζες, έχουν μια μόνιμη και ισχυρή συνήθως γραφειοκρατία, επιμελούνται την πολιτική επιμόρφωση των μελών τους και λειτουργούν μ’ ένα περίπλοκο σχετικά τρόπο, μέσα από τα συνέδρια, τα συμβούλια και τις συνδιασκέψεις. Όλα τ’ αξιώματα τους είναι αιρετά, λόγω του έντονου ανταγωνισμού και η διοίκηση στηρίζεται συνήθως σε μια γραφειοκρατική ολιγαρχία.
3. Τα Ολοκληρωτικά, που έχουν έναν ακραίο συγκεντρωτικό μηχανισμό, αυστηρή πειθαρχία και στρατιωτική ιεραρχία. Ο βασικός τους στόχος είναι η κατάκτηση της εξουσίας με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο και η συνεχής διατήρηση της. Γι’ αυτά τα κόμματα, όσο διάστημα βρίσκονται εκτός εξουσίας, οι κοινοβουλευτικοί αγώνες έχουν δευτερεύουσα σημασία κι’ αυτό που προέχει είναι η πλήρης οργάνωση ενός μηχανισμού κατάληψης της αρχής με την βία και της διασφάλισης της με τον καταναγκασμό. Τέτοια κόμματα είναι το Κομουνιστικό, το Φασιστικό και το Χιτλερικό.
4. Τα Προοδευτικά, που αποβλέπουν στην επικράτηση νέων ιδεών με βάση την εξέλιξη και επιδιώκουν την μεταρρύθμιση όλων των της κοινωνικής ζωής με βάση αυτές τις ιδέες.
5. Τα Συντηρητικά, που επιδιώκουν την διατήρηση όλων των καθιερωμένων ηθικών αξιών και της υπάρχουσας τάξης των πραγμάτων.
6. Τα Προσωπικά, που συσπειρώνονται γύρω από μια χαρισματική φυσιογνωμία.
7. Τα Κόμματα των Αρχών, που εστιάζονται γύρω από ένα κοινό πρόγραμμα και κοινές αξίες.
8. Τα Δεξιά, που επιδιώκουν κυρίως την διατήρηση και την βελτίωση του αστικού κοινωνικού συστήματος και
9. Τα Αριστερά, που επιδιώκουν την αλλαγή του κοινωνικού συστήματος.
Οι τύποι των κομματικών συστημάτων, που επικρατούν σ’ όλα τα δημοκρατικά πολιτεύματα σήμερα είναι:
Ο Δικομματισμός, που επικεντρώνεται κυρίως στην ύπαρξη δύο μεγάλων κομμάτων ίσης περίπου και ελαφρά διαφέρουσας εκάστοτε δύναμης και
Ο Πολυκομματισμός, που επικεντρώνεται στην ύπαρξη περισσότερων κομμάτων με μικρότερη περίπου δύναμη. Ο τύπος αυτός επικρατεί, όταν υπάρχουν παραπάνω από τρία κόμματα και οι παράγοντες, που καθορίζουν την ύπαρξη τους είναι κυρίως οι εσωτερικές αντιθέσεις και οι υφιστάμενες σε μια χώρα διαφορές. Οι αντιθέσεις αυτές μπορεί να είναι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές, εθνικές ή ιστορικές, αλλά ο πιο βασικός συντελεστής του πολλαπλασιασμού τους είναι το εκλογικό σύστημα, καθώς το «Πλειοψηφικο» ευνοεί πιο πολύ τον Δικομματισμό, ενώ το «Αναλογικό» ευνοεί περισσότερο τον Πολυκομματισμό, που προτιμάται επίσης από τον ανεπτυγμένο ατομικισμό των πολιτών, την έμφυτη κλίση τους στην κατάτμηση της δράσης και τις διάφορες εκδηλώσεις της και την προτίμηση τους στον προσωπικό παράγοντα. Όλ’ αυτά αποτελούν έναν επιπλέον συντελεστή της κομματικής διασποράς και εννοείται, ότι ο υπερβολικός κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων σε μια χώρα αποτελεί συνήθως ένα νοσηρό σύμπτωμα και επισημαίνει την επερχόμενη κρίση. Ο Δικομματισμός και ο Πολυκομματισμός αποτελούν στην ουσία, ένα πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημοκρατίας και η επικράτηση στην χώρα του ενός ή του άλλου συστήματος εξαρτάται από πολλούς και πολύπλοκους παράγοντες, όπως η παράδοση, η ιστορία, η οικονομική άνεση, η κοινωνική δομή, η θρησκεία, η σύνθεση των υπαρχόντων κομμάτων, ο χαρακτήρας των ανθρώπων, το ισχύον εκλογικό σύστημα και η μεταβλητότητα του ή η μονιμότητα του. Ένα δικομματικό πρακτικά σύστημα επικρατεί σήμερα στην Αγγλία και τις ΗΠΑ κι’ ένα πολυκομματικό σ’ όλες σχεδόν τις υπόλοιπες χώρες του σύγχρονου κόσμου. Η ύπαρξη όμως δύο αντιθέτων τάσεων, ευνοεί την παρουσία δύο διαφορετικών λύσεων στο οικονομικό, το κοινωνικό, το πολιτικό και το θρησκευτικό πρόβλημα και όλες οι υπάρχουσες δυνατότητες της προβολής θέτουν τις βάσεις για την εμφάνιση του κεντρώου κόμματος ανάμεσα στα δύο άκρα, καθώς δεν έχει το ίδιο δόγμα με τ’ άλλα, επιδιώκει να προβάλλει μια άλλη σύνθεση με εντελώς αντίθετα πολιτικά προγράμματα και αποτελεί το γεωμετρικό σημείο, που συναντώνται οι πιο μετριοπαθείς οπαδοί των άλλων κομμάτων.
`Για τον υπολογισμό της δύναμης των κομμάτων ισχύουν τρία βασικά κριτήρια:
I. Ο Αριθμός των οπαδών που δεν αποτελεί ουσιαστικό μέτρο υπολογισμού, καθώς τα κόμματα δεν τηρούν συνήθως μητρώα των μελών και έχουν μεταξύ τους διαφορετικούς τρόπους αρίθμησης.
II. Ο Αριθμός των εκλογέων και Ο Αριθμός των βουλευτικών εδρών, που αποτελεί το πιο αποτελεσματικό μέτρο σύγκρισης. Με το πρώτο κριτήριο εξαρτάται κυρίως η δύναμη ενός κόμματος στην κοινή γνώμη και με το δεύτερο η κυβερνητική ισχύς του. Η περαιτέρω ανάλυση της εξέλιξης της κοινής γνώμης απέναντι στα κόμματα, έγκειται στον ακριβή αριθμό των εκλογέων και για να προσδιοριστεί ο ρόλος και η βαρύτητα τους σε μια χώρα, πρέπει απαραίτητα να εξετασθεί ο αριθμός των βουλευτών που θα προκύψουν από την εκλογική διαδικασία.
Τα κόμματα έτσι διαιρούνται σε δύο βασικές κατηγορίες:
a. Τα Πλειοψηφικά, που διαθέτουν τον απαιτούμενο αριθμό των εδρών στην βουλή και μπορούν από μόνα τους να σχηματίσουν κυβέρνηση και
b. Τα Μειοψηφικά, που διακρίνονται σε μικρά ή μεγάλα και παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο κοινοβούλιο.
Ιστορικά αναφέρεται, ότι τα πολιτικά κόμματα γεννήθηκαν όταν οι λαϊκές μάζες ανήλθαν και εισήλθαν ουσιαστικά στην πολιτική ζωή. Σχηματίστηκαν έτσι, όλα τ’ αναγκαία πλαίσια για ν’ αναπτυχθούν τα πολιτικά στελέχη των λαϊκών τάξεων και να καθιερωθεί η δημοκρατία. Παρουσίασαν όμως πολλά μειονεκτήματα και αποτέλεσαν το αναπόσπαστο στοιχείο κάθε ανθρώπινου θεσμού, αλλά συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην κοινωνία και τα έθνη γενικότερα και δημιούργησαν ένα περίεργο καθεστώς, με πολλά δημοκρατικά στοιχεία.
Η νέα λοιπόν διάταξη των δυνάμεων στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, όπως φαίνεται να εξελίσσεται τελευταία, πρέπει ν’ αναλυθεί απ’ όλα τα πολιτικά κόμματα, χωρίς ουσιαστικά οφέλη και να δοθεί μια ουσιαστική λύση σ’ όλα τα χρόνια προβλήματα. Η πολυπόθητη πλειοψηφία στην βουλή ενός κόμματος, αφήρεσε έτσι με εντυπωσιακό τρόπο τις επιδιώξεις κάποιων άλλων, αλλά ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να υποφέρει και ν’ αγωνιά για το εγγύς μέλλον, που δείχνει να είναι αβέβαιο και με την εμπειρία που αποκόμισε από τα έργα και τις επιδιώξεις της, όλο αυτό το διάστημα, κατέληξε στην απόφαση ότι η διακυβέρνηση της χώρας δεν έχει καμιά σχέση με τον αριθμό των εδρών, αλλά με την δύναμη τους, που απαξιώνει τους ηθικούς θεσμούς και οδηγεί στην διαφθορά και την υποκρισία. Αποδεικνύεται λοιπόν, ότι η σύγχρονη κοινωνία έχει την δική της αριθμητική ισχύ και το δικό της εκλογικό σύστημα και γνωρίζει πολύ καλά, ότι εκείνοι που προσπαθούν να διαβάσουν ανάποδα τα πράγματα, κάνουν ένα πολύ μεγάλο λάθος. Γι’ αυτό τον λόγο οι νέοι σήμερα δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με την πολιτική και αρνούνται κατηγορηματικά να συνδεθούν μ’ ένα συγκεκριμένο κόμμα που δείχνει ένοχο, ή να ταυτισθούν με μια κομματική ιδεολογία, που πιστεύουν ότι κάποτε θα τους προδώσει. Αποφεύγουν συνήθως όλες τις πολιτικές συζητήσεις και δεν συμπαθούν όσους το έκαναν ανεπηρέαστα ή ομολογούν με περίσσιο θάρρος, ότι παρέμειναν προσκολλημένοι εκεί για να επωφεληθούν από την παράταξη τους.
Η μοναδική απόπειρα της συσπείρωσης γίνεται στο Πολυτεχνείο ή το Πανεπιστήμιο, που είναι όμως καταδικασμένη ν’ αποτύχει ακόμη κι’ θα κερδίσει πανηγυρικά η φοιτητική τους παράταξη στις εκλογές, με μια νίκη ενδεικτική για τις επιδιώξεις τους. Δεν διαβρώνεται όμως ο χαρακτήρας τους απ’ αυτή την εμπειρία και προσπαθούν με οιοδήποτε τρόπο να ξεφύγουν από την εκλογική διαδικασία, που δεν τους εμπνέει. Γίνεται έτσι απόλυτα κατανοητό σήμερα, ότι μια ομάδα ανθρώπων που θέλουν να ενσωματωθούν σε μια παράταξη, χωρίς συγκεκριμένη πολιτική θέση, μετά από λίγο καιρό θα συνειδητοποιήσουν ότι δεν έχουν κάποιο κοινό κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους και θα μοιάζουν μ’ εκείνους, που ενώ θέλουν να εκφρασθούν όλοι μαζί, ο καθένας υπακούει τελικά μόνο στον εαυτό του, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια μικρή Βαβέλ, που όλοι συνυπάρχουν αρμονικά, αλλά αδυνατούν να συντονισθούν και θεωρούν γελοίο κάτι, που όταν ήταν στην ηλικία των 20 χρονών ήθελαν να δοκιμάσουν.
Οι νέοι όμως σήμερα είναι μια γενιά, που σε μεγάλο βαθμό δεν ασχολείται ιδιαίτερα με την πολιτική και δεν αποτελεί την πλειονότητα εκείνων, που αποφασίζουν να συμμετέχουν στις διαδηλώσεις, χωρίς να νιώσουν την μοναξιά ανάμεσα στο πλήθος, κάτω από τον ήχο των κροτίδων και την έντονη οσμή των δακρυγόνων, που προκαλούν δάκρυα. Αρχικά υπάρχει ένα πλατύ αίσθημα φοβίας, ανήμπορο να φωνάξει τα διάφορα συνθήματα και να νιώσει ότι συνδέεται άρρηκτα με όλη την υπόλοιπη μάζα, που αν συμφωνούσε μαζί της δεν θα μπορούσε καν ν’ αντιδράσει. Ένιωθαν ωστόσο, σαν να προσπαθούσαν να χορέψουν έναν άγνωστο χορό, ακολουθώντας με αδέξιο τρόπο τα βήματα των διπλανών τους, κοιτάζοντας μηχανικά τα πόδια τους που κινούνταν στον δρόμο και παλεύοντας μάταια να συγκρατήσει την μουσική και τα λόγια, που τους είχαν επιβάλλει κάποιοι άλλοι και τους ένωνε σ’ ένα κοινό σκοπό. Το ερώτημα λοιπόν: «Γιατί οι περισσότεροι νέοι δεν κατάφεραν ν’ απολαύσουν αυτή την υπέροχη μουσική των κροτίδων, παρά τις συνεχείς επιθέσεις» εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτο στις ψυχές τους και όλοι οι παλαιότεροι κωφεύουν ή κρύβονται για τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Έτσι κι’ αλλιώς κάποτε θα θελήσουν να μείνουν στο σπίτι, προσκολλημένοι σε κάποιο Chat στο διαδίκτυο και να περιπλανηθούν σε κόσμους άγνωστους, ν’ ακούσουν κάποια ενδιαφέρουσα εκπομπή στο ραδιόφωνο και να παρακολουθήσουν κανένα θρίλερ ή κάποια αισθησιακή ταινία στην τηλεόραση, για να ξεδώσουν λίγο, καθώς δεν τολμούν πλέον ή βαριούνται ν’ ασχοληθούν με τόσο ανούσια πράγματα. Μπορεί η αριστερά του παρελθόντος ν’ άσκησε στην νέα γενιά μια τρομακτική γοητεία, που έχει κάτι σημαντικό να δείξει από το πάθος και το πείσμα της νιότης στην Δικτατορία και τον Εμφύλιο, αλλά η πίστη στα εθνικά ιδεώδη που τους ενέπνευσαν οι πρόγονοι τους, ανεξάρτητα από τον τρόπο που κρίνει ο καθένας τα πράγματα, εξελίχθηκαν δυσανάλογα και διαψεύστηκαν κατηγορηματικά και είναι αδύνατον να υποκλιθεί κάποιος σε μια άλλη πίστη, που οδήγησε τους νέους να βγουν στους δρόμους και να υψώσουν την φωνή τους και το ανάστημα τους, απέναντι στο «Κατεστημένο», που τους ενοχλεί φοβερά. Σ’ αυτό το σημείο διαφέρει η νέα γενιά απ’ όλες τις προηγούμενες και μπορεί εύκολα ν’ αντιμετωπίσει τον ατομισμό και την προσωπική ελευθερία, αν το θελήσει, χωρίς ν’ αναζητά την συμπόνια κανενός. Αυτό είναι και το επίμαχο σημείο, που αναζητά κάποιος στην νέα γενιά για να συνδεθεί μαζί της, να κατανοήσει τα προβλήματα της και να προσπαθήσει να βρει ουσιαστικές λύσεις. Όσο όμως περνά ο καιρός, οι επιδιώξεις αυτές γίνονται ολοένα πιο επίμονες και επικίνδυνες, καθώς οι νέοι σήμερα αγωνιούν για όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους και μ’ όλη την ειλικρίνεια και την σοβαρότητα που τους διακρίνει, προσπαθούν να στεγνώσουν τα δάκρυα που κυλούν στα μάγουλα τους και να ξεχάσουν, ότι ανάμεσα τους προβάλλει κάθε φορά ένα καινούργιο ερέθισμα, μια νέα επιθυμία και ένα νέο ερώτημα, που θα τους κάνει ν’ αρχίσουν πάλι τους αγώνες τους από την αρχή. Σ’ ένα μεγάλο βαθμό δείχνουν, ότι έχουν εξοικειωθεί απόλυτα με όλες τις καταστροφές, τις εκρήξεις, τις πυρκαγιές και τους πολέμους, καθώς οι διάφορες ταινίες έχουν φροντίσει να γίνουν πολύ πιο πειστικές και αληθινές από την πραγματικότητα κι’ όταν έρχονται αντιμέτωποι μ’ όλα αυτά δεν τρομάζουν, παρόλο που γνωρίζουν ότι κάποιοι άλλοι υποφέρουν από την καταστροφή και στεναχωριούνται.
Ιωάννης Μπένος