ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ ! «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ»
Άρθρο –
Μνημόνιο της Ελευθερία Μαντζούκα από την Βόρεια Καρολίνα, των Η.Π.Α.
Η Ελευθερία
Μαντζούκα, είναι μια ξενιτεμένη Λακκα-Σουλιώτισσα, κατοικεί
δε και διαπρέπει Raleigh,
North Carolina
(Κάτι που θα αναγνωρίσετε από το περιεχόμενο της Κραυγής της)
, δεν είναι τυχαία και ως έχει, και για αυτό τον λόγο δεχθήκαμε να
παρουσιάσουμε την φωνή της στο
www.Apodimos.com
. Στο τέλος της Κραυγής της, θα διαβάσετε τι έχει προσφέρει όσον αφορά
το βιογραφικό της .
Όλοι σας
θα νοιώσετε ικανοποίηση για το συγκροτημένο γράψιμο της Ελευθερίας
Μαντζούκα και για τα ενδιαφέροντα θέματα που καταγράφει και
την τιμή που προσφέρει στις Ρίζες της και στους γονείς της. Πρέπει
να τα μελετήσετε όσα γράφει με μεγάλο πάθος για τον
Ελληνισμό και να τα ενστερνισθείτε, διότι όλοι μας πρέπει
να στηρίξουμε τον Απόδημο Ελληνισμό μέσα από την οποιαδήποτε θέση
ή φωνή κατέχει ο καθένας μας.
«Ο ΜΑΡΑΣΜΟΣ
ΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ
ΚΑΙ Η ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ»
Ποσειδωνειάτες
Την γλώσσα την ελληνική οι
Ποσειδωνιάτες
εξέχασαν
τόσους αιώνες ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι'
άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ' είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων' η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι' αυτοί ήσαν Έλληνες-Ιταλιώτες
έναν καιρό κι' αυτοί
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!- απ' τον
ελληνισμό.
|
Πώς
μπόρεσαν ν' αφήσουν να τους βρεί μια τέτοια μοίρα αυτούς τους Έλληνες
;
Ως ένας
άλλος Τειρεσίας, το 1906, ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π.
Καβάφης, εμπνευσμένος από τις αρχαίες Ελληνικές πηγές έγραψε
αυτό το πιο κάτω, συμβολικό όσο και σημαδιακό ποίημα. Ο ίδιος,
βιώνοντας τον Ελληνισμό του μέσα σ' ένα πολυεθνικό μωσαϊκό στην
Αίγυπτο και τη Γαλλία, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου
για το μαρασμό και σταδιακό αφανισμό του Ελληνισμού της διασποράς.
Εμφανείς, και δυστυχώς διαχρονικές, είναι οι αιτίες αυτού του
προβλήματος. Αναμφίβολα κυριότερη στάθηκε τόσο η αχρησία της
Ελληνικής γλώσσας μεταξύ των Ποσειδωνιατών στη καθημερινή τους
ζωή, στο οποίο πιθανότατα να συνέβαλε η έλλειψη διδασκαλίας της. H
άνευ όρων αφομοίωση τους στον τρόπο ζωής και κουλτούρας της
χώρας που τους υποδέχθηκε επέτεινε τη λησμονιά και την απομόνωση από
τη γενέτειρα επιφέροντας αναπόφευκτα την εξάλειψη της Ελληνικής τους
ταυτότητας. Η εθνική τους συνείδηση και ιστορικές μνήμες
έφθιναν με το πέρασμα του χρόνου. Η πατρίδα έμεινε μια
νοσταλγία και οι αναμνήσεις της πήρανε τη μορφή των διηγήσεων
σαν τα παραμύθια της γιαγιάς να λέγονται μόνο στ' ανταμώματα και
τις Ελληνικές γιορτές.
Εάν
αντικρίσουμε κατάματα και εξετάσουμε αντικειμενικά την πορεία της
δικής μας ζωής θα δούμε να στέκονται μπροστά μας, θλιμμένες
φιγούρες, με μάτια δακρυσμένα οι Ποσειδωνιάτες. Το παρελθόν μας,
γι' ακόμα μια φορά, μας συναντά στο σταυροδρόμι του Ελληνισμού!
Εάν τολμήσουμε ν' αναλύσουμε τη ζωή μας χωρίς φόβο και πάθος τότε
θ' αναγνωρίσουμε τα πραγματικά αίτια της μοίρας τους και ευθύς και της
δικής μας. Μιας και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή
Ομογένεια, όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργο, είναι εξίσου
κοινά αλλά και σημαντικά με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν
εκείνοι οι απόδημοι Έλληνες πριν από δυόμισι χιλιάδες
χρόνια!
Την ίδια χρονιά του 1906, όπως μας αναφέρει ο κ. Νικόλαος Λώλης,
αρχίζει και η ιστορία των Ηπειρωτών στην Αμερική με το χαμό του
μεγάλου Παπιγκιώτη ευεργέτη Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου. Στις
αρχές του 20ού αιώνα, δραστήριοι Ηπειρώτες, νοιώθοντας έντονη την
ανάγκη να διατηρήσουν τους δεσμούς με την γενέτειρα πάνω απ'
όλα προς χάρη της νέας γενιάς, ξεκινούν την ίδρυση σωματείων
με πρώτο αυτό των Χλωμιωτώv στο Σικάγο το 1911.
Σήμερα λέγεται ότι η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αμερικής, Καναδά και
Αυστραλίας (Π.Ο.Α.Κ.Α) αποτελείται από πενήντα και
πλέον σωματεία και έναν αριθμό εγγεγραμμένων μελών να ξεπερνά τις
40,000 άτομα. Το έργο δε των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για την
ίδρυση και διατήρησή τους μέχρι σήμερα είναι κάτι παραπάνω από
αξιέπαινο και θα πρέπει να αφιερωθεί ολόκληρο βιβλίο πάνω
σ' αυτό.
Όσο συμπτωματικά, πιθανώς σημαδιακά, κι αν στάθηκαν τα γεγονότα του
1906, θα μπορούσε κανείς να πει πως η ίδρυση των Ομογενειακών
Ηπειρωτικών Συλλόγων και της Π.O.A.K.A
μπορεί και να ήταν μία «θεϊκή απάντηση» στον «κώδωνα
κινδύνου» του Καβάφη! Φυσικά τίποτα δεν ήταν τυχαίο όσον
αφορά τη συσπείρωση των πρώτων Ηπειρωτών μεταναστών που έγινε
πάντα με σκοπό τη διατήρηση των δεσμών μεταξύ τους αλλά και
με τη μητέρα πατρίδα. Η βαθιά και δυνατή αγάπη που έτρεφαν για τον
τόπο τους και μια πηγαία δύναμη θελήσεως και αποφασιστικότητας έκαναν
τα «μαύρα χελιδόνια» της διασποράς να μπολιάσουν τη νέα τους
πατρίδα με ο,τι πιο πολύτιμο έφερε ο καθένας τους μέσα του: την
Ηπειρωτική κληρονομιά! Τα θεμέλια μπήκανε γερά, αλλά το
«οικοδόμημα» αυτό χρειάζεται και την ανάλογη συνεχείς επιμέλεια
και συντήρηση για να παραμείνει "άτρωτο" στο πέρασμα του
χρόνου. Ποια είναι λοιπόν η γενικότερη κατάσταση, αν
εξαιρέσουμε κάποιες μεμονωμένες γενναίες και ανιδιοτελείς προσπάθειες
ανθρώπων ή συλλόγων, που επικρατεί στα Ηπειρωτικά ομογενειακά
σωματεία εν ετει 2003 ;
Ακούμε συχνά να λέγεται πως "η καρδιά του Ελληνισμού χτυπάει εκτός
Ελλάδας, σε ξένα χώματα." Ως επί το πλείστον, και παρά τις
αντίξοες συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσης που αντιμετωπίζει η
Διασπορά, τις περισσότερες φορές αυτό είναι αλήθεια. Πέραν όμως
από ποια μήκη και πλάτη της υφηλίου, φθάνει ν' ακούγεται και σε
ποια ένταση χτυπάει η καρδιά της Ελλάδας, πρέπει πάνω απ' όλα να
τη διατηρούμε πάντοτε νέα, γερή και δυνατή. Δυστυχώς όμως, μετά
από τόσα χρόνια επίπονων αγώνων και ενός λαμπρού παρελθόντος οργάνωσης
και δραστηριοτήτων, η καρδιά των Ηπειρωτικών ομογενειακών συλλόγων
έχει αφεθεί, ασυλλόγιστα και με παράδοξη αδιαφορία, να
γεράσει σε επικίνδυνο βαθμό! Τα άλλοτε στιβαρά χέρια που
βάλανε πετραδάκι- πετραδάκι κομμάτια της ψυχής τους στο βωμό
διατήρησης της πατρογονικής κληρονομιάς τώρα αδύναμα, γεμάτα
ρυτίδες ψάχνουν απελπισμένα να λάβουν ένα χέρι βοηθείας ώστε να
παραδώσουν τη σκυτάλη για τη συνέχιση του αγώνα.
Μήπως η ιστορία επαναλαμβάνεται γι' ακόμα μια φορά; Η
διαχρονικότητα του ποιήματος του Καβάφη έρχεται ν' αφυπνίσει το
πνεύμα μας από τη μοιραία λησμοσύνη. Μήπως βαδίζουμε στα χνάρια
των προγόνων μας ; Μήπως μείνανε μόνοι τους και πάλι "οι
παλιοί" να διηγούνται τα παλιά ήθη και έθιμα στο ετήσιο
αντάμωμα ; Μήπως οι μεγάλοι, για ακόμα μια φορά, μέσα στον πόνο
του αποχωρισμού και της νοσταλγίας για την πατρίδα, προσκολληθήκανε
"υπέρ το δέον" στο παρελθόν και αδικαιολόγητα αμέλησαν να
προετοιμάσουν το "προζύμι" για φέτος, για του χρόνου, για το μέλλον ;
Διαβάζοντας τον Καβάφη, το μήνυμα εκείνο που μας συγκλονίζει
δεν είναι το εμφανές, δηλαδή πως λησμονώντας τη γλώσσα πεθαίνει η
εθνική συνείδηση, αλλά το λιγότερο φανερό (η
αποκαλυπτική υποδήλωση): η απουσία από το ποίημα του αποδέκτη
αυτής της κληρονομιάς της "επόμενης γενιάς", της νεολαίας ! Σε
ποιόν να διδάξεις τη γλώσσα, την ιστορία, τα ήθη και τα
έθιμα, ποιος να διαφυλάξει και να διαιωνίσει την πατρογονική
κληρονομιά και πως να συνεχίσουν το έργο τους οι απανταχού
απόδημοι σύλλογοι όταν δεν είναι παρούσα η νέα γενιά να τ'
αποδεχθεί και ν' αδράξει τη σκυτάλη με αποφασιστικότητα από τα
ροζιασμένα χέρια ;
Και για του λόγου τ' αληθές, αναφέρομαι σ' ένα μόνο παράδειγμα
από τα πολλά από προσωπικές μου εμπειρίες. Πρόσφατα είχα την ευκαιρία
να παρευρεθώ σε μια ομογενειακή εκδήλωση στη Νέα Υόρκη όπου ένα
μέλος Ηπειρωτικού σωματείου δήλωσε με βαθιά λύπη:
«Έχουμε χάσει τη νεολαία μέσα από τα
χέρια μας! Όλο εμείς και εμείς παρευρισκόμαστε στις συνεδριάσεις του
σωματείου κάθε φορά. Τελευταία, ακόμα και στις εκδηλώσεις μας δεν
βλέπεις πια ηλικίες μεταξύ 18 και 35 χρονών.» Μια άλλη
κυρία πρόσθεσε, «τα παιδιά μας
αναπτύξανε άλλα ενδιαφέροντα, έχουνε να κάνουνε πολλά σε αυτή την
ηλικία και δεν μπορούμε να τα τραβήξουμε να ασχοληθούνε με τα κοινά.
Όταν ήταν μικρά θέλοντας και μη τα φέρναμε μαζί μας στις εκδηλώσεις,
περνάνε μέρος και στο χορευτικό…". Ρίχνοντας μια ματιά
γύρω στην αίθουσα ζήτημα να είδα δύο-τρεις ακόμα συνομήλικους μου!
Για μερικούς από εμάς που φύγαμε νέοι, τα τελευταία
πέντε-δέκα χρόνια, από μια Ελλάδα μοντέρνα και πολύ
αλλαγμένη σε σχέση με αυτή που αφήσανε πίσω τα κύματα των πρώτων
μεταναστών, ούτε καν μπορούσαμε να διανοηθούμε το μέγεθος
των προβλημάτων διαβίωσης του Ελληνισμού στο εξωτερικό και
συγκεκριμένα σε μια χώρα τόσο αχανή και διαφορετική όπως αυτή των
H.Π.Α.
Ούτε μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί μόνο βιώνεται αυτό, τι
ακριβώς θ' αντιμετωπίζαμε στη δική μας προσπάθεια προσαρμογής,
ούτε φυσικά και να υπολογίσουμε ποια στάση και θέση θα
καλούμαστε να πάρουμε μέσα στην πολυεθνική Αμερικανική κοινωνία, αλλά
και το πιο σημαντικό ανάμεσα στους «δικούς μας» ανθρώπους της
υπάρχουσας Ελληνικής παροικίας. Μιας παροικίας η οποία έχει
διαμορφώσει εδώ και χρόνια έναν ποικιλόμορφο τρόπο ζωής και
κουλτούρας ανάλογο πάντα με το διάστημα παραμονής, τον
τόπο διαμονής και τα προσωπικά ενδιαφέροντα της σ' αυτή τη
χώρα. Αποτέλεσμα αυτών είναι και η σχετική επικοινωνία ή
απομόνωση του κάθε ατόμου με τον Ελληνισμό. Έτσι εμείς, η «νέα
σοδειά» βρεθήκαμε στη μέση μεταξύ της Ελληνικής και της
Ομογενειακής πραγματικότητας κάτω "από τη σκέπη" μιας άλλης
χώρας. Ανάλογα προς αυτά ο καθένας μας εκτίμησε την πολυπλοκότητα των
δεδομένων και αποφάσισε να βιώσει τη ζωή του πάνω σε αυτή την
πολιτισμική παλέτα. Όταν δε, μας δίνεται η ευκαιρία να βρεθούμε στον
τόπο μας μεταξύ φίλων και γνωστών συζητώντας με τους συνανθρώπους μας,
κάποιοι μας ονομάζουν "μπόλια", άλλοι "γέφυρες
επικοινωνίας", μα δυστυχώς κάποιοι άλλοι συντοπίτες μας
διαγράφουν ως "μερικούς ακόμα αμερικανοποιημένους Έλληνες". Να
είναι αυτό γιατί αποφασίσαμε να ζούμε τη ζωή μας ανάμεσα σε
δύο ηπείρους, γιατί τολμήσαμε να ζούμε με την καρδιά σε δύο
κομμάτια : τ' ένα να χτυπάει εδώ για εκείνο που 'ναι πάντα ριζωμένο
στον τόπο μας ; Πέρα από το πόσο δίκαιοι ή άδικοι είναι αυτοί οι
χαρακτηρισμοί σημασία έχει ότι το πρόβλημα της απουσίας της
νεολαίας από τα κοινά υφίσταται, είναι πραγματικό ! Πολλοί από
εμάς "φρέσκοι" σ' αυτόν τον τόπο γινόμαστε "αυτόπτες
μάρτυρες" αυτού του τραγικού μαρασμού. Τα βιώματά μας είναι
πρόσφατα και οι πεποιθήσεις μας δυνατές έτσι ώστε να μπορούμε να
επισημαίνουμε και να κρίνουμε τα υπάρχοντα προβλήματα κάτω από μια
άλλη οπτική γωνία και να παρακολουθούμε τις εξελίξεις με πολύ
αγωνία. Ίσως αν "κάποιοι" άκουγαν την κραυγή μας, εάν μας
δινόταν η ευκαιρία να συζητήσουμε διεξοδικά αυτά τα ζητήματα, Ίσως
και να μπορούσαμε να βοηθήσουμε με ποικίλους τρόπους στην
αναζωογόνηση της Ηπειρωτικής καρδιάς.
Προσωπικά γνωρίζω πολύ καλά τι σημαίνει απουσία της νεολαίας
αλλά και της ίδιας της ύπαρξης Ελληνικών σωματείων σε πολλές
πόλεις των H.Π.Α μιας
και συμβαίνει να ζω σε μια απ' αυτές όπου μόνο η εκκλησία γίνεται
πόλος έλξης των αποδήμων και στέκεται προπύργιο της Ορθοδοξίας
και του Ελληνισμού. Όμως και εδώ η γλώσσα, αλλά και η
ιστορία μας χάνεται λόγω σοβαρότατης έλλειψης Ελληνικών
σχολείων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την εκμάθησή
της. Πως είναι δυνατόν δύο-τρεις τυπικές ώρες την εβδομάδα να
είναι αρκετές για τη διδαχή μιας γλώσσας και ιστορίας αιώνων; Η
θρησκευτική λειτουργία δικαιολογημένα μπορεί να γίνεται σε δύο
γλώσσες. Όμως οι περισσότεροι ομογενείς αλόγιστα ρίχνουν σε
αχρησία τα ελληνικά μιλώντας μεταξύ τους μόνο αγγλικά ή πολύ
χειρότερα ένα συνοθύλευμα αγγλικών και ελληνικών. Η
μεγαλύτερη πλειοψηφία αυτών της δεύτερης και τρίτης γενιάς δε
μιλάει καθόλου ελληνικά, έχουν χαλαρούς έως και ανύπαρκτους
δεσμούς όχι μόνο με την Ελλάδα αλλά και με την υπόλοιπη
Ομογένεια που βρίσκεται πιο οργανωμένη και δεμένη στις
μητροπολιτικές πόλεις του Ιλλινόις, Νέας Υόρκης, Φλώριδας, και
Καλιφόρνιας. Κατά παράδοξο τρόπο, επί παραδείγματι, σε μια από τις
μεγάλες πόλεις της Β. Καρολίνας όπου οι Έλληνες λέγεται ότι
ανέρχονται στις 10,000 άτομα υπάρχουν μια-δυο ομογενειακοί
σύλλογοι που διοργανώνουν τους τυπικούς ετήσιους χορούς. Πέραν
αυτών δεν γίνεται καμία άλλη πολιτιστική εκδήλωση ευρείας
απήχησης και ενδιαφέροντος, εκτός από το ετήσιο πανηγύρι της
εκκλησίας (και κάποιες μεμονωμένες εμπορικές εμφανίσεις
τραγουδιστών που έρχονται περιοδεία από Ελλάδα), αλλά δεν
νομίζω ότι αυτό είναι το ζητούμενο. Όμως με έκπληξη διαπιστώνει
κανείς ότι και στις γνωστές μεγάλες πόλεις των
H.Π.Α, εκεί που λέγεται
ότι ο Ελληνισμός σφύζει, έχει και εκεί δημιουργηθεί έντονο το
πρόβλημα συμμετοχής της νεολαίας και τίθεται ζήτημα του
μέλλοντος των Ηπειρωτικών μας σωματείων.
Αγαπητοί απανταχού Ηπειρώτες Γονείς γιατί αφήσαμε να φθάσουν μέχρι
εδώ τα πράγματα και τι μπορούμε να κάνουμε ; Δεν πρέπει να
ικανοποιούν κανέναν μας πια οι μοιρολατρικές και ανέλπιδες
απαντήσεις ομογενών και πιθανώς γηγενών γονέων, που οι μεν
δηλώνουν ότι η ζωή και οι απαιτήσεις στην ξένη χώρα
προκάλεσαν την αποχή των νέων από τα σωματεία και τις όποιες
κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, και οι δε ότι τα δικά
τους παιδιά ζούνε ήδη στην Ήπειρο και δυστυχώς θεωρούν
κάποια πράγματα δεδομένα παραγνωρίζοντας την σημασία και πολύτιμη
αξία τους.
Είναι αλήθεια ότι προϋπόθεσης και συνθήκες διαφορετικές
από τις σημερινές λειτούργησαν διττά, από τη μια μεριά
δημιούργησαν την ανάγκη για τη συσπείρωση των πρώτων Ηπειρωτών
της διασποράς και την μετέπειτα οργάνωσή τους σε σωματεία και
από την άλλη απομάκρυναν κάποιους άλλους οι οποίοι επέλεξαν ν'
αφομοιωθούν "άνευ όρων" σε σημείο τέτοιο ώστε να χαθούν οι ρίζες
τους παντοτινά μέσα στον πολυεθνικό πληθυσμό των Η.Π.Α. Κατ' αρχάς
έγιναν ουσιαστικά λάθη που δυστυχώς λόγω σκληρών συνθηκών κάποιες
φορές ήταν αδύνατο να αποφευχθούν. Οι περισσότεροι από τους
πρώτους μετανάστες δουλεύοντας εξαντλητικά ωράρια για να
επιβιώσουν και αργότερα για "να φτιαχτούν και να νοικοκυρευτούν"
δεν τους περίσσευε χρόνος και διάθεση ν' ασχοληθούν με την μόρφωση
των παιδιών πάνω σε ότι είχε σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα τους
και την πολιτιστική κληρονομιά τους. Μπορεί Ίσως να μην
είχαν και τα μέσα ή και την ανάλογη κοινωνική μέριμνα σε
μια χώρα που επί καθημερινής βάσεως προσπαθεί να κρατά ευαίσθητες
εθνικές ισορροπίες ανάμεσα στους πληθυσμούς της. Στο τέλος, κάποιοι
απόδημοι στη διάρκεια μεταφύτευσής και προσπάθεια προσαρμογής τους
κόψανε τις γέφυρες επικοινωνίας με την ιστορία τους και τους
δεσμούς με τον Ελληνισμό. Αυτοί από τους Ηπειρώτες που βρήκαν
τη δύναμη να συσπειρωθούν, δραστηριοποιήθηκαν σε τομείς όχι
αποκλειστικά πολιτιστικούς αλλά και πάνω σε καίρια εθνικά ζητήματα
όπως το Βόρειο-Ηπειρωτικό. Σήμερα Όμως, πριν συνεχίσουμε να
μιλάμε για αγώνες προσωπικούς και συλλογικούς πάνω σε
οποιοδήποτε ζήτημα στο όνομα αυτών των σωματείων, θα πρέπει ν'
αποτείνουμε φόρο τιμής στους ανιδιοτελής αγώνες των πρώτων Ηπειρωτών
μεταναστών με το να διασφαλίσουμε την ύπαρξη νέου ανθρώπινου
δυναμικού στους κόλπους των ιστορικών σωματείων που μας δωρίσανε.
Ξεκινώντας από τα βασικά, θα πρέπει να γίνει ένα κεντρικά
οργανωμένο ηλεκτρονικό Αρχείο το οποίο να περιέχει έγκυρα και
πλήρη στοιχεία επικοινωνίας και ιστορίας για όλα τα Ηπειρωτικά
σωματεία, και αυτά που πιθανώς να μην είναι πια ενεργά, στις
Η.Π.Α. Αν και έχουν συμπληρωθεί, και παρουσιαστεί στο διαδίκτυο,
κάποιες λίστες σωματείων, τις περισσότερες φορές ούτε έγκυρες ή
ολοκληρωμένες είναι. Κατά συνέπεια το δίκτυο επικοινωνίας και
ενημέρωσης της ομογένειάς μας πάνω σε θέματα που την απασχολούν
είναι αδύναμο, λειτουργεί τοπικά και σε μικρή εμβέλεια. Οι
περισσότερες δραστηριότητες δε, περιορίζονται στις ετήσιες
εκδηλώσεις οι οποίες , παρ' όλες τις αξιότιμες προσπάθειες των
μελών, τείνουν να παίρνουν όλο και πιο πολύ εθιμοτυπικό
χαρακτήρα. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο μέσος όρος
ηλικίας συμμετοχής στα συμβούλια των σωματείων αλλά και στις
εκδηλώσεις είναι πάνω από τα σαράντα και αγγίζει μάλλον τα
πενήντα. Όσο και αν αυτό ακούγεται αποκαρδιωτικό, η παρουσία και
υποστήριξη της νεολαίας στα κοινά είναι ισχνή και συμπτωματική έως και
ανύπαρκτη σε σχέση πάντοτε με τον πληθυσμό που έχει γεννηθεί εδώ και
ανήκει πια και στην τρίτη γενιά. Μήπως επιβεβαιώνεται το "Δεύτερης,
τρίτης γενιάς Ελληνόπουλα ανεμοσκορπίσματα της ξενιτιάς" που
διαβάζουμε στις ηλεκτρονικές σελίδες του 'Απόδημου' (http://www.apodimos.com
) ;
Αναμφισβήτητα, γίνονται κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες να έρθει
κοντά οι νεολαία μέσω πολιτιστικών εκδηλώσεων και χορευτικών
τμημάτ&