
|
ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΙΣΛΑΜ. Του Θόδωρου Σκυλακάκη, επικοινωνιολόγου και δημοτικού συμβούλου Αθήνας.
Η χρονική συγκυρία πλέον μας κάνει να τοποθετήσουμε ένα ακόμα άρθρο που αφορά τα γενικότερα θέματα που απασχολούν την περιοχή γύρω από την Ελλάδα και τις προεκτάσεις που υπάρχουν. Έτσι στο Hellenic Eagle του www.Apodimos.com στην έκδοση του Νοεμβρίου, παρουσιάζουμε ένα άρθρο που αφορά το Τουρκικό Ισλάμ. Η επιλέξαμε τον κ. Θεόδωρο Σκυλακάκη ο οποίος είναι επικοινωνιολόγος και δημοτικός σύμβουλος Αθήνας επίσης υπήρξε Υπεύθυνος πολιτικού Σχεδιασμού της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 1989, 1990, 1993, και Πολιτικός Σύμβουλος των πρωθυπουργών κκ. Τζαννή Τζαννετάκη και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1990 – 1993) με μεγάλη πείρα στα θέματα που αφορούν την περιοχή.
Για αυτούς τους λόγους ζητήσαμε την συνεργασία του για το Apodimos Hellas και αυτός μας έθεσε τον προβληματισμό να μην φανεί η αρθρογραφία του σαν διαφήμιση του έργου του. Επειδή όπως είπε το Ιντερνετ και το www.apodimos.com απευθύνεται σ’ όλους απόδημους έλληνες του κόσμου και της Ελλάδος και Κύπρου και ο ίδιος δεν θα επιθυμούσε προσωπική προβολή. * Για πολύ καιρό οι ειδικοί αλλά και το κοινό στην Ελλάδα αναρωτιόνταν για τους πιθανούς κινδύνους που θα είχε για μας η άνοδος στην εξουσία στην Τουρκία-στη θέση των στρατοκρατών επιγόνων του Κεμάλ, υπό το καθεστώς των οποίων συνέβησαν τα γεγονότα της Κύπρου και της Κωνσταντινούπολης- κάποιου τουρκικού ισλαμικού κινήματος ; Το θέμα αυτό δεν ετίθετο μάλιστα μόνο στην Ελλάδα. Και το ίδιο το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο, επί χρόνια χρησιμοποιούσε στις συνομιλίες του με τη Δύση και ειδικότερα με τις ΗΠΑ, τον φόβο του ισλαμικού φανταμενταλισμού. Υπάρχει όμως πραγματικός κίνδυνος να επικρατήσει στην Τουρκία ο ισλαμικός φανατισμός ; Το ερώτημα αυτό μετά την αυτοδύναμη άνοδο του κόμματος του Ερντογάν στην εξουσία είναι σήμερα όσο ποτέ επίκαιρο Εμείς οι Έλληνες, που επηρεαζόμαστε ίσως περισσότερο από κάθε άλλη χώρα από τα συμβαίνοντα στην Τουρκία, έχουμε λόγο -σήμερα ιδίως- να μελετήσουμε την επιρροή αλλά και την ακριβή μορφή του ισλαμισμού στην Τουρκία. Γιατί γνωρίζοντας το τουρκικό ισλάμ, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο το πολιτικό και κοινωνικό της σύστημα, όσο και τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη γειτονική χώρα και να συνδιαλλαγούμε συνεπώς αποτελεσματικότερα με τους γείτονές μας. Για να συνειδητοποιηθεί η θέση του ισλαμισμού στην Τουρκία θα πρέπει να ξεκινήσουμε όχι από την ιστορία του ισλάμ, αλλά από την ιστορία του τουρκικού κράτους. Και αυτό γιατί ειδικά στην Τουρκία, η συνειδητοποίηση του ρόλου του τουρκικού κράτους, είναι εξ ίσου σημαντική, για την κατανόηση του τουρκικού ισλάμ, με την μελέτη του ίδιου του ισλάμ. Η ισχύς, η σημασία και αποδοχή του κράτους στην Τουρκία δεν μπορεί να συνειδητοποιηθεί εύκολα από εμάς τους Έλληνες. Στην Ελλάδα υπήρχε ένα έθνος και οικοδομείται τα τελευταία 170 χρόνια ένα κράτος. Στην Τουρκία υπήρχε ένα ισχυρό (αυταρχικό κατά κανόνα) κράτος και οικοδομείται τα τελευταία 100 περίπου χρόνια ένα έθνος. Το τουρκικό κράτος ήταν γνωστό στους υπηκόους του την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως «το μεγάλο κράτος». Η τεράστια ισχύς του κράτους στις σχέσεις του με τους υπηκόους του, μπορεί να γίνει κατανοητή αν ληφθεί υπόψη ότι οι οθωμανοί σουλτάνοι διατήρησαν την πλήρη ιδιοκτησία της γης που καταλάμβαναν, την οποία τους πρώτους αιώνες της ιστορίας του οθωμανικού κράτους παραχωρούσαν σε μουσουλμάνους (κυρίως) υπηκόους τους, με αντάλλαγμα στρατιωτικές υπηρεσίες, χωρίς όμως δικαίωμα κληρονομίας. Το οθωμανικό κράτος ήταν μουσουλμανικό και η προνομιακή θέση των μουσουλμάνων προφανής. Εντούτοις παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος πολυεθνικό. Επί αιώνες επίσης η ικανότητα του μουσουλμάνου έπαιζε πολύ μεγαλύτερο ρόλο από την εθνικότητα ή την καταγωγή του. Την εποχή της ακμής του άλλωστε μεγάλο μέρος της ηγέτιδος τάξης του είχε προέλευση το παιδομάζωμα. Η ίδια η λέξη «τούρκος» μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα σήμαινε «άξεστος – χωρικός» και δεν χρησιμοποιείτο ως αυτοπροσδιορισμός από τους μουσουλμάνους υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το τουρκικό κράτος ήταν μουσουλμανικό δεν υπήρξε όμως ποτέ ισλαμικό με τον τρόπο που είναι για παράδειγμα σήμερα η Σαουδική Αραβία. Το οθωμανικό δίκαιο ακολούθησε βασικά τις παραδόσεις των λαών της αυτοκρατορίας και λιγότερο τα προστάγματα του «οικτίρμονος και ελεήμονος Θεού» του Κορανίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην οθωμανική αυτοκρατορία δεν εφαρμόστηκε ποτέ η προβλεπόμενη από το Κοράνιο τιμωρία της κλοπής (κόψιμο του χεριού). Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι αν και οι οθωμανοί σουλτάνοι κατείχαν το ανώτατο πολιτικοθρησκευτικό αξίωμα (χαλίφης) στον σουνιτικό ισλαμικό κόσμο, ποτέ Οθωμανός σουλτάνος δεν επισκέφθηκε τη Μέκκα, αν και η επίσκεψη στη Μέκκα είναι από τις πέντε βασικές υποχρεώσεις των μουσουλμάνων. Οι πρώτοι ανώτατοι πολιτικοί ηγέτες του τουρκικού κράτους που έγιναν «χατζήδες» ήταν ο Κενάν Εβρέν και ο Τουργκούτ Οζάλ. Από πολύ νωρίς στην ιστορία του τουρκικού κράτους, καθώς η παγκόσμια δύναμη που ήταν η οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε σταδιακά να μετατρέπεται σε μεγάλο ασθενή, ξεκίνησε ο προβληματισμός για την αδυναμία της να εκσυγχρονιστεί και για την αρνητική επιροή του ισλαμικού συντηρητισμού. Η κεμαλική επανάσταση συγκρούστηκε με την ισλαμική πλευρά της Τουρκίας με τον πιο ακραίο τρόπο. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια οι Τούρκοι έζησαν την κατάργηση της αραβικής γραφής και την εισαγωγή της λατινικής, την αντικατάσταση της ισλαμικής Παρασκευής από την Κυριακή, την κατάργηση των παραδοσιακών μέσων κάλυψης της κεφαλής (φέσι, τουρμπάνι κ.λπ.), το κλείσιμο των τεκέδων των ισλαμικών ταγμάτων, κ.λπ. Ο Κεμάλ αντιμετώπισε το ισλάμ ως ασθένεια και χρησιμοποίησε ακόμα και τη θανατική ποινή για να περιορίσει την επιρροή του στην τουρκική κοινωνία. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αφότου η Τουρκία εισήλθε στην εποχή των εκλογών και των πολιτικών κομμάτων η στάση του τουρκικού κράτους απέναντι στον ισλαμισμό άρχισε να χαλαρώνει για λόγους ψηφοθηρικούς. Στη δεκαετία του ΄80 ανάλογη χαλάρωση εφαρμόστηκε και από την πλευρά των στρατιωτικών με στόχο την αξιοποίηση του τουρκοϊσλαμικού εθνικισμού για την αντιμετώπιση του κουμουνιστικού κινδύνου και της κουρδικής ένοπλης εξέγερσης. Η πολιτική αυτή χαλάρωση που διευκόλυνε την λεγόμενη «ισλαμική αφύπνιση» και οδήγησε στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ερμπακάν, τον πρώτο ισλαμιστή πρωθυπουργό, κατέληξε τελικά στο «μεταμοντέρνο» στρατιωτικό πραξικόπημα, με το οποίο οι ισλαμιστές απομακρύνθηκαν από τη συμμαχική κυβέρνηση χωρίς ούτε ένας στρατιώτης να βγεί από τους στρατώνες του. Στην Ελλάδα ονομάζουμε ισλαμικά κόμματα το κόμμα του Ερμπακάν και το λιγότερο συντηρητικό διάδοχο κόμμα του Ερντογάν. Στην πραγματικότητα όμως – με δεδομένο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του τουρκικού κράτους είναι μουσουλμάνοι- όλα τα τουρκικά κόμματα συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με κάποια όψη του ισλάμ. Αυτό που κάνει τα πράγματα πολύπλοκα είναι ότι το ισλάμ, ειδικά στην Τουρκία, είναι πολυπλόκαμο και πολυσύνθετο. Πολύ περισσότερο από τα ίδια τα τουρκικά κόμματα. Υπάρχει κατ’ αρχήν το κρατικό ισλάμ. Οι διορισμένοι από το κράτος ιερουργοί, που λειτουργούν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Το ορθόδοξο σουνιτικό ισλάμ της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων με πάνω από 80 χιλιάδες υπαλλήλους. Τόσο απόλυτα εξαρτημένο από το κράτος που οι ιμάμηδες παραλαμβάνουν υποδείγματα κυρηγμάτων από την αρμόδια διεύθυνση! Παρών στην Τουρκία είναι και ο ιστορικός θρησκευτικός διχασμός του Ισλάμ, καθώς ένα αξιόλογο τμήμα του πληθυσμού αποτελείται από Σιίτες. Κανείς δεν γνωρίζει πόσο μεγάλο είναι το τμήμα αυτό αφού ποτέ δεν έχει πραγματοποιηθεί θρησκευτική απογραφή στη σύγχρονη Τουρκία. Οι αναφερόμενες εκτιμήσεις ξεκινούν από το 10% και φτάνουν στο 30% του πληθυσμού. Το βέβαιον είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Σιιτών στην Τουρκία ανήκουν στην αίρεση των Αλεβήδων. Οι Αλεβήδες, λόγω των ιστορικών διώξεών τους από τη σουνιτική πλειοψηφία (ορισμένοι σουνίτες δεν τους θεωρούν καν μουσουλμάνους), είναι εξαιρετικά κλειστοί σε ότι αφορά τις θρησκευτικές τους δραστηριότητες. Ιδεολογικά δίνουν μεγάλη έμφαση στην αντίσταση του ανθρώπου απέναντι στους πειρασμούς της ακόρεστης συσσώρευσης πλούτου. Πολλοί από αυτούς είναι Κουρδικής ή Αραβικής καταγωγής, αν και ένα μεγάλο ποσοστό τους αποτελείται από Τούρκους. Εκτός από τους Αλεβήδες στην Τουρκία υπάρχουν επίσης ορθόδοξοι Σιίτες (οι λεγόμενοι Σιίτες των 12 Ιμάμηδων), καθώς και το μυστικιστικό τάγμα των Μπεκτασήδων, το οποίο θυμίζει σε πολλά σημεία στην οργάνωσή του τον δυτικό τεκτονισμό και υπήρξε στο παρελθόν το τάγμα στο οποίο ανήκαν οι περισσότεροι γενίτσαροι. Σουφικά μυστικιστικά τάγματα (Σούφ ονομάζεται το απλό μάλινο ύφασμα το οποίο φόραγαν οι μουσουλμάνοι ασκητές για να δείξουν την απόρριψη του υλιστικού κόσμου. Οι ασκητές αυτοί συγκέντρωναν οπαδούς που μετά το θάνατό τους δημιουργούσαν ολόκληρα τάγματα (τα σουφικά τάγματα), που ακολουθούσαν την –μυστικιστική κατά κανόνα διδασκαλία τους.) με ακόμα μεγαλύτερη επιρροή είναι τα σουνιτικά τάγματα και ιδίως τα τάγματα που ξεπήδησαν από τους Νακσημπεντί. Οι Νακσημπεντί είναι ένα από τα παλαιότερα ισλαμικά τάγματα και η ιστορία τους ξεκινά από το 14ο αιώνα. Τάγμα ισχυρό και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, συνέδεσε το όνομά του με ένοπλες αντικεμαλικές εξεγέρσεις στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Από το τάγμα αυτό ξεπηδούν πολλά και ισχυρά παρακλάδια. Υπάρχουν κατ’ αρχήν οι Καλιντί (Χαλιντί), ο ηγέτης των οποίων στον 20ο αιώνα, ο Μεχμέτ Ζαχίντ Κοτκού, ο οποίος πέθανε το 1980, άσκησε μεγάλη επιρροή σε πολιτικές προσωπικότητες όπως ο Νετσμετίν Ερμπακάν και ο Τουργκούτ Οζάλ. Ο Κοτκού ενθαρρύνοντας μια τακτική εισοδισμού των ισλαμιστών στο τουρκικό κράτος επηρέασε σημαντικά την πορεία του πολιτικού ισλάμ στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Το άλλο ιδιαίτερα ισχυρό τάγμα με προέλευση τους Νακσημπεντί και εμπνευστή ένα σχετικά σύγχρονο θρησκευτικό ηγέτη είναι το τάγμα των Νουρτζού, του οποίου ο εμπνευστής Σαίτ Νουρσί, ο οποίος πέθανε το 1960, θεωρείται από τους οπαδούς του ως σύγχρονος άγιος. Οι Νουρτζού αν και είχαν πολλαπλές αντιπαραθέσεις με την κεντρική εξουσία (πάνω από 800 δικαστικές συγκρούσεις), επηρέασαν και αυτοί σημαντικά την πολιτική ζωή υποστηρίζοντας κυρίως τα κόμματα των Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και Νεσμεντίν Ερμπακάν. Το τάγμα, αν και αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τη Δύση, δέχεται ορισμένες κεμαλικές αρχές (π.χ. χωρισμός θρησκείας και κράτους) και τη δυνατότητα συμβιβασμού του θείου κοσμικού νομικού συστήματος με το εγκόσμιο. Από τα γραπτά του Νουρσί το ακόλουθο απόσπασμα δείχνει το μυστικιστικό και έντονα ποιητικό στοιχείο που συγκινεί τις μάζες και εξηγεί τη διαχρονική δημοτικότητα των σουφικών ταγμάτων: «παρατήρησα ότι οι μαρτυρίες και οι αποδείξεις της αλήθειας του πνεύματος είναι τρεις:
Σημερινός ηγέτης μιας μεγάλης ομάδας Νουρτζού είναι ο Φετουλάχ Γκιουλέν, μετριοπαθής αλλά με τεράστια επιρροή καθώς η ομάδα του διαθέτει ένα μεγάλο διεθνές δίκτυο σχολείων, ιδρυμάτων κ.λπ, και έχει μεγάλη επιρροή σε πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη. Ένα άλλο τάγμα με προέλευση τους Νακσημπεντί είναι οι φανατικά αντιδυτικοί Σουλεϊμαντζί, που είναι έντονα συντηρητικοί και εχθροί κάθε νεωτερισμού. Τάγμα, η ισλαμική ριζοσπαστική ιδεολογία του οποίου δεν είναι απολύτως γνωστή, αφού αποφεύγουν συστηματικά τη διάδοσή της δια του τύπου. Η συνοπτική αυτή παράθεση (υπάρχουν δεκάδες ακόμα αιρέσεις, τάγματα κ.λπ., στα οποία δεν έχουμε αναφερθεί), αρκεί για να κατανοήσει κανείς πόσο δύσκολο είναι να συγκεντρωθεί με βάση το Ισλάμ μια ομοιογενής ριζοσπαστική πολιτική ισλαμική πλειοψηφία στην Τουρκία. Όχι μόνο γιατί οι κρατικές δομές (στρατός και γραφειοκρατία), παραμένουν πάντα ιδιαίτερα ισχυρές και αφοσιωμένες, στην κεμαλική παράδοση, αλλά προπαντός γιατί το ισλάμ στη γειτονική χώρα έχει τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές μορφές που καμία δεν μπορεί μόνη της να κυριαρχήσει με όρους θρησκευτικούς στην πολιτική ζωή. Πόσο μάλλον αν το το ζητούμενο είναι ένα θρησκευτικό κράτος, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κεμαλική παράδοση που αν και ηττήθηκε στις εκλογές αυτές εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά μεγάλο μέρος της ελίτ και σημαντικό τμήμα του τουρκικού λαού (αν και βρέθηκαν τα περισσότερα εκτός Βουλής λόγω πολυδιάσπασης, τα κόμματα της κεμαλικής παράδοσης είχαν και στις εκλογές αυτές την λαϊκή πλειοψηφία). Άλλωστε η μεγάλη πλειοψηφία των ισλαμιστών, με πρώτο τον Ερντογάν, δεν υιοθετεί επί της ουσίας το αίτημα για ένα θρησκευτικό κράτος και υπερασπίζεται τη σημασία του σεβασμού της θρησκευτικής έκφρασης (π.χ. το δικαίωμα των φοιτητριών να καλύπτουν την κεφαλή τους στο χώρο των πανεπιστημίων), με μια κατ’ εξοχήν δυτικού τύπου επιχειρηματολογία που στηρίζεται στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Η νίκη του Ερντογάν έχει ασφαλώς πολλές πτυχές (οικονομική κρίση, εκτεταμένη διαφθορά, ακραία λειτουργία του τουρκικού εκλογικού νόμου κ.λπ.). Προφανώς μια πτυχή της νίκης συνδέεται και με την επιρροή του Ισλάμ στην τουρκική πολιτική ζωή. Πτυχή που θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε όμως περισσότερο ως έκφραση αντίδρασης στα πεπραγμένα της Κεμαλικής Τουρκίας και ως μέσον αναζήτησης εθνικής και ατομικής ταυτότητας και πολύ λιγότερο ως προσπάθεια επιβολής κάποιας ριζοσπαστικής μορφής θρησκευτικού καθεστώτος στην τουρκική κοινωνία. Ο υποτιθέμενος αυτός «κίνδυνος», που χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για την μαζική επί πολλές δεκαετίες παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Τούρκων πολιτών, εύχεται κανείς να απομυθοποιηθεί επιτέλους οριστικά με την άνοδο του κόμματος Ερντογάν στην εξουσία. Και θα είναι ιστορική ειρωνία αν τελικά το ισλαμικό αυτό κόμμα θέσει τέλος στις αντιδημοκρατικές αυτές πρακτικές που – εν ονόματι ενός καταναγκαστικού «ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού» - αποτελούν, μαζί με το κυπριακό, το κυριότερο εμπόδιο στην πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Πηγές Το άρθρο αυτό είναι στηρίχθηκε σε πληροφορίες, στοιχεία και απόψεις που έχουν δημοσιευθεί:
Copyright © 2002 by Apodimos. All rights reserved. |