ΤΟΥΡΚΙΑ-Ε.Ε. και το
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΒΕΤΟ.
Του Παναγιώτη Ήφαιστου
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
- Στρατηγικών Σπουδών, Πάντειου Πανεπιστημίου
Όλοι μας γνωρίζουμε το γεγονός ότι οι Τουρκικές Ένοπλες
Δυνάμεις παραβιάζουν τον Ελληνικό εναέριο και θαλάσσιο χώρο στο Αιγαίο με
συνεχείς ιταμότατες προκλήσεις. Όμως δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει όταν η
Τουρκία θα εξασφαλίσει την ενταξιακή της πορεία στην Ε. Ε , την στιγμή κατά την
οποία υπάρχουν δυο άξονες εξασκήσεως της πολιτικής της χώρας αυτής, η
Πολιτική Ηγεσία της την οποία έχει ψηφίσει ο τουρκικός λαός και το
Στρατιωτικό Κατεστημένο το οποίο αποφασίζει τις κινήσεις εναντίον της
Ελλάδος με σκοπούς που έχουν βαθιές ρίζες στο παρελθόν. Διότι αν το
πολιτικό κράτος της Άγκυρας δεν μπορεί να επιβληθεί στο στρατιωτικό του
κατεστημένο, τότε η Τουρκία είναι δικτατορία του αισχίστου είδους και
δεν πρέπει να γίνει δεκτή στην Ε. Ε.. Εκτός των πιο πάνω προβληματισμών
υπάρχει και ο προβληματισμός η στήριξης της απόφασης της Ελλάδος για την
ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών συνομιλιών για την ένωση της Τουρκίας
στην μεγάλη κοινωνία των ευρωπαϊκών κρατών και τότε τι γίνετε ; Εάν πει
κάποιος ΝΑΙ τότε δεν απεμπολή τα δικαίωμα της Ελλάδος διότι παραδέχεται
τα συμβαίνοντα στον ελληνικό χώρο, π.χ. παραβιάσεις του εναερίου ελληνικού
χώρου κλπ. χωρίς να υπάρχει καμιά δέσμευση ότι οι Τούρκοι δεν θα
κάνουν παραβιάσεις μέχρι το τέλος των συζητήσεων. Εάν πει κάποιος ΟΧΙ
τότε θα πέσει η Τουρκική Πολιτική Ηγεσία εις όφελος του Στρατιωτικού
κατεστημένου, με προεκτάσεις που κανείς δεν μπορεί να τις σταθμίσει.
Υπάρχει και το τρίγωνο των ευρωπαϊκών κρατών Γαλλία , Γερμανία, Βέλγιο,
τα οποία έχουν συμφέροντα να μην εισέλθει στην Τουρκία στην Ε.Ε. μήπως
δεν ήταν σκόπιμο να βγάλουν τα κάστανα από την φωτιά τρίτοι ; Υπάρχει και το
δίδυμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ που μεθοδεύουν πάντα υπέρ της Τουρκίας, μήπως
πρέπει να μην ακολουθήσουμε τις μεθοδεύσεις τους ;
Επειδή όμως οι προϋποθέσεις για την έναρξη των συνομιλιών για την είσοδος της
στην Ε.Ε. στενεύουν και επειδή το
www.Apodimos.com
είναι υπέρ της εντάξεως της Τουρκίας στην Ε. Ε για να σεβασθεί το Ευρωπαϊκό
Κεκτημένο το οποίο κατά την άποψη μας θα βοηθήσει
την επίλυση των διμερών προβλημάτων το Portal μας
παρουσιάζει το άρθρο του κ. Παναγιώτη Ήφαιστου Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων –
Στρατηγικών Σπουδών, της Έδρας Jean
Monnet για την Ευρωπαϊκή
Πολιτική Ολοκλήρωση, Πάντειον Πανεπιστήμιο
«ΤΟΥΡΚΙΑ-Ε.Ε. και το ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΒΕΤΟ»
1.
Βιώσιμη λύστη του κυπριακού
Προϋπόθεση για να μην θέσει η Κύπρος Βέτο στην έναρξη των
διαπραγματεύσεων της ΕΕ με την Τουρκία είναι –ή πρέπει να είναι–, η Άγκυρα να
δεσμευτεί σε μια πορεία βιώσιμης λύσης του κυπριακού προβλήματος. Η πρώτη
ευκαιρία είναι στις 17 Δεκεμβρίου 2004 και η επόμενη πολύ αργά, σε 10-15 ή και
περισσότερα χρόνια εάν και όταν ολοκληρωθούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις.
Για να γίνουν κατανοητές οι
ευκαιρίες, οι κίνδυνοι και οι δυνατότητες, είναι αναγκαίο, αφενός να αναφερθούν
συντομογραφικά οι πέντε θεμελιώδεις αρχές μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού, και
αφετέρου, να ανατρέξουμε στους διαμορφωτικούς παράγοντες της σημερινής
συγκυρίας.
Οι πέντε απαράβατες αρχές είναι
οι εξής:
1ον) Η λύση να
διασφαλίζει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος της Κυπριακής Δημοκρατίας
(πλειοψηφικές αποφάσεις στην βάση της αρχής ένα άτομο μια ψήφος).
2ον) Άμεση άσκηση λαϊκής κυριαρχίας
(έλεγχος της εξουσίας από μια αδιαίρετη κυπριακή κοινωνία, διαρκείς έλεγχοι και
εξισορροπήσεις).
3ον) Αποκλεισμός ρυθμίσεων που δεσμεύουν ή
περιορίζουν την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας
(αποκλεισμός παρουσίας ξένων στρατευμάτων, αποκλεισμός παρουσίας «ξένων
δικαστών», τερματισμό του εγκλήματος πολέμου του εποικισμού).
4ον) Απόλυτη τήρηση των συμβάσεων για τα ανθρώπινα
δικαιώματα (όπως περιγράφονται στην επώνυμη Χάρτα και
όπως απαιτούν οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις).
5ον) Άμυνα-Ασφάλεια: Εάν
συμφωνηθεί αποστρατικοποίηση να συνοδευτεί από αποχώρηση όλων των ξένων
στρατευμάτων και ει δυνατό να ληφθεί σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
2.
Στρατηγική ένταξης-λύσης: σκοποί και μέσα
Τα πιο πάνω,
υποστηρίχθηκε πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια, εκπληρώνονται εάν η Κυπριακή
Δημοκρατία ενταχθεί στην ΕΕ οπότε και αυτομάτως επεκτείνεται στην Κύπρο ο
κοινοτικός πολιτικός και νομικός πολιτισμός: ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία,
κράτος δικαίου, θεσμοθετημένοι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις,
σεβασμός του διεθνούς δικαίου και τήρηση των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των
Ηνωμένων Εθνών. Αυτή δεν ήταν μια ιδεαλιστική τοποθέτηση αλλά μια ρεαλιστική
πρόταση που δημιουργούσε ένα συνολικό σύστημα ιδεών για λύση του κυπριακού που
θα ήταν συμβατή με το υπόλοιπο διακρατικό σύστημα και κυρίως συμβατή με την
ιδιότητα του πλήρους μέλους της ΕΕ. Ακριβώς, η πορεία αυτή, με πρακτικό και
αποτελεσματικό τρόπο που ταυτόχρονα δεν βρισκόταν σ’ αντίθεση με τα καλώς
νοούμενα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων, αναιρούσε ή προσάρμοζε στο διεθνές
δίκαιο τις συμφωνίες του 1977 και του 1979 τις οποίες η ελληνική πλευρά είχε
δεχθεί απρόθυμα και υπό συνθήκες πολιτικοστρατιωτικού εκβιασμού.
Αναπόδραστα, λόγω ελληνικής αδυναμίας, οι συμφωνίες του 1977 και 1979 δεν
μπορούσαν παρά να οδηγήσουν –όπως έδειξε τελικά το σχέδιο Αναν– σε συζητήσεις
που κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα
επέβαλλαν ως νέο διακρατικό καθεστώς τα τελεσμένα της εισβολής του 1974. Είναι
γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους που προς το τέλος της δεκαετίας του 1980 η
πρόταση υποβολής αίτησης ένταξης συνοδεύτηκε με θέσεις υπέρ της αμυντικής
θωράκισης της Κύπρου και της Ελλάδας και υπέρ της δρομολόγησης ενός «οδικού
χάρτη» που θα συμπεριλάμβανε στρατηγικού χαρακτήρα διπλωματικές διαπραγματεύσεις
στο τρίγωνο Ελλάδα, Κύπρος – Τουρκία – Ευρώπη, ΗΠΑ.
Σήμερα, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι ο άξονας γύρω από τον οποίο θα
περιστράφηκε η στρατηγική μας, ήταν οι εξής θέσεις ή επιδιώξεις:
1ον)
ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ανεξαρτήτως λύσης,
2ον)
προσχώρηση των τουρκοκυπρίων στην ιδέα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής Κυπριακής
Δημοκρατίας και
3ον)
αποδοχή εκ μέρους της Άγκυρας της ιδέας ότι μια βιώσιμη λύση του κυπριακού στις
πιο πάνω γραμμές εξυπηρετεί τα καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας και
ότι θα μπορούσε έτσι να εισέλθει σε μια πορεία διαρκούς εναρμόνισής της με το
πολιτικό κεκτημένο της ΕΕ, μεταξύ άλλων, με την αποδοχή των προνοιών για
ειρηνική επίλυση των διαφορών στην βάση των Συνθηκών, του Καταστατικού Χάρτη του
ΟΗΕ, των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των συμβατικών προνοιών για τα
ανθρώπινα δικαιώματα. Για να εκπληρωθούν αυτοί οι φιλειρηνικοί στόχοι, η
ελληνική εθνική στρατηγική δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνο στις γραφικές
επαναπροσεγγίσεις και στην ανάπτυξη αισθητικών διαπροσωπικών σχέσεων που
κατεύναζαν προσωρινά την τουρκική επιθετικότητα αλλά δεν την τερμάτιζαν. Η
εκπλήρωση των σκοπών της ελληνικής στρατηγικής απαιτούσε σιδερένια θέληση,
σκληρά νεύρα, μακρόχρονη πολιτικοδιπλωματική προσπάθεια και επαρκή αμυντική
θωράκιση που θα διασφάλιζε ισόρροπες διαπραγματεύσεις.
3.
Ελληνικό αυτογκόλ: άρθρο Πανταγιά
Πλήθος αιθεροβαμόνων
ή κακόπιστων διανοουμένων αμφισβητούσαν διαρκώς τόσο τους πιο πάνω σκοπούς όσο
και τις προσεγγίσεις εκπλήρωσής τους. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι πρόκειται σχεδόν
για τα ίδια άτομα και τις ίδιες ομάδες που διαδοχικά και με φανατισμό στράφηκαν
σε πρώτη φάση το 1988-1992 κατά της υποβολής αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ,
σε δεύτερη φάση την περίοδο 1993-1996 κατά του ενιαίου αμυντικού χώρου και σε
στην τελική φάση το 2001-2004 υπέρ του ανελεύθερου σχεδίου Αναν. Μετά το σωτήριο
ΟΧΙ της κυπριακής κοινωνίας, αντί να υποκλιθούν στην συντριπτική λαϊκή βούληση,
συνεχίζουν να μεμψιμοιρούν, κινδυνολογούν και να συναναστρέφονται τον
νεοιμπεριαλιστή Λόρδο Χάνευ σε καλοπληρωμένα «συνέδρια κοινωνικού χαρακτήρα».
Το αμφιλεγόμενο άρθρο
Πανταγιά ήταν η αφετηρία εκτροχιασμού της στρατηγικής ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ
και των προσπαθειών μας για βιώσιμη λύση σ’ αυτό το πλαίσιο. Εκφράστηκαν θέσεις
οι οποίες αν δεν ήταν προϊόν πολιτικής υπουλότητας της τότε ανώτατης πολιτικής
ηγεσίας ήταν σίγουρα προϊόν εγκληματικής πολιτικής επιπολαιότητας. Οι θέσεις
αυτές εκφράστηκαν από τον σύμβουλο του πρωθυπουργού και είχαν ως αποτέλεσμα να
αποδυναμωθεί η ελληνική θέση την κρίσιμη εκείνη στιγμή, όταν δηλαδή για πρώτη
φορά μετά το 1974 η ελληνική πλευρά απέκτησε διπλωματικό πλεονέκτημα λόγω
επιτυχούς ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων. Στην κρίσιμη εκείνη συγκυρία,
ακριβώς, ουσιαστικά είχε ολοκληρωθεί ένας μακρόχρονος κύκλος διαπραγματεύσεων
που πρόβλεπε την ένταξη της ολόκληρης της Κυπριακής Δημοκρατίας ανεξαρτήτως
λύσης και από διακηρύξεις πολλών στην Ευρώπη ότι η Κύπρος δεν μπορεί να
παραμείνει όμηρος της τουρκικής στρατηγικής. Οι όροι ειρηνικής επίλυσης του
κυπριακού, μάλιστα, είχαν οριοθετηθεί επακριβώς στην Πράξη Προσχώρησης όπου κατ’
ουσία είχαν περιγραφεί οι μέθοδοι ενσωμάτωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο
κοινοτικό πολιτικό και νομικό κεκτημένο, γεγονός κάτι που βασικά σήμαινε ότι
είχαν καταγραφεί σε μια διεθνή σύμβαση μεγάλης εμβέλειας οι πολιτειακοί και
διεθνοπολιτικοί όροι τελικής λύσης του κυπριακού προβλήματος.
Υπενθυμίζεται επίσης
ότι πριν και μετά το επίμαχο αμφιλεγόμενο άρθρο Πανταγιά γίναμε μάρτυρες μιας
εκστρατείας επιστημονικοφανών αναλύσεων υπέρ των τουρκικών θέσεων εκ μέρους
σωρείας ελλήνων διανοουμένων οι οποίοι όλως περιέργως βρέθηκαν ξαφνικά σε θέση
αριθμητικής υπεροχής στις επιφυλλίδες, στα δημοσιογραφικά πάνελ
και στις βιβλιοκριτικές χαμηλής ποιότητας βιβλίων στα ένθετα των ελλαδικών
εφημερίδων.
Κυρίαρχο
χαρακτηριστικό πολλών διεστραμμένων πολιτικών εκλογικεύσεων και των ιδεολογικών
επινοημάτων που τις συνόδευαν ήταν η θέση πως επειδή φταίει, δήθεν, η ελληνική
πλευρά, θα πρέπει να «συμβιβαστούμε» είτε με ένα «βελούδινο διαζύγιο» είτε με
εθελούσια απώλεια της ελευθερίας. Με διαφορετικά λόγια, υποστήριζαν πως επειδή
τις τελευταίες δεκαετίες οι έλληνες δεν ήσαν αρκετά ισχυροί να διασφαλίσουν την
ελευθερία τους κατά της επεκτατικής Τουρκίας και ιμπεριαλιστικής Βρετανίας και
επειδή γι’ αυτό, δήθεν, φταίνε, θα πρέπει είτε να δεχθούν την διχοτόμηση είτε να
δεχθούν την παντοτινή καταστολή της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας και των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο. Είναι κοινώς γνωστό πλέον ότι πολλά
διακεκριμένα μέλη της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και πολλοί διανοούμενοι όχι
μόνο αδράνησαν αλλά ενίοτε συνέπραξαν στην εκκόλαψη του σχεδίου του οποίου
αρχιτέκτων ήταν ο Λόρδος Χάνευ, συγγραφέας ο πολιτικά ανεξέλεγκτος ντε Σότο και
εισηγητής ο Κόφι Αναν.
4.
Συνέπειες του αυτογκόλ:
ΟΧΙ υπέρ ελευθερίας και το Συμβούλιο της ΕΕ τον Δεκέμβριο 2004
Η εκδήλωση αυτού του
σχεδίου και οι επί τριετία ασφυκτικές πιέσεις των αγλλοαμερικανών να το
επιβάλουν δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Ουσιαστικά ακυρώθηκαν τα βασικά ερείσματα
της στρατηγικής μας επειδή αφενός σκανδάλισε τους τουρκοκύπριους προσφέροντάς
τους καταχρηστικές εξουσίες και δελεαστικά υλικά οφέλη και αφετέρου απάλλαξε
πολιτικά την Τουρκία από τα διεθνή εγκλήματα της εισβολής, της κατοχής ξένων
εδαφών και του εποικισμού. Επίσης, επειδή το τελικό σχέδιο Αναν ουσιαστικά
εξαιρούσε την Κύπρο από τα βασικά στοιχεία της ιδιότητας του πλήρους μέλους της
ΕΕ, ακύρωνε τις δυνατότητες που διάνοιγε το γεγονός της ένταξης.
Σε κάθε περίπτωση, σε μια κρίσιμη συγκυρία όταν η ένταξη ήταν πλέον γεγονός
εμπόδισε πρωτοβουλίες για ορθολογιστικές διαπραγματεύσεις που θα μετέτρεπαν την
εισδοχή της Κύπρου στην ΕΕ σε αφετηρία για διαδικασίες βιώσιμης λύσης του
κυπριακού.
Το ΟΧΙ της κυπριακής κοινωνίας τον Απρίλιο 2004 διέσωσε
προσωρινά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή την συλλογική
ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των κυπρίων, και επέτρεψε στην Κύπρο
να καταστεί πλήρες και ισότιμο μέλος της ΕΕ. Ταυτόχρονα, το ΟΧΙ άφησε κάποια
περιθώρια τον ερχόμενο Δεκέμβριο στο Συμβούλιο της ΕΕ να επανέλθουμε σε τροχιά
αποκατάστασης της διεθνούς νομιμότητας, δηλαδή την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου
και την εφαρμογή της κοινοτικής έννομης τάξης σ’ ολόκληρη την επικράτεια της
Κυπριακής Δημοκρατίας όπως προβλέπει η Πράξη Προσχώρησης στην ΕΕ. Σχετικά με το
τελευταίο σημείο, εις πείσμα πολλών ντόπιων πολιτικών μεταπρατών των
ιμπεριαλιστικών αγγλικών συμφερόντων και εις πείσμα του αμετροεπούς και
στερημένου πολιτικής εντολής Επιτρόπου Φερχόυτεν, τονίζεται ότι η συλλογική
πολιτική θέση της ΕΕ ως διεθνούς θεσμούς –η οποία είναι δεσμευτική για τα
κράτη-μέλη– εμπεριέχεται στην Πράξη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και
όχι στο σχέδιο Αναν. Αντί λοιπόν να τονίζουμε αυτό το γεγονός, πολλοί, ακόμη και
υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών της προηγούμενης
κυβέρνησης, δήλωναν ότι οι ευρωπαίοι «θέλουν το σχέδιο Αναν». Αυτό είναι ένα
ακόμη από τα πολλά αυτογκόλ που βάλαμε στις εγχώριες συζητήσεις γύρω από το
σχέδιο Αναν το 2003 και 2004. Με διαφορετικά λόγια, ενώ οι Ευρωπαίοι είχαν
δεσμευτεί με την Πράξη Προσχώρησης για την τελική λύση του κυπριακού προβλήματος
και την στιγμή που οι άγγλοαμερικανοί ιμπεριαλιστές – οι οποίοι όπως ομολόγησαν
σήμερα δημοσίως προσπαθούσαν να δώσουν την Κύπρο στην Τουρκία μέσω του σχεδίου
Αναν για να την δελεάσουν να συμπράξει μαζί τους στο Ιράκ– κάποιοι συνέπραξαν
στην έξωθεν προσπάθεια αναίρεσης των πολιτικοδιπλωματικών μας ερεισμάτων, στάση
βεβαίως που προσέκρουσε στο υπέρ ελευθερίας ΟΧΙ της κυπριακής κοινωνίας τον
Απρίλιο του 2004.
5.
Τραγικά διλήμματα, διέξοδος και το μέλλον της ίδιας της ΕΕ
Οι τελευταίες
προκλήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο είναι δηλωτικές της τουρκικής στρατηγικής:
Προσδιορίζει τον τρόπο της «καθόδου» της προς την Ευρώπη: 1ον) Θα
θέτει αυτή όρους και όχι οι πολιτικά αδύναμοι ευρωπαίοι. 2ον) Αφού
γίνει αποδεκτή για διαπραγματεύσεις, όποτε συναντά δυσκολίες θα καταφεύγει στην
προσφιλή της τακτική των στρατιωτικοπολιτικών εκβιασμών, κατά προτίμηση κατά της
Ελλάδας και κατά της Κύπρου (η τελευταία αν αποδεχόταν το σχέδιο Αναν θα ήταν
επιπλέον αποστρατικοποιημένη, δηλαδή παντελώς έρμαιο και όμηρος της τουρκικής
στρατηγικής).
Αν και όχι απίθανο να συμβεί, είναι εν τούτοις παντελώς ανορθολογικό να γίνει
δεκτή η Τουρκία για διαπραγματεύσεις πλην δεχθεί απολύτως να τερματίσει τις
αναθεωρητικές της συμπεριφορές. Το ελάχιστο που θα μπορούσε να γίνει είναι
πρώτο, η Άγκυρα να δεχθεί προσφυγή στους διεθνείς θεσμούς για οτιδήποτε
απαιτήσεις κατά της Ελλάδας, δεύτερο, έστω και στην βάση χρονοδιαγράμματος, να
δεσμευτεί για αποχώρησή της από την Κύπρο, σεβασμό του διεθνούς δικαίου και
τήρηση των Συνθηκών. Επιπλέον, τυχόν απόφαση για έναρξη διαπραγματεύσεων σ’ αυτή
την βάση θα πρέπει να προβλέπεται ο τερματισμός τους αν η Τουρκία δεν
συμμορφώνεται. Μάλιστα, επειδή αυτό το ζήτημα εμπίπτει στην πολιτικοστρατηγική
σφαρία θα πρέπει η απόφαση για διακοπή των συνομιλιών να μπορεί να γίνει
έστω και αν το θέλει ένα μόνο κράτος της ΕΕ (και δεν θα υπόκειται σε
οποιαδήποτε διαδικασία πλειοψηφικών αποφάσεων). Αυτό θα ζητούσε κάθε άλλο
κράτος-μέλος της ΕΕ και δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην αποτελεί αξίωση της
Ελλάδας.
Δηλαδή, η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη, απαιτείται να είναι δεσμευμένη με
τερματισμό του αναθεωρητισμού και με την αποδοχή της μιας τελικής βιώσιμης λύσης
του Κυπριακού ζητήματος στην βάση του γεγονότος της ένταξης της Κυπριακής
Δημοκρατίας στην ΕΕ. Ασφαλώς, οι χειρισμοί αυτοί είναι δυσχερείς τόσο λόγω της
πολιτικής αδυναμίας της Ευρώπης όσο και λόγω των δικών μας απλουστευτικών
θεωρήσεων που κυριαρχούν στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Όσον αφορά το κυπριακό,
πιο συγκεκριμένα, η προαναφερθείσα πολιτική επιπολαιότητα ή ενίοτε και συνειδητή
ταύτιση με τις ιμπεριαλιστικές ραδιουργίες μας έφεραν σε μια δυσχερή θέση που
αντιμετωπίζεται μόνο με ρηξικέλευθες στάσεις και αποφάσεις. Η τραγική θέση
στην οποία έχουμε περιέλθει περιγράφεται ως εξής: Από την μια πλευρά οι
έλληνες κύπριοι αν εμμείνουν σε μια βιώσιμη λύση ενδεχομένως δεν θα επανέλθουν
σύντομα (ή και ποτέ) στις πατρογονικές τους εστίες. Θα συνεχίσουν εν τούτοις να
είναι συλλογικά ελεύθεροι-ανεξάρτητοι και ευημερούντες, ενώ ταυτόχρονα θα
υπάρξουν μελλοντικά δυνατότητες βιώσιμης διεξόδου και επανένωσης της
Μεγαλονήσου. Από την άλλη πλευρά αν οι κύπριοι υποκύψουν στους εκβιασμούς και
δεχθούν τα δεσμά που ορίζει το αγγλικής έμπνευσης σχέδιο Αναν, θα τερματιστεί
παντοτινά η συλλογική ελευθερία-ανεξαρτησία όλων των κυπρίων, θα υποταχθεί
παντοτινά ο κυπριακός λαός στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα της Τουρκίας και της
Βρετανίας, θα εκκολαφθούν μελλοντικές ελληνοτουρκικές διενέξεις και, επειδή μια
πολιτικά αδύναμη ΕΕ θα εισέλθει σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις με μια
αναθεωρητική και υπεροπτική Τουρκία, θα αποτελέσει ενδεχομένως την αφετηρία
πολιτικής ακύρωσης της ίδιας της ΕΕ, κάτι το οποίο, εξάλλου, αποτελεί πάγιο
στόχο της βρετανικής διπλωματίας.
6.
Διέξοδος ενόψει των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας-ΕΕ
Όσον αφορά το
κυπριακό, παίζει με την φωτιά και το μέλλον της Ελλάδας όποιος δεν υιοθετήσει
τέσσερις απαράβατες αρχές ή κριτήρια που θα τεθούν ως προϋπόθεση έναρξης
διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την ΕΕ:
1ον) Η
κυρίαρχη Κυπριακή Δημοκρατία αποκλείεται να δεχθεί οποιοδήποτε εσωτερικό
καθεστώς που θα της στερεί αυτά που αποτελούν κεκτημένα όλων των υπόλοιπων
συνεταίρων της στην ΕΕ.
2ον) Ως
κυρίαρχο μέλος τους διεθνούς συστήματος εμμένει σ’ αυτό που για τρις δεκαετίες
απαιτούσε: συμμόρφωση όλων των εμπλεκομένων με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.
3ον) Ως
ισότιμο μέλος της ΕΕ η Κυπριακή Δημοκρατία αταλάντευτα απαιτεί συμμόρφωση των
υποψηφίων μελών με τις αρχές του νομικού και πολιτικού πολιτισμού της Ευρώπης
και των υπολοίπων διεθνών συνθηκών.
Οι τακτικοί χειρισμοί
εκπλήρωσης αυτών των σκοπών είναι υπόθεση των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου που
δεν έχουν την πολυτέλεια να αποτύχουν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ενδεχομένως να
αλλάξει ο ρους της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας αν η πολιτικά παραπαίουσα
ΕΕ αυτοχειριαστεί με το να δεχτεί διαπραγματεύσεις με ένα αναθεωρητικό κράτος,
την Τουρκία, η οποία επιπλέον κατέχει έδαφος ενός μέλους της ΕΕ, της Κύπρου, την
οποία εξάλλου αρνείται να αναγνωρίσει. Για να μην υπάρξει ανάγκη για ένα
ακόμη αναπόφευκτο κυπριακό ΟΧΙ (βέτο) τον Δεκέμβριο, Αθήνα και Λευκωσία έχουν
μερικές μόνο εβδομάδες να μεταπείσουν τους υπόλοιπους ευρωπαίους και την Άγκυρα
για ένα νέο ξεκίνημα για μια βιώσιμη λύση. Τελικά, όμως, ίσως αυτό να
παραμείνει μια προσδοκία, επειδή η κοσμοθεωρητική σήψη που αρχίζει από τον
πανεπιστημιακό χώρο και επεκτείνεται στο πολιτικό σύστημα έχει από καιρό
αποδυναμώσει τον συλλογικό πολιτικό μας ορθολογισμό και έχει απονευρώσει την
ικανότητά μας να βλέπουμε ακόμη και τα πιο ολοφάνερα ερείσματά μας!