ΕΧΕΙ ΓΕΝΗΘΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ για τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και την ΠΑΤΡΙΔΑ.

www.Apodimos.com

Με σκοπό την ενημέρωση του Απόδημου Ελληνισμού και των Ελλήνων και Κυπρίων αδελφών μας, μέσα από το www.Apodimos.com πολλές φορές παρακολουθούμε τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα και τις προσπάθειες που καταβάλλονται για ότι θέμα αφορά τους έλληνες. Στην παρουσίαση του μηνός Νοεμβρίου σας παρουσιάμε την ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ ΜΚΕ για την οποία είχαμε τα καλλίτερα σχόλια. Συνεχίζοντας αυτού του είδους την ενημέρωση για την παρουσίαση του μηνός Δεκεμβρίου θα σας παρουσιάσουμε ένα Όμιλο. Παρακολουθώντας ορισμένες ομιλίες του Ομίλου αυτού, οι οποίες αφορούσαν το Πρόβλημα της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα και το Πρόβλημα της Επίλυσης του Κυπριακού, προσέξαμε ότι οι τοποθετήσεις των ομιλητών και προσέξαμε ότι

¨      Ήσαν υπερκομματικές.

¨      Τα άτομα που συμμετείχαν στο Πάνελ των ομιλητών προερχόταν από χώρους που είχαν καταξιωθεί μέσα από την πολιτική, από την τεχνογνωσία των αντικειμένων που πραγματευόντουσαν και ήσαν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ή πρεσβευτές της Ελλάδος σ’ όλο τον κόσμο.

Αυτό το ίδιο παρακολουθήσαμε και στην Θεσσαλονίκη όπου αυτός ο Όμιλος για τον οποίο μόνο καλά λόγια ακούσαμε. Έτσι σας παρουσιάζουμε την ενημέρωση που είχαμε από τον κ. Χρύσανθο Λαζαρίδη που είναι και ο Συντονιστής του Ομίλου.

Τι είναι και τι επιδιώκει

 ο «Όμιλος Για τη Δημοκρατία και την Πατρίδα»

 

Χ. Λαζαρίδης

Ο Όμιλος για τη Δημοκρατία και την Πατρίδα, είναι Κίνημα Πολιτών, υπερκομματικής προέλευσης και διακομματικής απήχησης, που επιδιώκει να αναδείξει αυτό που ο Θουκυδίδης ονόμαζε «Κοινή Ξυμφέρον». Το Κοινό Συμφέρον της Κοινωνίας, το Δημόσιο Συμφέρον της Δημοκρατίας, το Εθνικό Συμφέρον της χώρας…

            Σήμερα, όλες οι σύγχρονες κοινωνίες, επικαλούνται το Κοινό Καλό ή Δημόσιο Συμφέρον, ως βασική νομιμοποιητική αρχή της πολιτικής σε περιβάλλον Δημοκρατίας, ως εγγύηση των συμφερόντων των λαϊκών στρωμάτων, έναντι της αυθαιρεσίας των ισχυρών και της ιδιοτέλειας των κερδοσκόπων.

            Αυτό που όλοι οι λαοί περιφρουρούν σήμερα ως θεμελιακή προϋπόθεση μιας σύγχρονης Δημοκρατικής Κοινωνίας, με άμεση αναφορά στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, στην σημερινή Ελλάδα παραμένει «άγνωστη έννοια» στο λεξιλόγιο των  κομμάτων εξουσίας, «απαγορευμένη λέξη» στα «διαπλεκόμενα» ΜΜΕ, και παντελώς αν-εκπροσώπητο στην πράξη.

            Ακριβώς! Το Δημόσιο Συμφέρον παραμένει σήμερα αν-εκπροσώπητο!

            Η ελίτ της χώρας μοιάζει ανίκανη να υπερασπιστεί το συμφέρον του τόπου. Καταφέρνει μόνο να λειτουργήσει υπό πίεση - και μάλιστα κάτω από έξωθεν πιέσεις.

            Τα ελλείμματα του προϋπολογισμού τα θεωρούσαμε – ορθώς – νοσηρό σύμπτωμα κακοδιαχείρισης και σπατάλης. Όμως, δεν μπορούσαμε, τόσα χρόνια, να τα μειώσουμε. Έπρεπε να έλθει η Συμφωνία του Μάαστριχτ να μας το επιβάλει. Και πάλι δεν μειώσαμε τις σπατάλες του δημοσίου, απλώς αυξήσαμε τα έσοδα σε βάρος της οικονομικής δραστηριότητας, προκειμένου να συνεχίσουμε τη χρηματοδότηση της σπατάλης.

            Το δημόσιο χρέος, το θεωρούσαμε – και σωστά – παράγοντα υπονόμευσης της οικονομικής υγείας και υποθήκευση της ανεξαρτησίας μας ως χώρας. Όμως, δεν μπορούσαμε, τόσο χρόνια, να ανακόψουμε την αύξηση του δημοσίου χρέους. Έπρεπε να έλθουν οι Βρυξέλλες να μας το επιβάλουν, για να υπάρξει κάποια «πρόοδος». Την οποία τώρα, πάλι οι Βρυξέλλες, ελέγχουν ως πλασματική…

            Τον υψηλό πληθωρισμό το θεωρούμε – επίσης ορθώς – νοσηρό φαινόμενο, που πλήττει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνολικά και την ευημερία των ασθενεστέρων κοινωνικών στρωμάτων. Όμως ,δεν μπορούσαμε, τόσα χρόνια, να τιθασεύσουμε τον πληθωρισμό. Έπρεπε να έλθει η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα να μας το επιβάλει. Κι όταν χαλάρωσαν οι έξωθεν πιέσεις, ο πληθωρισμός άρχισε πάλι να μας «ξεφεύγει»…

Δεν μπορούσαμε, τόσα χρόνια, να συλλάβουμε τρομοκράτες. Έπρεπε να έλθουν οι ξένοι - σύμμαχοι και εταίροι μας - να μας το επιβάλουν, εν όψει Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και της παγκόσμιας αντι-τρομοκρατικής εκστρατείας. Σε αυτά για τα οποία μας «πιέζουν» απ’ έξω, η ελίτ της χώρας καταφέρνει να επιδεικνύει κάποια πρόοδο. Άλλοτε πλασματική, άλλοτε πραγματική. Άλλοτε προσωρινή, άλλοτε πιο μόνιμη… Ατυχώς, όμως, δεν ασκείται καμία «πίεση» από τους ξένους φίλους μας, ώστε… να μην πνίγεται ο πληθυσμός των νοτίων προαστίων της Αθήνας σε κάθε βροχή. Όπως δεν ασκείται καμία «έξωθεν πίεση» για τη βελτίωση των Δημόσιας Υγείας, ή της Παιδείας, ή της Απασχόλησης. Γι’ αυτό και η κατάσταση στους τομείς αυτούς μοιάζει πλέον απελπιστική.

Μόνο «αντίδοτο» σ’ αυτή την παράλυση είναι μια σταυροφορία αφύπνισης των πολιτών… Μιας αφύπνισης, στο όνομα του Δημοσίου και του Εθνικού Συμφέροντος… 

Ας μιλήσουμε  με παραδείγματα :

Ø      Πρώτο παράδειγμα: Δημόσια Έργα. Βλέπουμε να εξαγγέλλονται μεγάλα δημόσια έργα, τα οποία δεν τελειώνουν ποτέ (όπως η Εγνατία Οδός), ή τελειώνουν με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, με απίστευτη αναπροσαρμογή του κόστους προς τα πάνω, και υποβάθμιση της αρχικών προβλέψεων (όπως το Αεροδρόμιο, το Μετρό της πρωτεύουσας, η Αττικής Οδός, τα παρα-Ολυμπιακά έργα, το Τράμ κλπ.) Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι τα έργα κατακερματίζονται έτσι, ώστε να ικανοποιούν πολλά συμφέροντα κατασκευαστικών εταιριών, αλλά όχι το δημόσιο συμφέρον και γίνονται με αδιαφανή τρόπο, ώστε να μεγιστοποιούνται οι δυνατότητες διαφθοράς και να ελαχιστοποιείται η κοινωνική τους απόδοση. Ο κατακερματισμός και η πολυνομία που υπάρχει στις αναθέσεις, καθώς και η αδιαφάνεια που υπάρχει στην εκτέλεση των έργων, βολεύουν εξαιρετικά τους εργολάβους. Βολεύουν, επίσης, την εξουσία που θέλει να τα έχει καλά με τους εργολάβους. Αλλά ταλαιπωρούν ανυπόφορα και επιβαρύνουν απίστευτα - το ευρύ κοινό. Εδώ το Κοινό Καλό – το Δημόσιο Συμφέρον - παραβλέπεται προς όφελος των «Διαπλεκομένων».

Ø      Παράδειγμα δεύτερο: Η Τρομοκρατία. Για να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η τρομοκρατία δεν αρκεί η πολιτική βούληση, την οποία, για να είμαστε δίκαιοι, αυτονόητα διέθεταν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Άλλωστε, ποια κυβέρνηση δεν θα επιθυμούσε στις μέρες της να συλληφθούν οι τρομοκράτες; Αλλά πέρα από τις καλές προθέσεις, επιβάλλεται, μια αντιτρομοκρατική πολιτική με συνέχεια και συνέπεια, που να ανάγει την καταπολέμηση του φαινομένου σε εθνική προτεραιότητα. Προϋποτίθενται, κατά συνέπειαν τα εξής:

o       ισχυρή και επίμονη κρατική βούληση,

o       απόλυτη εθνική προτεραιότητα με ό,τι σημαίνει αυτό,

o       καθολική συναίνεση

o       και κοινωνική συστράτευση.

Για χιλίους λόγους, όλες αυτές οι αναγκαίες προϋποθέσεις δεν συνέτρεξαν ή μάλλον συνυπήρξαν σε ελάχιστα, μικρά χρονικά διαστήματα όλης αυτής της 27ετίας. Υλικοτεχνική υποδομή, αναγκαίο νομοθετικό πλαίσιο (προστασία δικαστών και μαρτύρων, σύνθεση δικαστηρίων) είναι «κενά» στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, τα οποία αντιμετωπίσθηκαν αποσπασματικά ή δεν αντιμετωπίστηκαν καθόλου. Σοβαρές προσπάθειες, κατά το πριν την πρόσφατη φάση διάστημα, ανακόπηκαν αιφνιδίως και αδικαιολογήτως, ενώ οι αρμόδιοι υπουργοί άλλαζαν «σαν τα πουκάμισα».

 Οι διαμορφωτές της Κοινής Γνώμης έδειξαν μεγαλύτερη «φροντίδα» να προβάλουν τις απόψεις των τρομοκρατών, παρά να απομονώσουν την επιρροή των απόψεων αυτών μέσα στην κοινωνία. Και η ελίτ της χώρας έδειχνε να ανησυχεί περισσότερο για τα «ατομικά δικαιώματα» των κατά καιρούς υπόπτων, παρά για τη στοιχειοθέτηση των κατηγοριών και τη σύλληψη των πραγματικών ενόχων.

Ένα είναι βέβαιο: ότι και εδώ λειτουργήσαμε υπό ξένη πίεση και την απειλή ματαίωσης των Ολυμπιακών αγώνων. Όταν εντάθηκαν οι πιέσεις από το εξωτερικό, τότε λήφθηκαν κάποια μέτρα, κι άρχισε η εξάρθρωση της τρομοκρατίας. Κι όταν υπήρξαν οι πρώτες συλλήψεις, αποκαλύφθηκε ότι στο διάστημα αυτής της 27ετίας, οι αστυνομικές αρχές συχνά βρέθηκαν στα ίχνη των τρομοκρατών, αλλά αποθαρρύνθηκαν να τους συλλάβουν. Συχνά τους συνέλαβαν, αλλά αποθαρρύνθηκαν να τους απαγγείλουν κατηγορίες. Συχνά τους προσήγαγαν σε δίκες, αλλά κινήθηκε ένα ολόκληρο «δίκτυο προστασίας» των υπόπτων που πέτυχε την απαλλαγή τους.

Και σήμερα, ακόμα, μια μικρή μειοψηφία οπαδών της τρομοκρατίας, προκαλεί ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, η οποία στέκει ανήμπορη να αντιδράσει. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η πάταξη της τρομοκρατίας δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος της εσωτερικής νομιμότητας και των αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι «έξωθεν πιέσεις» ΔΕΝ ενεργοποιούν τα ανακλαστικά της Δημοκρατίας, απλώς προκαλούν «εθισμό» σε συχνές ξένες παρεμβάσεις και δημιουργούν, τελικώς, μια κοινωνία «εξαρτημένων ανακλαστικών». Επιβάλλουν στην κοινωνία των φοβερό δίλημμα, να ανεχθεί την εγκληματική δράση των τρομοκρατών στο εσωτερικό της ή να «νομιμοποιήσει» τις παρεμβάσεις ξένων σκοπιμοτήτων στη λειτουργία του πολιτεύματός της.

 Όντως, το Δημόσιο Συμφέρον απειλείται να συνθλιβεί, ανάμεσα στις Συμπληγάδες, της τρομοκρατίας στο εσωτερικό της χώρας αφενός, και των κατασταλτικών εκβιασμών από το εξωτερικό.

Ø      Τρίτο παράδειγμα. Η Υγεία. Η πολιτική Δημόσιας Υγείας, δεν λειτουργεί με προτεραιότητα τις ανάγκες του πολίτη. Άλλοτε υποτάχθηκε στις ανάγκες του Κομματικού κράτους και αποτέλεσε προνομιακό χώρο ρουσφετολογικών προσλήψεων, άλλοτε υπέκυψε στην ανάγκη περικοπών του δημοσιονομικού ελλείμματος, κι άλλοτε υποτάχθηκε στις ανάγκες της ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων.

Έτσι είχαμε νέα Νοσοκομεία με υπεράριθμους …κηπουρούς, αλλά χωρίς γιατρούς σε νευραλγικές ειδικότητες. Είχαμε, ακόμα, καινούργια υπερσύγχρονα δημόσια Νοσηλευτήρια, που δεν λειτουργούσαν, για να διατηρηθεί το μονοπώλιο ιδιωτικών κλινικών. Κι είχαμε Ασφαλιστικά Ταμεία του Δημοσίου, των οποίων τα αποθέματα υπέστησαν την πλημμελή «διαχείριση» του δημοσίου, ενώ σήμερα αδυνατούν να πληρώσουν τα φάρμακα των ασφαλισμένων.

Όλα αυτά ευνόησαν συμφέροντα της Ιδιωτικής Ασφάλισης και της Ιδιωτικής Περίθαλψης, προς τις οποίες στράφηκε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Αλλά έβλαψαν το Κοινό Καλό – το συμφέρον των πολιτών, που εξακολουθούν να εισφέρουν πόρους για την δημόσια υγεία με όλο και μικρότερη ανταπόδοση. 

Ø      Τέταρτον. Η Ανεργία Αντί μιας πολιτικής που θα δημιουργούσε υγιείς και σταθερές θέσεων εργασίας, έχουμε μια πολιτική επιδότησης «απασχολήσιμων» ημι-ανέργων. Αντί να ενισχυθούν οι τομείς της οικονομίας, που δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας, έχουμε «φορολογικές επιδρομές» που κλείνουν τις επιχειρήσεις ή τις αναγκάζουν να συρρικνωθούν ή τις αναγκάζουν να επιβαρυνθούν με νέα χρέη. Αντί να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ώστε να μπορέσουν να αντέξουν τον ανταγωνισμό, τις «στραγγίξαμε» όσο μπορούσαμε:

¨      Με την συναλλαγματική πολιτική της «σκληρής δραχμής» παλαιότερα, όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες έσπευδαν να υποτιμήσουν το νόμισμά τους πριν «κλειδώσουν» στο ευρώ,

¨      Με αύξηση των φορολογικών συντελεστών, όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει να μειώνουν τη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεών τους,

¨      Με πολιτική υψηλών πραγματικών επιτοκίων, όταν άλλες χώρες μειώνουν συνεχώς τα πραγματικά τους επιτόκια. Και θυμίζουμε, στο σημείο αυτό, το μέγα κοινωνικό σκάνδαλο των «πανωτοκίων», που τόσες φορές…απέτυχε να αντιμετωπίσει νομοθετικώς η Κυβέρνηση, και των «μικρών γραμμάτων» στις δανειακές συμβάσεις – πρακτικές που συνεχώς καταδικάζονται από τη δικαιοσύνη και περιέργως «διασώζονται» στην τραπεζική πρακτική.

¨      Έτσι η «ονομαστική σύγκλιση», για την οποία τόσο πανηγυρίσαμε πέρσι, οδήγησε στην πραγματική απόκλιση, την οποία τώρα μόλις «ανακαλύπτουμε». Και η οποία εμφαίνεται από το γεγονός ότι η διείσδυση ξένων προϊόντων στην ελληνική αγορά μεγαλώνει συνεχώς, ενώ η διείσδυση ελληνικών προϊόντων στις ξένες αγορές σταθερά συρρικνώνεται.

¨      Μια πολιτική δραστικής μείωσης της ανεργίας, θα ανέτρεπε ισορροπίες μέσα στο επιχειρηματικό κατεστημένο, θα έπληττε τις αποδόσεις των μεγάλων τραπεζών, θα μείωνε προσωρινά τα έσοδα του κράτους, θα ανάγκαζε το δημόσιο να περικόψει δραστικά τις σπατάλες του. Θα  έπληττε τα «στηρίγματα» των ισχυρών, των πελατειακών τους σχέσεων με το κράτος και των σχέσεων χειραγώγησης της κοινωνίας από το κράτος. Αυτές όμως, είναι «ιερές αγελάδες», που δεν μπορούν να «θυσιαστούν». Και γι’ αυτό θυσιάζονται εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι…

Ø      Πέμπτον: Η Εκπαίδευση. Η κοινωνική διάσταση της εκπαίδευσης αφορά το περιεχόμενο των σπουδών – για το οποίο, όμως, δεν μιλάει κανείς - τον τρόπο διδασκαλίας και τις κατευθύνσεις της εκπαίδευσης, ώστε να δίδονται στους νέους εφόδια για το αύριο. Αντί γι’ αυτό, συζητάμε το μικροκομματικό: Το εξεταστικό σύστημα. Πώς θα μπαίνουν περισσότεροι στην ανώτερη βαθμίδα, πώς θα εξισωθούν τα Πανεπιστήμια με τα ΤΕΙ, πώς θα δοθούν περισσότερα κονδύλια σε Πανεπιστήμια που σπανίως…λειτουργούν. Πώς θα ικανοποιηθούν συντεχνιακά αιτήματα μέσα στο χώρο της Εκπαίδευσης ή γύρω από αυτόν, πώς θα ικανοποιηθεί η πνευματοκτόνος λογική της «ήσσονος προσπαθείας», που οδηγεί σε νέα παιδιά με υπερκόπωση και συμπλέγματα νευρώσεων πριν μπουν στις Ανώτατες Σχολές και με «εισιτήριο» για τα Ταμεία Ανεργίας αφότου πάρουν το πτυχίο τους. Το κοινωνικό θυσιάζεται στο βωμό του συντεχνιακού και του μικρο-κομματικού. Στην Παιδεία, και όχι μόνο…

Ø      Έκτον. Η Εξωτερική Πολιτική. Η υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος, έχει παραπεμφθεί από την ελίτ της χώρας σε συμμάχους και εταίρους. Εκείνοι πρέπει τάχα, να «λύσουν» το Κυπριακό υπέρ μας. Εκείνοι, δήθεν, θα «αναχαιτίσουν», για λογαριασμό μας,  τον επεκτατισμό της Τουρκίας στο Αιγαίο… Ασφαλώς, είναι απολύτως ορθό να αναζητούμε «συμμάχους» για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων. Όμως, ουδείς υποστηρίζει μια χώρα, που δεν προασπίζεται, πρώτα η ίδια, τα συμφέροντά της. Άλλο πράγμα να αναζητούμε και να βρίσκουμε συμμάχους στην εξωτερική μας πολιτική, και τελείως διαφορετικό, να ψάχνουμε «υποκατάσταστα» της εξωτερικής μας πολιτικής  «εκχωρώντας» σε τρίτους της ευθύνη υπεράσπισης των δικών μας συμφερόντων. Αυτή η προσπάθεια «υποκατάστασης» της εθνικής εξωτερικής πολιτικής από «τρίτους», θα είχε νόημα, ίσως, αν υπήρχε ενιαία ευρωπαϊκή Εξωτερική πολιτική. Πλην, δεν υπάρχει – κάθε εταίρος μας έχει την δική του» ατζέντα» προτεραιοτήτων και τα δικά του συμφέροντα να προωθήσει. Θα είχε νόημα, ακόμα, αν υπήρχε ενιαία αμυντική πολιτική της Ευρώπης. Πλην, δεν υπάρχει – ο λεγόμενος «ευρωστρατός» είναι απλώς «βοηθητικό σώμα», συμπληρωματικό προς τα ΝΑΤΟ με όλους τους περιορισμούς που θέτει η εμπλοκή του ΝΑΤΟ, στο οποίο ανήκει και η Τουρκία. Θα είχε νόημα, ακόμα, αν η διεθνής πολιτική ασκούνταν με βάση μιαν απαρέγκλιτη προσήλωση σε αρχές Δικαίου. Πλην, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει – ουδέποτε συνέβη, και σήμερα συμβαίνει λιγότερο παρά ποτέ. Ασφαλώς, χρειάζεται ιδιαίτερη μέριμνα για την προώθηση των συμφερόντων μας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση – η λεγόμενη «ευρωπαϊκή διάσταση» της διπλωματίας μας. Αλλά να θυμόμαστε, ότι οι εταίροι μας – ΟΛΟΙ οι εταίροι μας, ΧΩΡΙΣ εξαίρεση - δίνουν προτεραιότητα στην υπεράσπιση των δικών τους εθνικών συμφερόντων:

¨      Ο Γερμανός Καγκελάριος Σρέντερ μιλάει για την «νέα εθνική αυτοπεποίθηση της Γερμανίας».

¨      Ο Γάλλος Πρόεδρος Σιράκ, μιλάει για τα «εθνικά συμφέροντα της Γαλλίας, που ήταν και παραμένουν αδιαπραγμάτευτα».

¨      Ο Βρετανός Πρωθυπουργός Τόνυ Μπλαίρ έρχεται σε αντίθεση με τους μείζονες εταίρους του στην Ευρώπη (στα θέματα του Ιράκ και της Μέσης Ανατολής γενικότερα) «διότι αυτό επιβάλει το εθνικό συμφέρον της χώρας του».

¨      Αντιστοίχως ομιλούν και πράττουν, οι Πρωθυπουργοί της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Σουηδίας.

Γιατί θωρούμε «αδιανόητο» να κάνουμε εμείς, αυτό ακριβώς που κάνουν ΟΛΟΙ οι εταίροι μας; Ασφαλώς, η πολιτική μας έναντι τις Τουρκίας απαιτεί ευελιξία και προσπάθεια αποφυγής κρίσεων. Όμως, άλλο πράγμα η «ευελιξία» κι άλλο πράγμα η συνεχής υποχωρητικότητα. Άλλο πράγμα η αποφυγή κρίσεων κι άλλο πράγμα ο «Κατευνασμός» επιθετικού γείτονα, που ενθαρρύνει την επιθετικότητά του. Και φέρνει τον Πόλεμο πιο κοντά... Όταν εμείς οι ίδιοι αποσιωπούμε (ή υποβαθμίζουμε) τον πολλαπλασιασμό των τουρκικών παραβιάσεων στο Αιγαίο, γιατί τάχα οι ευρωπαίοι εταίροι μας να δείξουν μεγαλύτερη «ενόχληση»;

Η υποβάθμιση του εθνικού συμφέροντος σε…«ρουσφέτια», τα οποία ζητάμε από ισχυρούς φίλους μας, δεν μας καθιστά «ισχυρούς» απέναντι στους αντιπάλους μας. Μας καθιστά «ενοχλητικούς» απέναντι στους εταίρους μας.

Και πιστοποιεί ότι η αποδυνάμωση του Δημοσίου Συμφέροντος μέσα στην Κοινωνία μας, έχει οδηγήσει στην «έκλειψη» του εθνικού μας συμφέροντος στο διεθνές προσκήνιο.

Σε μείζονα ανοικτά «εθνικά μέτωπα», έχει υιοθετηθεί, άνευ αντιστάσεων και χωρίς αντίλογο, η περίεργη θεωρία: «καλύτερα κακή λύση παρά καθόλου λύση». Εμείς, απλώς υπενθυμίζουμε ότι πολύ συχνά η «κακή λύση» δεν αίρει το υφιστάμενο πρόβλημα – έστω και με σημαντικό εθνικό κόστος - αλλά δημιουργεί πολύ χειρότερα προβλήματα στο μέλλον.

«Κακή λύση» στο Κυπριακό σήμερα, θα ήταν η αποδοχή μιας  - κατ’ όνομα Ομοσπονδίας και στην ουσία - Συνομοσπονδίας, με εναλλασσόμενη Προεδρία. Αυτό θα σήμαινε ότι στην Κύπρο η Τουρκία θα νομιμοποιούνταν ως απόλυτος κυρίαρχος στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα και θα γινόταν «συγκυρίαρχος» στο ελεύθερο νότιο τμήμα του νησιού. Από άποψη εθνικού συμφέροντος, θα χάναμε σήμερα μεγάλο μέρος αυτών που διασώσαμε το 1974 από την Τουρκική εισβολή. Από άποψη διεθνούς σταθερότητας – που κι αυτή αποτελεί ουσιώδη επιδίωξη του ελληνικού εθνικού συμφέροντος – αυτό θα σήμαινε ότι θα υποκαθιστούσαμε μιαν αδικία με μια ΜΗ βιώσιμη λύση, ανάβοντας το «θρυαλλίδα» των επομένων κρίσεων στην περιοχή. Και γι’ αυτό η «λύση» αυτή δεν είναι απλώς «κακή» - είναι απαράδεκτη. Όπως κι όλες οι άλλες «κακές λύσεις» που μας προσφέρονται. Το εθνικό μας συμφέρον τις απαγορεύει. Γι’ αυτό και ορισμένοι, στην Ελλάδα, προσπαθούν να «απαγορεύσουν» κάθε αναφορά στο εθνικό συμφέρον…

Πράγματι, όποιος μιλάει για εθνικό συμφέρον και εθνικές προτεραιότητες στην Ελλάδα, θεωρείται περίπου ως «εθνικιστής». Είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη (και στον κόσμο) που συμβαίνει αυτό το παράδοξο. Δεν έχει αναρωτηθεί κανείς, γιατί άραγε;

Ο Πολιτικός Όμιλος για τη Δημοκρατία και την Πατρίδα τέτοια προβλήματα αναδεικνύει. Τα κατ’ εξοχήν επίκαιρα. Για τα οποία ελάχιστοι μιλούν συγκεκριμένα. Και για τα οποία, όμως, βοά η κοινωνία. Αυτό το «υπόκωφο βουητό» της κοινωνίας φέρνει στην επιφάνεια και αρθρώνει σε πολιτικό λόγο. Και σε πολιτική παρέμβαση. Για να συμβεί αυτό, ωστόσο, πρέπει να σπάσουμε την αδράνεια των πολιτών, πρέπει να σπάσουμε την σιωπή των πολιτικών, πρέπει να υπερνικήσουμε τις αποσιωπήσεις και τις στρεβλώσεις μεγάλης μερίδας των ΜΜΕ, πρέπει, πάνω απ’ όλα, να αποτινάξουμε τη δικτατορία της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας». Που λειτουργεί ως σύγχρονος «Μακαρθισμός», ενοχοποιώντας τη διαφωνία και δαιμονοποιώντας του διαφωνούντες. Πράγματι, τα στερεότυπα της κυρίαρχης λογικής οργιάζουν – κάθε αντίλογος στη δικτατορία του «πολιτικού ορθού» απαγορεύεται:

¨      Μέχρι πριν ένα χρόνο, όποιος αναφερόταν στο πραγματικό πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης θεωρείτο… «ρατσιστής». Σήμερα όλες οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το αναγνωρίζουν ως κεντρικό πρόβλημα των κοινωνιών τους. Διαφωνούν, ενίοτε, με τον τρόπο αντιμετώπισής του. Αλλά όλοι αναγνωρίζουν και την ύπαρξη του προβλήματος και τη σοβαρότητά του. Και, τελικώς, προτείνουν μέτρα που μέχρι πριν ένα χρόνο δεν τολμούσε κανείς, στην Ελλάδα, ούτε να τα ψελλίσει - διότι κινδύνευε να στιγματιστεί και να διαπομπευτεί.

¨      Μέχρι πριν λίγους μήνες, όποιος τολμούσε να εκφράσει έστω και ελάχιστες διαφωνίες με το λεγόμενο «Σύμφωνο Σταθερότητας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινδύνευε να χαρακτηριστεί  ως «επικίνδυνος αντι-ευρωπαϊστής». Σήμερα, ο έγκυρος ευρωπαϊκός Τύπος χαρακτηρίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας ως… «ζουρλομανδύα» που φορέθηκε με το ζόρι στις ευρωπαϊκές οικονομίες, καταδικάζοντάς τις στην μόνιμη ύφεση και τη χρόνια υστέρηση.

Σε τέτοιο βαθμό αποδοκιμάστηκε το Σύμφωνο Σταθερότητας, που το παραβίασαν ήδη οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις – της Γαλλίας και της Γερμανίας – και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε ήδη την αναστολή του για δύο χρόνια. Δηλαδή, την έμπρακτη χαλάρωση του «ζουρλομανδύα». Τον οποίο ο ίδιος ο κ Πρόντι, Πρόεδρος της Κομμισιόν, χαρακτηρίζει σήμερα ως «τεράστια ανοησία».  Γι’ αυτή την «ανοησία», όποιος διαμαρτυρόταν, πριν λίγο καιρό, μέσα στην Ελλάδα, θεωρείτο «αποσυνάγωγος» των ευρωπαϊκών ιδεωδών… Αυτά τα στερεότυπα, με τα οποία ακυρώνεται κάθε ουσιαστική συζήτηση πριν καν αρχίσει, πρέπει να θρυμματιστούν, ελευθερώνοντας την κριτική σκέψη των πολιτών και την ψυχή της Δημοκρατίας μας.

Τι εκφράζει «Όμιλος Για τη Δημοκρατία και την Πατρίδα»

Ο Πολιτικός Όμιλος δεν μονοπωλεί τα ιδανικά της Δημοκρατίας ούτε της Πατρίδας. Απλά θυμίζει σε όλους, ότι δεν μπορεί να είναι κανείς Δημοκράτης χωρίς να είναι και Πατριώτης. Όπως δεν μπορεί να είναι Πατριώτης, χωρίς να είναι ΚΑΙ Δημοκράτης. Κι ότι οι εχθροί της Δημοκρατίας αποδεικνύονταν πάντα και εχθροί της Πατρίδας. Όπως κι όσοι υποβαθμίζουν τον Πατριωτισμό, υπονομεύουν τη Δημοκρατία και φαλκιδεύουν το Δημόσιο Συμφέρον. Θυμίζει ακόμα ότι Πατρίδα και Δημοκρατία, στην σύγχρονη Ελλάδα, βγήκαν από την ίδια «πολιτιστική μήτρα» λαϊκών  αγώνων, θεσμικών κατακτήσεων και μνημείων πολιτισμού: Από τον Επιτάφιο του Περικλέους, μέχρι τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, μέχρι τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που ενέγραψε υποθήκες φιλελεύθερων ιδανικών - όχι «νεοφιλελευθερισμού» - και πατριωτικής αφύπνισης - όχι εθελοδουλίας και ηττοπάθειας. Μέχρι την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, που έγινε στο όνομα της «Εθνικής Ανεξαρτησίας» - όχι της… «Παγκοσμιοποίησης» - και της «Λαϊκής Κυριαρχίας» - όχι της «τηλεοπτικής δημοκρατίας των διαπλεκομένων». Μέχρι τους αγώνες του 114, που παρέμπεμπαν στο ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος. Το οποίο – τότε και αργότερα και σήμερα – εναποθέτει την τήρηση των δημοκρατικών κατακτήσεων στον Πατριωτισμό των Ελλήνων. Θυμάστε το Κίνημα του 1-1-4; Μερικοί προτιμούν να το λησμονήσουν. Μερικοί άλλοι, ίσως, το θεωρούν πλέον… «αναχρονισμό». Εμείς είμαστε εδώ να τους  θυμίζουμε ότι όσο υπάρχει Δημοκρατικό Σύνταγμα, θα πρέπει να φοβούνται τον Πατριωτισμό των Ελλήνων.

Πολιτικός Όμιλος για τη Δημοκρατία και την Πατρίδα και τα 12 σημεία για την πρόταση Ανάν.

Πρώτον: Το Σχέδιο Ανάν αποπειράται να θεσπίσει ένα πολιτειακό «μόρφωμα», το οποίο είναι ΜΗ λειτουργικό ως δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά απολύτως «λειτουργικό» ως προτεκτοράτο.

Δεύτερον: Τo Σχέδιο Ανάν, όσον αφορά τη συγκρότηση ενός «δημοκρατικού πολιτεύματος» είναι ΜΗ λειτουργικό. Δεν έχει καμία σχέση με το Ελβετικό ή με το Βελγικό πολιτειακό μοντέλο. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε ως ορθολογικοί άνθρωποι. 

Τρίτον: ΜΗ λειτουργικά σχέδια δεν αποτελούν «λύσεις» σε μακροχρόνια ζητήματα. Δεν αποτελούν καν «κακές λύσεις». Αποτελούν, μάλλον, προβλήματα χειρότερα από αυτά που επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν. Προκαλούν εντάσεις μεταξύ των πληθυσμών και τελικώς επιφέρουν συγκρούσεις. Αποτελούν τις «θρυαλλίδες» των επομένων τοπικών ή περιφερειακών κρίσεων. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε ούτε ως ειρηνόφιλοι άνθρωποι

Τέταρτον: το Σχέδιο Ανάν, επί πλέον, είναι ΜΗ δημοκρατικό. Σύγχρονη δημοκρατία είναι το καθεστώς όπου κυβερνά η πλειονότητα και προστατεύονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Αν γινόταν αποδεκτό το Σχέδιο Ανάν, η Ελληνοκυπριακή πλειονότητα δεν θα μπορεί να κυβερνήσει, ενώ η Τουρκοκυπριακή μειονότητα, έχει προ πολλού εξαναγκασθεί σε φυγή από το κατοχικό καθεστώς του «Αττίλα» κι έχει εκτοπιστεί από τους πολυάριθμους εποίκους. Με το Σχέδιο Ανάν, οι Τουρκοκύπριοι δεν προστατεύονται, αντίθετα, οι έποικοι  γίνονται «συγκυρίαρχοι» σε ολόκληρη την Κύπρο - σε βάρος και των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε ούτε ως δημοκράτες.

Πέμπτον: Το Σχέδιο Ανάν θεσπίζει μια σύγχρονη μορφή «άπαρτχαϊντ», όπου οι πολίτες θα υφίστανται περιορισμούς στης άσκηση ουσιωδών δικαιωμάτων τους (μετακίνησης, ιδιοκτησίας, εκπροσώπησης κλπ.) με βάση εθνοτικά-φυλετικά χαρακτηριστικά. Ως προοδευτικοί άνθρωποι,. επί χρόνια αποδοκιμάζαμε το «άπαρτχαϊντ» της Νότιας Αφρικής. Τώρα που το καθεστώς αυτό κατέρρευσε εκεί, καλούμαστε να …χειροκροτήσουμε την επανεμφάνισή του στην Κύπρο. Το Σχέδιο Ανάν δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε ούτε ως προοδευτικοί άνθρωποι.

Έκτον: το Σχέδιο Ανάν, ωστόσο, θεσπίζει μηχανισμό για να λυθεί το πρόβλημα ακυβερνησίας που το ίδιο δημιουργεί. Θεσμοθετεί «ανώτατο» δικαστήριο, με τρεις Ελληνοκυπρίους, τρεις «Τουρκοκυπρίους» και τρεις ξένους «δικαστές», οι οποίοι δεν θα δικάζουν απλώς, αλλά θα αποφασίζουν για κάθε ζήτημα στο οποίο δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση - με ιδιαίτερη μνεία για τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει η ακυβερνησία στην Ευρωπαϊκή εκπροσώπηση της Κύπρου (άρθρο 34 παράγραφος 6).  Αυτό σημαίνει ότι οι τρεις δικαστές, που θα ορίζονται απ’ έξω και θα διαμορφώνουν την πλειοψηφία του ανωτάτου δικαστηρίου, γίνονται οι πραγματικοί, «κυβερνήτες» της Κύπρου. Χωρίς να εκπροσωπούν τον λαό της Κύπρου (Ελληνοκύπριους ή Τουρκοκύπριους), χωρίς να εκλέγονται από αυτόν και χωρίς να λογοδοτούν σε αυτόν. Δηλαδή χωρίς να έχουν την παραμικρή δημοκρατική νομιμοποίηση. Για πρώτη φορά γίνεται προσπάθεια να εγκαθιδρυθεί προτεκτοράτο, με τη σύμφωνη γνώμη εκείνων στους οποίους θα επιβληθεί. Αυτό δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε, ούτε ως πολίτες του κόσμου.

Έβδομον: Αυτό το προτεκτοράτο, με ολοφάνερο έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης, μπαίνει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πράγμα που σημαίνει ότι η δύναμη που ελέγχει τους τρεις ξένους «δικαστές» θα καθορίζει και την πολιτική της Κύπρου στην Ένωση, άρα θα μπορεί να μπλοκάρει και τις εξελίξεις στην Ευρώπη.

Όγδοο: Αν η δύναμη που διορίζει και ελέγχει τους τρεις ξένους δικαστές είναι οι ΗΠΑ, η Ουάσιγκτων αποκτά πλέον - μέσω Κύπρου - αυξημένα δικαιώματα ΜΕΣΑ στην Ένωση, ακόμα και δικαίωμα βέτο.

Ένατο: Αν οι ΗΠΑ ελέγχουν τους τρεις δικαστές (μέσω των Ηνωμένων Εθνών), μπορούν να ενθαρρύνουν μια πολιτική εμπλοκή που ενδεχομένως θα θέλει να δημιουργήσει η Άγκυρα, μέσω του Τουρκοκυπριακού «συστατικού κρατιδίου», στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, η Ευρώπη συνολικά, μπορεί να γίνει,  - μέσω Κύπρου και ελέω Ουάσιγκτων – «αιχμάλωτη» της Άγκυρας. Αυτό, ως Ευρωπαίοι, δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε. Συνολικά, το Σχέδιο Ανάν, δεν μπορούμε να το δεχθούμε, όπως προτάθηκε, ούτε ως Έλληνες, ούτε ως Ευρωπαίοι, ούτε ως πατριώτες ούτε ως προοδευτικοί, ούτε ως πολίτες του κόσμου, ούτε ως παραδοσιακοί δημοκράτες ούτε ως  φιλελεύθεροι. Δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε με οποιαδήποτε ανθρώπινη ιδιότητα, με, οποιαδήποτε «ταυτότητα» πολίτη ή σκεπτομένου ανθρώπου.

Δέκατο: Μήπως, τουλάχιστον, θα μπορούσε το Σχέδιο Ανάν, να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης ώστε να «βελτιωθεί»; Όμως, η διαδικασία που προτάθηκε αποκλείει κάθε ουσιαστική διαπραγμάτευση. Προβλέπει ότι, αν υπογραφεί «προσύμφωνο» στις αρχές Δεκεμβρίου, οι δύο πλευρές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αποδεχθούν τελικώς. τις λύσεις που θα δώσει ο ίδιος ο κ. Ανάν (σε όσα ζητήματα δεν καταφέρουν να συμφωνήσουν μεταξύ τους). Δεν θα έχουν, δηλαδή, το δικαίωμα να φύγουν από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων (οpting out). Όπου δεν υπάρχει δικαίωμα μιας πλευράς να εγκαταλείψει, δεν έχουμε πραγματικές διαπραγματεύσεις, έχουμε εκβιαστική αποδοχή δεσμευτικής διαιτησίας. Αυτό είναι επίσης κάτι που δεν μπορούμε να αποδεχθούμε. 

Ενδέκατο: Αν υπάρχει κάποιο νόημα στην διπλωματική προσπάθεια, αυτή τη στιγμή, είναι να ανατραπεί η διαδικασία επιβολής του. Να καταργηθεί η δεσμευτική διαιτησία. Να επιβληθεί ανοικτή διαπραγμάτευση.  Το Σχέδιο Ανάν, δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε ούτε καθ’ αυτό, ούτε ως  διαδικασία υποχρεωτικής διαιτησίας. Μπορούμε, ωστόσο, να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τη διαδικασία αυτή, αποδεσμεύοντάς την και από τις προθεσμίες της Κυπριακής Ένταξης.

Δωδέκατο: Στο μεταξύ πρέπει να ενισχύσουμε τη διαπραγματευτική θέση μας ως Ελληνισμός συνολικά: Να καταδείξουμε ότι η Ελληνική κοινή Γνώμη, αλλά και η Κοινή Γνώμη των Ελληνοκυπρίων δεν αποδέχεται το Σχέδιο. Να ενισχύσουμε τις προσπάθειες για ανατροπή της εκβιαστικής διαδικασίας που προτείνει ο κ. Ανάν.

¨      Να δημιουργήσουμε Κινήσεις Πατριωτικής Αντίστασης, σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Από όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως κομματικής ένταξης. Ώστε να ενθαρρύνουμε τις κυβερνήσεις μας να κρατήσουν συνεπή θέση, να αποθαρρύνουμε όλους όσους θέλουν να «λύσουν» το Κυπριακό όπως-όπως, ανοίγοντας την πόρτα για την επιβολή αντιστοίχων «λύσεων» αύριο στο Αιγαίο και τη Θράκη. Να οργανώσουμε κινητοποιήσεις παντού.

¨      Να ενισχύσουμε το φρόνημα του ελληνισμού, να αποτρέψουμε τα χειρότερα που θα ακολουθήσουν – και στην Κύπρο και στην Ελλάδα.  

 

Copyright © 2002 by    Apodimos. All rights reserved.