Μάρμαρα του Παρθενώνα


ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

της συνεργάτιδας του apodimos.com
Αρετή Κοκκίνου

Για το κρίσιμο αυτό ζήτημα έχουν γραφεί πολλές και αναλυτικότερες αυτής εδώ παρουσιάσεις. Σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση κάποιου ενδιαφερόμενου κοινού εκτός ελληνικού χώρου, σχετικά με τις προοπτικές του θέματος αυτού στην Ελλάδα και η ενδεικτική αναφορά κάποιων αξιόλογων προσπαθειών. Τα ελληνικά βιολογικά προϊόντα αξίζει τον κόπο να αναζητηθούν! 

Τα προβλήματα που η συμβατική γεωργία έχει δημιουργήσει , με τη (κατά) χρήση γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων, καθώς και με την εξάντληση των αγρών λόγω λανθασμένων, από άποψης διατήρησης περιβαλλοντικής ισορροπίας, συστημάτων διαχείρισης οδήγησαν διεθνώς στην αναζήτηση εναλλακτικών μορφών καλλιέργειας φιλικές προς το περιβάλλον. Η βιολογική ή οικολογική γεωργία είναι ακριβώς σύστημα εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και παραγωγής γεωργικών προϊόντων μέσα από φυσικές διαδικασίες που δε βλάπτουν το περιβάλλον και διατηρούν μακροπρόθεσμα την  οικολογική ισορροπία, όπως και τη γονιμότητα του εδάφους . Αυτό επιτυγχάνεται με μια σειρά τεχνικών και πρακτικών που απαιτούν εκτενή ανάπτυξη για να εξηγηθούν πλήρως. Σε γενικές γραμμές, όμως, μπορούμε να αναφέρουμε τη χρήση φυσικών λιπασμάτων (κοπριά, επεξεργασμένα ή μη υπολείμματα από άλλες γεωργικές δραστηριότητες κλπ. ), κατάλληλη επιλογή φυτικού και ζωικού υλικού, αμεοψισπορές, χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας , καταπολέμηση ασθενειών με βιολογικές μεθόδους ( επιλογή κατάλληλων ποικιλιών, χρήση φυσικών εχθρών των ασθενειών , φυσικής προέλευσης και αβλαβή για το περιβάλλον σκευάσματα). 

Η εφαρμογή της βιολογικής γεωργίας ακόμα σήμερα είναι πολύ πιο περιορισμένη σε έκταση από αυτή της συμβατικής γεωργίας . Ωστόσο εξελίσσεται ραγδαία το ενδιαφέρον παραγωγών, αλλά και κοινού για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρκής ανάπτυξη και επέκταση της οικολογικής καλλιέργειας. Πράγματι, η ποσότητα της παραγόμενης τροφής δεν είναι πια τόσο καίρια θέμα για τις πολιτισμένες κοινωνίες όσο η ποιότητα αυτής , η ζήτηση λοιπόν βιολογικών προϊόντων στις αγορές του εξωτερικού αποτελεί σημαντικό κίνητρο για τον Έλληνα αγρότη, που έχει όλες τις προϋποθέσεις -από άποψη φυσικών συνθηκών- να ενταχθεί επιτυχώς σε τέτοια προγράμματα καλλιεργειών. 

Στην Ελλάδα , οι πρώτες επίσημες καταγραφές για εκτάσεις καλλιεργούμενες σύμφωνα με τα βιολογικό τρόπο παραγωγής γεωργικών προϊόντων (κανονισμός 2092/91 του Συμβ. Ευρ. Κοιν.) εμφανίζονται το 1989 , με 1000 στρέμματα συνολικής έκτασης , για να φθάσουν τα 89.736,12 στρέμματα (σύνολο εκτάσεων με βιολογική καλλιέργεια ή υπό μετατροπή ) το 1998 ! Ο αριθμός αυτός αυξάνεται διαρκώς, ενώ, πάντα σύμφωνα με τις καταγραφές του Υπ. Γεωργίας μέχρι το τέλος το 1998  4254 επιχειρηματίες (παραγωγοί και μεταποιητές) ασχολούνταν στην Ελλάδα με τα βιολογικά προϊόντα. Το είδος της καλλιέργειας που επικρατεί είναι η ελιά ( 58.544 στρ) και ακολουθούν σε απόσταση τα αμπέλια , τα εσπεριδοειδή και τα σιτηρά . Η Πελοπόννησος υπερτερεί όσον αφορά την έκταση εφαρμογών, και είναι και το πρώτο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας όπου εφαρμόστηκαν συστήματα βιολογικής διαχείρισης καλλιεργειών. Αξιόλογες προσπάθειες που πρέπει να αναφερθούν είναι τα προγράμματα βιοκαλλιέργειας ελιάς στην Μεσσηνιακή Μάνη και Κορινθιακής σταφίδας στην επαρχία Αιγιαλείας (νομ. Αχαΐας ), η καλλιέργεια και μεταποίηση αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών στο Λαύκο Πηλίου, καθώς και ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Οργανικών Καλλιεργειών ΒΙΟΤΟΠ στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας.

Πόσο, όμως , ρόδινη είναι η κατάσταση για κάποιο Έλληνα παραγωγό που αποφασίζει να περάσει από τη συμβατική στην βιολογική καλλιέργεια ; Συζητήσαμε με τον κο Δημήτρη Μανωλόπουλο, γεωπόνο, από τον πιστοποιητικό οργανισμό βιολογικών προϊόντων ΔΗΩ. Πληροφορηθήκαμε ότι, αν και το ενδιαφέρον των αγροτών κάθε ηλικίας διαρκώς αυξάνεται και υπάρχουν νέες εντάξεις ,ανακύπτουν κάποια σημαντικά προβλήματα που έχουν να κάνουν είτε με τους ίδιους τους παραγωγούς (ενημέρωση όσον αφορά τους κανονισμούς , προσαρμογή στον τρόπο καλλιέργειας), όσο και με άλλους παράγοντες. Αν και η διάθεση των βιολογικών προϊόντων είναι καλύτερη, και υπάρχει και σημαντική επιδότηση από την Ε.Ε. σε μερικές περιπτώσεις υπάρχουν προβλήματα εμπορίας (π.χ. εσπεριδοειδή ). Το κυριότερο όμως πρόβλημα, έχει να κάνει με την προμήθεια των σκευασμάτων των ειδικών προς τους σκοπούς της βιολογικής καλλιέργειας. Οι εταιρείες δεν εισάγουν τα σκευάσματα αυτά , γιατί είναι πιο δύσκολη η χορήγηση άδειας έγκρισης και απαιτεί πιο πολύ χρόνο και χρήμα . Επίσης, η βιοκαλλιέργεια απαιτεί περισσότερη εργασία από μέρους του αγρότη από ότι  η συμβατική καλλιέργεια .Στο άρθρο “ Βιολογικές καλλιέργειες και οργανική Γεωργία” (Α. Παρασκευόπουλος, Γ.Ζερβάκης, Κ.Οιχαλιώτης, Δ.Κιούσης , περιοδικό Oxygen τεύχος Μαρτίου ) διαβάζουμε τα ακόλουθα: “Το σημερινό καθεστώς ύπαρξης ενιαίου φορέα πιστοποίησης και ελέγχου…., η ταχεία αύξηση του αριθμού των υποψήφιων βιοκαλλιεργητών που δεν είναι ενημερωμένα για τις ιδιαιτερότητες της γεωργίας που επιθυμούν να εφαρμόσουν, η αδυναμία αξιόπιστου ελέγχου της καταλληλότητας διαφόρων οικολογικών σκευασμάτων-προϊόντων, ο πολύ περιορισμένος αριθμός ερευνητικών προγραμμάτων……..οι αδυναμίες στους μηχανισμούς διάθεσης και προώθησης είναι μερικά από τα ζητήματα που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης από την Πολιτεία και τους επίσημους φορείς που εμπλέκονται στην "Αγροτική παραγωγή και ανάπτυξη". 

Ένα από τα βασικά , λοιπόν, εμπόδια στην ομαλή εφαρμογή βιοκαλλιεργειών είναι και η έλλειψη έρευνας πάνω σε αυτόν τον τομέα στον Ελληνικό χώρο. Η έρευνα, γενικά, υποφέρει από άποψη υποστήριξης στη χώρα μας . Στην προκειμένη όμως περίπτωση, υπάρχουν καυτά ζητήματα κρίσιμης σημασίας για τους Έλληνες αγρότες  που ασχολούνται με τη βιολογική Γεωργία τα οποία χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης και άμεσης επίλυσης όπως για παράδειγμα ζητήματα βιολογικής φυτοπροστασίας. Ο αναπληρωτής καθηγητής  κος Λυκουρέσης, το ερευνητικό αντικείμενο του οποίου είναι η μελέτη αρπακτικών (Macrolophus pygmaeus) της αφίδας (μελίγκρας) της ροδακινιάς , μας τόνισε τη σημασία της ολοκληρωμένης, όπως λέγεται, αντιμετώπισης εντόμων-εχθρών των καλλιεργειών, καθώς η χρήση χημικών εντομοκτόνων εξολοθρεύει και τους φυσικούς εχθρούς κάποιων καταστρεπτικών για τις καλλιέργειες εντόμων. 

Γίνεται επίσης εξαιρετικά σημαντική δουλειά από τα ινστιτούτα του ΕΘΙΑΓΕ (Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας) Ελιάς και Οπωροκηπευτικών στην Καλαμάτα, με πειραματικές καλλιέργειες σε ποικιλία φυτικών ειδών (ελιά, κηπευτικά, κλπ) και   Ελαίας και Υποτροπικών φυτών στα Χανιά. 

Από νομοθετικής πλευράς, στην Ελλάδα συστάθηκε επισήμως το Γραφείο Βιολογικών Προϊόντων Φυτικής Προέλευσης με τον αριθμός απόφασης 250570/15-11-91 κι ακολούθησε στο διάστημα ΄92-΄94 η σύσταση Επιτροπής Βιολογικών Προϊόντων και η χορήγηση άδειας λειτουργίας των μέχρι σήμερα υπαρχόντων αναγνωρισμένων από το Υπουργείο Γεωργίας Οργανισμών Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων ΣΟΓΕ, ΔΗΩ και ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ Σ.Π.Ε. Ο παραγωγός που ενδιαφέρεται να ενταχθεί σε πρόγραμμα βιολογικής καλλιέργειας είναι υποχρεωμένος, μεταξύ των άλλων ,να συνεργάζεται με κάποιον από τους παραπάνω οργανισμούς και να ελέγχεται από αυτούς για το αν τηρούνται ή όχι οι απαραίτητες προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος έτσι ώστε το προϊόν του να χαρακτηριστεί ως “βιολογικό”. Φυσικά, συγκεκριμένες προϋποθέσεις πρέπει να ισχύουν και στις μεταποιητικές μονάδες βιολογικών προϊόντων. 

Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει σειρά νομοθετημάτων που καθορίζουν τα ζητήματα της βιολογικής Γεωργίας, αρχής γενομένης από τον κανονισμό 2092/91 για το βιολογικό τρόπο παραγωγής των γεωργικών προϊόντων, ενώ όλες οι οργανώσεις που υποστηρίζουν τη βιολογική γεωργία συντονίζονται από το διεθνή οργανισμό FOAM σε θέματα παραγωγής και φυτοπροστασίας, διάθεσης και ελέγχου. 

Η βιολογική Γεωργία , για λόγους προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις της αγοράς, αλλά κυρίως για λόγους σεβασμού προς το περιβάλλον και προς την ποιότητα ζωής μας οφείλει να επεκταθεί στη χώρα μας. Για να γίνει όμως αυτό απαιτείται οικονομική και τεχνική  στήριξη, συστηματική ενημέρωση των αγροτών και στελέχωση με ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό , τόσο στον τομέα του συντονισμού της παραγωγής όσο και στην έρευνα , που προς το παρόν , δυστυχώς , είναι υποτυπώδης. 

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στους: κο Λυκουρέση Διονύσιο , Αναπληρωτής  καθηγητής Γ.Π.Α., κο Μανωλόπουλο Δημήτρη, γεωπόνο (πιστοποποιητικός οργανισμό ΔΗΩ ), κο Γ. Ζερβάκη γεωπόνος ( ΕΘΙΑΓΕ Καλαμάτας) , κα Μπαλμπούζη (υπ. Γεωργίας) για τη συνδρομή και την παροχή πληροφοριών. 

Αρετή Κοκκίνου
Γεωπόνος - Βιοτεχνολόγος

 


Copyright © 2000 by Apodimos. All rights reserved.