|
Η
"ΕΙΔΙΚΗ" ΔΥΣΛΕΞΙΑ
της συνεργάτιδας του
apodimos.com
Πατρίτσιας Γερακοπούλου
Στα
πλαίσια της πληροφόρησης των
Αποδήμων Ελλήνων και κατοίκων της
Ελλάδος και της Κύπρου Το site
http://www.apodimos.com
με το οποίο συνεργάζομαι θα αρχίσει
να παρουσιάζει διάφορα άρθρα που
αφορούν τις «Μαθησιακές Δυσχέρειες»
ένα από αυτά είναι η Δυσλεξία.
Παρουσίαση
και ορισμός του προβλήματος
Ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών του
δημοτικού ( 10% σύμφωνα με τον Hallgren)
παρουσιάζει συμπτώματα δυσλεξίας.
Ο όρος δυσλεξία ( από το λατινικό
lego=
διαβάζω, αναγιγνώσκω)
χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια
«γλωσσική δυσκολία», η οποία
εκδηλώνεται ως μια ειδική διαταραχή
στη μάθηση του γραπτού λόγου. Κατ’
αυτή την έννοια εντάσσεται στα
γενικότερα πλαίσια των μαθησιακών
δυσχερειών.
Αναφερόμαστε στον όρο «μαθησιακή
δυσχέρεια» στις περιπτώσεις όπου το
παιδί δυσκολεύεται έως αποτυγχάνει
να αποκτήσει μια δεξιότητα σχετική
με τη σχολική μάθηση. Συγκεκριμένα η
δυσκολία αυτή εντοπίζεται στο
επίπεδο της γραφής και της
ανάγνωσης.
Ο όρος «δυσλεξία» ή αλλιώς «λεγασθένεια»
χρησιμοποιείται διεθνώς για να
ορίσει μια μαθησιακή δυσκολία η
οποία εκδηλώνεται σε παιδιά που
παρουσιάζουν ελαττωματική ανάγνωση
ή ελαττωματική γραφή της γλώσσας,
παρότι το νοητικό τους επίπεδο
είναι τελείως φυσιολογικό.
Αντίθετα, για ανάλογα
προβλήματα παιδιών που
παρουσιάζουν και νοητική στέρηση,
χρησιμοποιείται ο όρος «μαθησιακά
προβλήματα» ή «σχολικές δυσχέρειες».
Η δυσλεξία λοιπόν είναι ένα
πρόβλημα που παρουσιάζεται
ανεξάρτητα από τη διανοητική
κατάσταση του παιδιού.
Επίσης η «ειδική» δυσλεξία δεν
σχετίζεται απαραίτητα με
διαταραχές ψυχικές ή
συναισθηματικές, ούτε με επίκτητους
εγκεφαλικούς τραυματισμούς ( σ’
αυτή την περίπτωση μιλάμε για την «επίκτητη
δυσλεξία» που εμφανίζεται μετά από
τραυματισμό στην πλευρικό-κροταφική
χώρα του αριστερού ημισφαιρίου).
Χαρακτηριστικό τέλος είναι, ότι
η δυσλεξία απαντάται συχνότερα στα
αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια, σε
αναλογία μάλιστα 4 προς 1. Αυτό ίσως
σχετίζεται με το ότι τα κορίτσια
γενικά παρουσιάζουν γρηγορότερη
γλωσσική ανάπτυξη και μεγαλύτερη
εξοικείωση με τους κανόνες.
Κύρια
συμπτώματα και ειδικά
χαρακτηριστικά της δυσλεξίας
Γενικά τα συμπτώματα που
παρουσιάζει ένα δυσλεκτικό παιδί,
αφορούν την ανάγνωση και τη γραφή
της γλώσσας, ενώ παράλληλα,
παρατηρείται συχνά σύγχυση στην
κατανόηση της διεύθυνσης και την
διάκριση αριστερού- δεξιού.
Μολαταύτα, ένα παιδί που πάσχει
από δυσλεξία, μπορεί να μην
παρουσιάζει κανένα πρόβλημα στο
χειρισμό και την εκμάθηση άλλων
συμβολικών συστημάτων όπως αυτά των
μαθηματικών και της μουσικής.
Στο άρθρο της «Δυσλεξία και
μάθηση» για τα « Ψυχολογικά θέματα
παιδιών και εφήβων», η Θ. Χαρίση
εντοπίζει και διακρίνει τα
χαρακτηριστικά της δυσλεξίας σε
τρεις κατηγορίες ( Κούρος , 1993):
α)
Ευδιάκριτα χαρακτηριστικά γενικής
συμπεριφοράς.
β)
Χαρακτηριστικά της ανάγνωσης
γ)
Χαρακτηριστικά της γραφής -
ορθογραφίας.
α.
Τα ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της
συμπεριφοράς του δυσλεξικού
παιδιού είναι τα εξής:
1.
Δυσκολία στη διάκριση αριστερού
- δεξιού.
2.
Σύγχυση ως προς το κυρίαρχο χέρι
- μάτι - πόδι.
3.
Δυσκολίες στην αντίληψη των
εννοιών της διαδοχής, σειράς και
διεύθυνσης.
4.
Ενδεχόμενη κινητική αδεξιότητα
ή υπερκινητικότητα.
5.
Αντίθεση μεταξύ της ικανότητας
για την αντίληψη του χώρου και
δυσκολίας και δυσκολίας στην
αντίληψη και επεξεργασία του
γραπτού λόγου.
6.
Σύγχυση στην αντίληψη της
έννοιας του χρόνου.
7.
Δυσκολία στην επανάληψη
πολυσύλλαβων λέξεων και αριθμών με
αντίστροφη σειρά.
8.
Δυσκολία στην αντιστοιχία
οπτικών και ακουστικών ερεθισμάτων.
9.
Πολύ φτωχό λεξιλόγιο.
β.
Τα κυριότερα αναγνωστικά λάθη είναι:
1.
Δυσκολία στη διάκριση
διαφορετικών λέξεων, οι οποίες
περιλαμβάνουν τα ίδια γράμματα ( π.χ.
ΤΗΣ-ΣΤΗ).
2.
Δυσκολία στην ανάγνωση και
προφορά ασυνήθιστων λέξεων.
3.
Λαθεμένη προφορά φωνηέντων.
4.
Καθρεφτική ανάγνωση (π.χ. η λέξη
ΑΧ διαβάζεται ΧΑ).
5.
Παρεμβολή άσχετων φωνημάτων
κατά την ανάγνωση των λέξεων.
6.
Παραλήψεις γραμμάτων ή συλλαβών
ή και λέξεων από μία πρόταση.
7.
Αντικατάσταση μιας λέξης από
άλλη με παρόμοια σημασία (π.χ.
σκοτεινός - μαύρος).
γ.
Σχετικά με τις δυσκολίες και τα
συμπτώματα στη γραφή των
δυσλεκτικών παιδιών η Θ. Χαρίση
γράφει:
Συνήθως
η γραφή τους χαρακτηρίζεται από:
1.
Ακαταστασία, με αποτέλεσμα οι
λέξεις να είναι δυσανάγνωστες.
2.
Ατελή ευθυγράμμιση των λέξεων
πάνω στο χαρτί.
3.
Γράμματα ή λέξεις γραμμένα
καθρεφτικά.
4.
Άτονες λέξεις (δεν
χρησιμοποιούν τόνους).
5.
Χρήση κεφαλαίων γραμμάτων
ανάμεσα στα μικρά.
6.
Παραλήψεις, επαναλήψεις και
αντιμεταθέσεις γραμμάτων που
αποτελούν τη λέξη.
7.
Δεν υπάρχει εφαρμογή κανενός
γραμματικού κανόνα.
8.
Δεν μπορούν να αποδώσουν
γραπτώς την έννοια ούτε μιας
παραγράφου."
Τα
αίτια της δυσλεξίας
Τα αίτια της δυσλεξίας δεν είναι
καλά εξακριβωμένα.
Πολλοί
ερευνητές προσέγγισαν τη διαταραχή
αυτή με τη θεωρία της «ελλιπούς
εγκεφαλικής κυριαρχίας» και
αναζήτησαν τα αίτια της εμφάνισής
της στην εγκεφαλική οργάνωση και
την κυριαρχία του δεξιού
ημισφαιρίου. Συμπτώματα όπως τα
καθρεφτικά λάθη γραφής και
ανάγνωσης, η σύγχυση στη διάκριση
δεξί- αριστερό και πάνω- κάτω, οι
δυσκολίες προσανατολισμού και η
αριστεροχειρία που απαντάται συχνά
σε παιδιά που παρουσιάζουν δυσλεξία,
συντείνουν στην επικράτηση αυτής
της θεωρίας.
Άλλοι ερευνητές αποδίδουν τη
δυσλεξία σε «νευρολογική
υπολειτουργία», όπως μια
ελαττωματική ανάπτυξη των πίσω
περιοχών του εγκεφάλου ή σε μια
ελαφριά εγκεφαλική δυσλειτουργία ή
σε μια ελαττωματική γενική οργάνωση
του εγκεφάλου.
Η θεωρία της «λειτουργικής
διαταραχής στην αντίληψη και
επεξεργασία της γνώσης» στηρίζεται
στην αρχή ότι κάθε νέα γνώση
στηρίζεται σε μια προγενέστερή της.
Ελλιπείς βασικές γνώσεις μπορεί να
οδηγήσουν σε μελλοντικές
μαθησιακές δυσκολίες. Η αρχή αυτή
απαντάται στη δυσλεξία στο γεγονός
ότι το παιδί δυσκολεύεται να
αντιληφθεί την έννοια της διαδοχής,
με συνέπεια τα καθρεφτικά λάθη.
Η θεωρία της κληρονομικότητας
στηρίζεται σε έρευνες που έδειξαν
ότι ένα στα δύο δυσλεξικά παιδιά,
προέρχεται από οικογένειες με
περιστατικά αναγνωστικών δυσκολιών
και αποδίδει τη δυσλειτουργία αυτή
σε γενετικούς παράγοντες που
κληρονομούνται.
Τέλος, ψυχολογικά αίτια όπως
πρώιμες ψυχικές διαταραχές και
σχολικό άγχος μπορούν να οδηγήσουν
ένα παιδί στην εκδήλωση δυσλεξίας.
Εδώ αναφέρονται περιβαλλοντικοί
παράγοντες όπως οι πιεστικές
συνθήκες εκπαίδευσης και η
στρεσογόνος συμπεριφορά του
οικογενειακού ή σχολικού
περιβάλλοντος του παιδιού ως
ψυχοπιεστικά γεγονότα που είναι
δυνατό να οδηγήσουν στη
συγκεκριμένη μαθησιακή δυσκολία.
Πρόληψη,
διάγνωση, αντιμετώπιση της
δυσλεξίας
Καίριας
σημασίας είναι ο ρόλος της πρόληψης
στη δυσλεξία.
Αυτή
συνίσταται στο να μην πιέζουμε το
παιδί να μάθει να διαβάζει πριν τα
έξι του χρόνια. Επίσης η ενημέρωση
γονέων και διδασκάλων θα επιτρέψει
τον άμεσο εντοπισμό των συμπτωμάτων
όταν αυτά εμφανιστούν. Σε περίπτωση
που τα συμπτώματα επιμείνουν σε
διάστημα δύο μηνών περίπου, είναι
απαραίτητη η αντιμετώπιση του
προβλήματος από ειδικό επιστήμονα.
Εκείνος θα υποβάλλει το παιδί
εξέταση, θα ελέγξει τη νοητική και
συναισθηματική του κατάσταση και αν
κριθεί απαραίτητο θα προχωρήσει σε
μια διορθωτική αγωγή.
Η αγωγή αυτή περιλαμβάνει
ασκήσεις για σταθερή οργάνωση και
εξοικείωση με τις βασικές έννοιες
της διεύθυνσης, του χώρου και του
χρόνου, επίσης ασκήσεις εκτίμησης,
μέτρησης και σύγκρισης διαστάσεων
και μεγεθών.
Με τις ασκήσεις αυτές ο ειδικός
θεραπευτής θα επιδιώξει να αλλάξει
τον τρόπο σκέψης του παιδιού ενώ
είναι πολύ σημαντική η ψυχολογική
υποστήριξη και ενθάρρυνση που θα
του προσφέρει, ώστε να ανακτήσει τη
σιγουριά και την αυτοπεποίθησή του.
Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι
οι μαθησιακές δυσκολίες πολύ συχνά
εμφανίζονται για να δηλώσουν
ψυχοκοινωνικά προβλήματα στο
περιβάλλον του παιδιού και να
φέρουν στην επιφάνεια μια αρνητική
σχέση με τους συμμαθητές ή το
δάσκαλό του. Είναι απαραίτητο να
εξετάζονται πιθανά προβλήματα που
σχετίζονται με το θέμα αυτό.
Τέλος είναι γεγονός ότι καμιά
αγωγή δε θα στεφθεί με επιτυχία
χωρίς την ενεργό συμμετοχή των
γονέων και του δασκάλου, οι οποίοι
σε συνεργασία με τον ειδικό θα
συμβάλλουν σημαντικά στην πρόοδο
του παιδιού.
Κι εδώ ισχύει ο
σύγχρονος παιδαγωγικός κανόνας: η
πλέον κατάλληλη αγωγή είναι αυτή
που βασίζεται στην ενθάρρυνση και
την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης του
μαθητή. Κάθε αντίθετη μέθοδος
μονάχα κόπωση και προβλήματα μπορεί
να δημιουργήσει στο παιδί.
Η έγκαιρη διάγνωση, η σωστή
ειδική αντιμετώπιση και η
συμπαράσταση από το σχολικό και
οικογενειακό περιβάλλον του
παιδιού εγγυώνται την πλέον
αισιόδοξη πρόγνωση με
σταθεροποίηση της κατάστασης ή
βελτίωση γύρω στο 19ο έτος της
ηλικίας του παιδιού.
Βιβλιογραφία
1.
Κούρος Ι.(επιμέλεια), Ψυχολογικά θέματα
παιδιών και εφήβων, Αθήνα, Ελληνικά
Γράμματα, 1993.
2.
Παπαδόπουλος Ν. Λεξικό της ψυχολογίας,
Αθήνα, 1994.
3.
Πόρποδα Κ. «Δυσλεξία», Επιστημονικό
Βήμα, τ.1, Φθινόπωρο 1992, σελ.2-6.
4.
Χαρτοκόλης Π. Εισαγωγή στην Ψυχιατρική,
Αθήνα, Θεμέλιο, 1986.
Γερακοπούλου
Πατρίτσια
Υποψ.Διδάκτωρ Κοινωνικής
Ψυχολογίας
Παντείου Παν/μιου

Copyright © 2000 by
Apodimos. All rights reserved.
|